ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ 719/2021

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Γεωργία Ασσυχίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ανδρέα Μπότσαρη, Πρωτόδικη, Αικατερίνη Συμεωνίδου, Πρωτοδίκη Εισηγήτρια και τον Γραμματέα Ασημάκη Οικονομόπουλο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 10η-10-2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας: Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «....... ΕΕ», και τον διακριτικό τίτλο «......», η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός ....., αρ. ...), με ΑΦΜ ......, νομίμως εκπροσώπουμένης και για την οποία προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θεσσαλονίκης Αργύριος Αργυριάδης (ΑΜ/ΔΣΘ ......) και η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της εναγόμενης: Της εταιρείας με την επωνυμία «..... ΙΚΕ», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...., αρ. ...), με ΑΦΜ .... και για την οποία προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θεσσαλονίκης Θεόδωρος Ζέρβας (ΑΜ/ΔΣΘ ....) και η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 26-03-2018 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ ..../ ΕΑΚ ..../ 28-03-2018, η συζήτηση της οποίας (αγωγής), μετά το πέρας των προθεσμιών εκ των διατάξεων των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, προσδιορίστηκε, με την από 07-09-2018 έκθεση ορισμού δικασίμου του αρμοδίου Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο (…/16).

Οι διάδικοι ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Α. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 ’’περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε εναρμόνιση προς την οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού αυτού διατάγματος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Με τη σύμβαση αυτή ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει σε μόνιμη βάση, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας) τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη σύμβασης πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικότητας, σύμφωνα με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει τη μέριμνα των υποθέσεων του αποκλειστικά στον αντιπρόσωπο για μία ορισμένη περιοχή. Σ’ αυτή την περίπτωση πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας. Έτσι, βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αντιπροσωπείας είναι: α) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, β) η σταθερότητα της σχέσης, γ) η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, δ) η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου, ο οποίος οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη και μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων και ε) η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι, τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε ούτε σταθερά ούτε ασφαλή. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεστεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ’ αυτούς. Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι’ αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού. Κριτήρια, τέλος, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας, που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Ακόμη, η χορήγηση της αποζημίωσης πελατείας, κατά τα προαναφερόμενα, δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περ. γ’ του ΠΔ 219/1991 (ΑΠ 859/2014, ΑΠ 1042/2009, ΕφΠειρ 328/2015).

Β. Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική μ’ αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το ΠΔ 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού ΠΔ 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ’ εαυτή της ναυτικής πρακτορείας. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε ναυτικός πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σχετικές με τη θαλάσσια αποστολή, σε ορισμένη συνήθως γεωγραφική περιοχή και αναλόγως σε μόνιμη ή πρόσκαιρη βάση, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος. Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του ναυτικού πράκτορα μπορούν να αφορούν έναν ή περισσότερους εφοπλιστές ή πλοιοκτήτες, για λογαριασμό των οποίων αυτός ενεργεί είτε στο όνομά τους είτε στο δικό του όνομα. Αντίστοιχα η σχέση του ναυτικού πράκτορα μ’ αυτούς προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου (άρθρ. 90 ΕμπΝ). Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των λοιπών πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου. Συνεπώς εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ’ αυτή οι διατάξεις κατ’ αρχήν του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρο 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ΕισΝΑΚ. Ήδη ορίστηκε με το άρθρο 14§4 του ν. 3557/2007 ότι στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995. Επομένως οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας. Οι διατάξεις του ίδιου ΠΔ ορίστηκε με το ως άνω άρθρο 14§4 του ν. 3577/2007 ότι εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που σημαίνει κυρίως ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ’ αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του. Με δεδομένο ωστόσο ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ’ ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρα 4§1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14§4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν το χαρακτήρα αυτό. Αποκλείεται έτσι και μετά το ν. 3577/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 στις παραπάνω συμβάσεις, η οποία βέβαια αποκλειόταν και προηγουμένως. Ειδικότερα οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και δεν αφορούν άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου, αφού η ως άνω κοινοτική Οδηγία, όπως ήδη με την υπ' αριθ. ..../2004 διάταξη έκρινε και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-85/2003 κατά Εταιρείας Α.Ε., αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνον ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 (2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα απευθείας εκείνου που αντιπροσωπεύουν. Επομένως η παραπάνω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους επαγγελματιών, που μεσολαβούν με το δικό τους όνομα ή και για δικό τους λογαριασμό στη λειτουργία του εμπορίου, χωρίς η θέσπιση τέτοιων διατάξεων, με τις οποίες γίνεται υπέρβαση του ρυθμιστικού εύρους της Οδηγίας (uberschiessende Umsetzung), να θίγει την εφαρμογή του κοινοτικού και ήδη ενωσιακού δικαίου, στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίστοιχο δίκαιο ως προς τους επαγγελματίες αυτούς, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα των επαγγελματιών αυτών και ούτε μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά σε συμβατικές σχέσεις διαφορετικές από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου δεν γίνεται γενικώς δεκτή η δυνατότητα νομολογιακής εναρμόνισης του δικαίου των κρατών μελών. Αντίστοιχα και το ΠΔ 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους και ο οποίος εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί κατά το άρθρο 1§2 του ΠΔ 219/1991 βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου, με αντικείμενο μάλιστα αποκλειστικά την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα τους. Όμως δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, όπως προπάντων είναι ο διανομέας και ο παραγγελιοδόχος με τη μορφή ενδεχομένως και του πράκτορα, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4§1 του ΠΔ 219/1991 και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι’ αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας πρακτορείας η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το ΠΔ 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες. Κατά την έννοια αυτή διαπιστώνεται συγκριτικά με τη ρύθμιση του ΠΔ 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο η ύπαρξη αντίστοιχου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ’ αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, που δεν δικαιολογείται στο σύστημα της έννομης τάξης, όπως έμμεσα επιβεβαιώνεται και από την κατά παραπομπή νομοθέτηση με το άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007. Πρόκειται δηλαδή για ασύγγνωστο ακούσιο κενό, το οποίο ο νομοθέτης οφείλε να προβλέψει και να καλύψει (πρωτογενές κενό), αφού κενό συνιστά γενικώς η έλλειψη στη συγκεκριμένη περίπτωση σύννομης ρύθμισης, μολονότι η έννομη τάξη την αξιώνει λόγω της ομοιότητας της περίπτωσης αυτής με άλλες ρυθμισμένες στο νόμο περιπτώσεις. Μάλιστα κενό δεν συνιστά μόνον η παντελής έλλειψη ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και η ελλιπής ρύθμιση, όταν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από τις ρυθμισμένες όμοιες περιπτώσεις, οπότε ανακύπτει και πάλι ανάγκη πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις. Οπωσδήποτε η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του ΠΔ 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων κρίνεται κατά περίπτωση (ad hoc), με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ’ αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω ΠΔ. Δηλαδή με βάση τα στοιχεία αυτά επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του ΠΔ στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρ. 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από το δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση πρακτορείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 979/2014).

Γ. Τέλος, η επιχείρηση πρακτορείας συνίσταται στην υπό μη δημοσίου προσώπου, έναντι αμοιβής, διαχείριση (ήτοι ενέργεια, διεύθυνση ή διεκπεραίωση) αλλοτρίων υποθέσεων, οιανδήποτε μορφή και αν έχουν αυτές, είτε πρόκειται περί εμπορικών ή περί αστικών υποθέσεων. Καθίστανται οι πράξεις πρακτορείας εμπορικές, μόνον αν ασκούνται υπό μορφή ενέχουσα την έννοια της επιχείρησης (ΑΠ 1041/2010, ΔΕΕ 201, 1.584). Η επιχείρηση πρακτορείας αποτελεί γενικότατη εμπορική πράξη, την κατ’ εξοχήν πράξη παροχής ιδιωτικών υπηρεσιών, ό,τι αποτελεί η αγορά προς μεταπώληση για το εμπόριο αγαθών. Επιχείρηση σημαίνει, ότι η πράξη θα πρέπει να έχει τα βασικά χαρακτηριστικά που προσδίδουν στον έμπορο την ιδιαίτερη φύση του, δηλαδή τα στοιχεία της διαμεσολάβησης, του κινδύνου και της ελπίδας του κέρδους. Κατά την κρατούσα διατύπωση, πρόκειται για την παροχή κάθε φύσης ιδιωτικών υπηρεσιών προς εντολέα, έναντι ανταλλάγματος (ΟλΑΠ 15/2013). Η ύπαρξη ανταλλάγματος (αμοιβής, προμήθειας κ.τ.λ.) είναι απαραίτητη για να υπάρχει η πάντοτε απαιτούμενη εμπορική λογική. Για να είναι η διαμεσολάβηση ή οι άλλες υπηρεσίες εμπορικές, πρέπει να γίνονται σε «αγορά». Ως έννοια η αγορά δεν ταυτίζεται με το σύνολο των συναλλακτικών πράξεων, αλλά αποτελεί έναν χώρο δυνητικό, όπου δηλαδή είναι δυνατόν να συναντηθεί η προσφορά με τη ζήτηση και να συναφθούν συναλλαγές (ΕφΘεσ 74/2017, ΕφΑΘ 7993/2006, ΠΠρΑΘ 2769/2017).

II. Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 26-03-2018 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ ..../ ΕΑΚ ..../ 28-03-2018, η συζήτηση της οποίας (αγωγής), μετά το πέρας των προθεσμιών εκ της διάταξης του άρθρου 237 του ΚΠολΔ [όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου, του άρθρου 1, του ν. 4335/2015, με ισχύ του τελευταίου αντικατασταθέντος άρθρου, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου ένατου, του άρθρου 1, του προρρηθέντος νόμου, για τις αγωγές που κατατίθενται μετά την 1-1-2016], προσδιορίστηκε, με την από 07-09-2018 έκθεση ορισμού δικασίμου του αρμοδίου Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει το εμπρόθεσμο [κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 237 του ΚΠολΔ] της κατάθεσης των προτάσεων και των αμοιβαίων αντικρούσεων με προσθήκη στις προτάσεις αμφοτέρων των διαδίκων και η προσκόμιση, με επίκληση στις ένδικες προτάσεις τους, α) από την ενάγουσα, της από 04-072018 Εξουσιοδότησης, με την οποία παρέχεται πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο, Αργύριο Αργυριάδη, για την εκπροσώπηση αυτής σχετικά με την υπό κρίση αγωγή και β) από την εναγομένη της από 05-06-2018 Εξουσιοδότησης, με την οποία παρέχεται πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο, Θεόδωρο Ζέρβα, για την εκπροσώπηση αυτής σχετικά με την υπό κρίση αγωγή, και στα οποία περιλαμβάνονται και οι διενεργηθείσες από τους προαναφερόμενους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων πράξεις της προδικασίας (άρθρα 96 παρ. 1,104, 237 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

III. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή και κατ’ εκτίμηση αυτής, η ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία εκθέτει ότι συστήθηκε το έτος 2008, με έδρα της τον Δήμο Αθηναίων και σκοπό μεταξύ άλλων την παροχή πάσης φύσης επενδυτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών που καλύπτουν όλο το φάσμα επικοινωνίας, μάρκετινγκ, επιμέλειας και εφαρμογής υπηρεσιών και προγραμμάτων επικοινωνίας, διαφήμισης και δημοσίων σχέσεων, καθώς και την παραγωγή διαφημιστικών σποτ για λογαριασμό παντός είδους νομικών ή φυσικών προσώπων. Ότι η εναγομένη, ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, έχει ως αντικείμενο την εισαγωγή και πώληση καλλυντικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων. Ότι μεταξύ τους υπεγράφη αρχικά το από 31-10-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό διαφημιστικής πρακτορείας, με το οποίο η ίδια ανέλαβε έναντι αμοιβής την διαφημιστική προώθηση των προϊόντων της εναγομένης. Ειδικότερα, ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, υπεγράφησαν διαδοχικά τα από 31-10-2013, 02-01-2014, 01-01-2015 και 02-01-2016 ιδιωτικά συμφωνητικά διαφημιστικής πρακτορείας, με ταυτόσημο γενικά περιεχόμενο και παρόμοιους όρους, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε ότι η εναγόμενη θα αναθέτει στην ίδια, ως διαφημιστικό πράκτορα, την για την ελληνική επικράτεια μέριμνα των υποθέσεών της, η οποία κατευθύνεται είτε στην αναπαραγωγή τηλεοπτικών διαφημίσεων (τηλεοπτικά σποτ) είτε προαιρετικά στην προώθηση του διαφημιστικού υλικού των προϊόντων της στο διαδίκτυο και κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι, ακόμη, συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα αναθέτει στην ίδια την αποκλειστική προώθηση των προϊόντων της, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στα υπογεγραμμένα μεταξύ τους ως άνω συμφωνητικά και την απόφαση για την αγορά διαφημιστικού χρόνου στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποκλειστικά και προαιρετικά διαφημιστικού χώρου σε εφημερίδες, διαδίκτυο, περιοδικά και εφημερίδες. Ότι έκαστη εκ των ανωτέρω τεσσάρων συμβάσεων ορίστηκε να έχει διάρκεια ενός (1) έτους, με χρόνο λήξης αντίστοιχα, την 31-10-2014, 31-12-2014, 31-12-2015 και 31-12-2016, οπότε και έληξε αιφνιδίως η συνεργασία τους. Ότι οι εν λόγω συμβάσεις συμφωνήθηκαν μεν ως ορισμένου χρόνου, ωστόσο στην πραγματικότητα είναι αορίστου χρόνου, αφού πρόκειται για αλυσιδωτές συμβάσεις. Ότι αναφορικά με την προμήθειά της, συμφωνήθηκε ότι δικαιούται να εισπράττει προμήθεια για το σύνολο των προϊόντων των οποίων την προώθηση έχει αναλάβει και πωλήθηκαν τελικώς στην Ελλάδα και ότι η προμήθεια θα υπολογίζεται σε ποσοστό επί των εσόδων από τις διαφημιστικές συμβάσεις και θα αποτελεί την πλήρη ανταμοιβή της για όλες τις παρεχόμενες στο πλαίσιο των συμφωνητικών υπηρεσίες της. Ότι ως αμοιβή συμφωνήθηκε ότι θα λαμβάνει ποσοστό ως προμήθεια επί του καθαρού τζίρου που αφορά τις πωλήσεις προϊόντων εντός της Ελληνικής επικράτειας, αφού αφαιρεθεί το ποσοστό των διαφημιστικών δαπανών που αναλαμβάνει απευθείας η εναγομένη, ενώ κατά τον όρο 4.4 του τελευταίου συμφωνητικού, σε περίπτωση λύσης της μεταξύ τους σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι η ίδια δικαιούται να λάβει την αμοιβή του ελάχιστου αριθμού τεμαχίων συγκεκριμένων προϊόντων για τους επόμενους 4 μήνες από τη λύση αυτής (25% για 4.000 τεμάχια για το προϊόν ... και 500 τεμάχια για το προϊόν ....). Ότι η ως άνω σύμβαση λειτούργησε ομαλά, και ενώ η ίδια ανέμενε την υπογραφή νέας σύμβασης για το έτος 2017, η εναγομένη αρνήθηκε να συνεχίσουν την συνεργασία τους για το έτος 2017. Ότι η ίδια διαμαρτυρήθηκε σχετικώς στην εναγομένη, διά της από 01-03-2017 εξώδικης διαμαρτυρίας της, προσκαλώντας την δε να της καταβάλει τα όσα συμφωνήθηκαν στον όρο 4.4. του σχετικού συμφωνητικού [ποσοστό 25% για 4.000 τεμάχια ... ανά μήνα, για διάστημα 4 μηνών και συνολικά 16.000 τεμάχια στο τετράμηνο, με μέση τιμή πώλησης, το ποσό των 22,00 ευρώ/ τεμάχιο, ήτοι το συνολικό ποσό των 88.000,00 ευρώ (16.000 τεμ. χ 22,00 € χ 25%)]. Ότι η εναγομένη της απέστειλε την από 22-03-2017 εξώδικη απάντησή της, με την οποία υποστήριζε ότι ο όρος 4.4. της μεταξύ τους σύμβασης δεν εφαρμόζεται, διότι αυτή λύθηκε λόγω παρέλευσης της συμβατικής διάρκειας, ήτοι στις 31-12-2016 και συνεπώς ουδέν της οφείλει.

Ακολούθως, ότι η ίδια απέστειλε στην εναγόμενη την από 30-06-2017 εξώδικη δήλωση, με την οποία της γνωστοποιούσε την πρόθεσή της να προβεί στην άσκηση της παρούσας αγωγής, εκθέτοντας την νομική βασιμότητα των αξιώσεών της βάσει του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, ενώ η εναγόμενη της απέστειλε την από 04-07-2017 εξώδικη απάντησή της, αρνούμενη ότι υφίστανται οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης πελατείας. Ότι οι μεταξύ τους συμβάσεις καίτοι ονομάστηκαν ιδιωτικά συμφωνητικά διαφημιστικής πρακτορείας, ωστόσο πρόκειται για συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού οι όροι που περιέχονται σε αυτά συγκεντρώνουν τα στοιχεία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, καθότι α) χαρακτηριζόταν από διάρκεια και σταθερότητα, εφόσον διήρκησε σχεδόν τέσσερα έτη και οι ετήσιες συμβάσεις ανανεώνονταν ανά έτος με ταυτόσημο σχεδόν περιεχόμενο, β) συμφωνήθηκε ότι η ίδια ως διαφημιστικός πράκτορας θα αποφασίζει για τη σύναψη διαφημιστικών συμβάσεων και θα αναλαμβάνει να παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης τις διαφημιστικές συμβάσεις και ότι η τελευταία θα φέρει τον τυχόν κίνδυνο συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης έναντι οποιουδήποτε τρίτου και της Πολιτείας από την τυχόν πώληση ελαττωματικών προϊόντων ή από πώληση μη εγκεκριμένων προϊόντων και γ) συμφωνήθηκε μεταξύ τους η καταβολή προμήθειας κατά τους όρους που αναφέρονται στη σύμβαση. Ακολούθως, ότι πληρούνται οι κατά νόμο προϋποθέσεις που θεμελιώνουν την αξίωσή της για αποζημίωση πελατείας, κατά το άρθρο 9 του ΠΔ 219/1991, άλλως και επικουρικώς, για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι οι ανωτέρω συμβάσεις δεν συγκεντρώνουν τα στοιχεία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, τότε το ΠΔ 219/1991 πρέπει να εφαρμοστεί αναλογικώς και στην ένδικη περίπτωση, εφόσον γίνεται δεκτή η αναλογική υπό προϋποθέσεις εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω ΠΔ στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και πρακτορείας. Ότι εν προκειμένω, η διαμεσολαβητική λειτουργία της, ως διαφημιστικού πράκτορα προσομοιάζει εμφανώς με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου, σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, καθώς ανέλαβε με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού δε η ένδικη σύμβαση προσομοιάζει με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Ότι επομένως, οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 τυγχάνουν σε κάθε περίπτωση αναλογικής εφαρμογής. Ότι αναφορικά με την αποζημίωση πελατείας του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, πληρούνται όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, για δε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του, ήτοι για διάστημα 38 μηνών (Νοέμβριος 2013 Δεκέμβριος 2016), ο μέσος μηνιαίος όρος προμήθειας που ελάμβανε ανέρχεται στο ποσό των 68.478,66 ευρώ και κατ’ επέκταση ο μέσος ετήσιος όρος ωφέλειάς της ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 821.743,80 ευρώ (68.478,66 € χ 12 μήνες), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν. Επιπλέον, ότι η εναγόμενη, δεδομένου ότι η σύμβαση που τους συνέδεε ήταν αορίστου χρόνου (>3 ετών), δεν τήρησε την από του νόμου τασσόμενη προθεσμία καταγγελίας αυτής (αρ. 8 του ΠΔ 219/1991), παρά προχώρησε σε καταγγελία αυτής καταχρηστικά και άνευ σπουδαίου λόγου, της προκάλεσε με πρόθεση αντίστοιχη ζημία (αρ. 9 του ΠΔ 219/1991), ύψους 87.536,28 ευρώ (έσοδα έτους 2016, ήτοι 350.145,13 € /12 μήνες = 29.178,76 €/ μήνα, 29.178,76 € χ 3 μήνες = 87.536,28 €). Άλλως και επικουρικά, πρέπει να εφαρμοστεί ο όρος 4.4 της σχετικής σύμβασης, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ως αποζημίωση πελατείας συμφωνήθηκε η αμοιβή του όρου αυτού. Ότι η διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας δεν επήλθε λόγω παρέλευσης της συμβατικής διάρκειας αυτής, ως υποστηρίζει η εναγομένη, αλλά λόγω υπαναχώρησης αυτής για λόγους που δεν αφορούν την ίδια. Ότι βάσει του ως άνω όρου η προμήθειά της επί του ελάχιστου αριθμού τεμαχίων των προϊόντων .... και .... ανέρχεται στο ποσό των 95.490,00 ευρώ [1) μέσος όρος τιμής πώλησης του ... για το 2016, 21,83 €, 21,83 € χ 4.000 τεμάχια = 87.320,00 €, 87.320,00 € χ 0,25 προμήθεια = 21.830,00 €, 21.830,00 € χ 4 μήνες μετά τη λύση της σύμβασης = 87.320,00 € // 2) μέσος όρος τιμής πώλησης του .... για το 2016, 16,34 €, 16,34 € χ 500 τεμάχια = 8.170,00 €, 8.170,00 € χ 0,25 προμήθεια = 2.042,50 €, 2.042,50 € χ 4 μήνες μετά τη λύση της σύμβασης = 8.170,00 € // 87.320,00 € + 8.170,00 € = 95.490,00 €]. Με βάση δε τα περιστατικά αυτά και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό (άρθρα 223, 224, 294, 295, 297 ΚΠολΔ), η ενάγουσα ζητεί: Α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 909.280,08 ευρώ, το οποίο αναλύεται 1) στο ποσό των 821.743,80 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, κατά τα προαναφερόμενα και 2) στο ποσό των 87.536,28 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη, λόγω καταγγελίας άνευ σπουδαίου λόγου και χωρίς να τηρήσει την εκ του νόμου τρίμηνη προθεσμία προειδοποίησης, Β) Άλλως και όλως επικουρικώς, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 183.026,28 ευρώ, το οποίο αναλύεται 1) στο ποσό των 95.490,00 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, κατά τα προαναφερόμενα και 2) στο ποσό των 87.536,28 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη, λόγω καταγγελίας άνευ σπουδαίου λόγου και χωρίς να τηρήσει την εκ του νόμου τρίμηνη προθεσμία προειδοποίησης, καθώς και Γ) να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου τούτου Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 13, 18 σε συνδ. με 14 παρ. 2 και 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ), εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και είναι αρκούντως ορισμένη κατ’ άρθρο 216 του ΚΠολΔ. Ωστόσο, με το ως άνω περιεχόμενο, η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως μη νόμιμη, καθότι τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούν να οδηγήσουν στην εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991. Συγκεκριμένα, έκαστη εκ των τεσσάρων (4) συμβάσεων που συνέδεαν την ενάγουσα και την εναγομένη ήταν μια αυτοτελής σύμβαση διαφημιστικής πρακτορείας, κατά την οποία η ενάγουσα παρείχε διαφημιστικές υπηρεσίες προς την εναγομένη, έναντι αμοιβής (προμήθειας), η 1η με έναρξη την 31-10-2013 και λήξη την 3110-2014, η 2η με έναρξη την 02-01-2014 και λήξη την 31-12-2014, η 3η με έναρξη την 01-01-2015 και λήξη την 31-12-2015 και η 4η με έναρξη την ΟΣ01-2016 και λήξη την 31-12-2016 (το γεγονός δε της σύναψης σύμβασης διαφημιστικής πρακτορείας το επικαλείται η ίδια η ενάγουσα). Επομένως, η σύμβαση αυτή δεν ήταν σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά το ΠΔ 219/1991, καθόσον, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου, με αντικείμενο μάλιστα αποκλειστικά την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα τους, όπως εν προκειμένω. Εξάλλου, το ως άνω ΠΔ εφαρμόζεται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας, που αφορούν την παροχή υπηρεσιών και της αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όμως με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 (ως επικαλείται η ενάγουσα), πλην όμως εν προκειμένω δεν υφίσταται σύμβαση με αυτά τα χαρακτηριστικά. Επιπλέον, ναι μεν το ως άνω ΠΔ εφαρμόζεται αναλόγως και σε κάθε άλλη διαμεσολαβητική εμπορική σύμβαση, όπως και στη σύμβαση πρακτορείας, υπό την προϋπόθεση όμως να εμφανίζει τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, συνθήκη που και πάλι δεν πληρούται. Ως εκ τούτου, το ΠΔ 219/1991 στην προκειμένη σύμβαση (διαφημιστικής πρακτορείας) δεν μπορεί να τύχει ούτε ευθείας, ούτε αναλογικής εφαρμογής. Συνεπώς μη νόμιμα είναι άπαντα τα αιτήματα της αγωγής α) το κύριο περί αποζημίωσης πελατείας, ύψους 821.743,80 ευρώ, β) το επικουρικό περί αποζημίωσης πελατείας, ύψους 95.490,00 ευρώ, γ) το κύριο περί διαφυγόντων κερδών, ύψους 87.536,28 ευρώ και δ) το επικουρικό περί διαφυγόντων κερδών, ύψους 87.536,28 ευρώ (για την θεμελίωση δε των δύο τελευταίων αιτημάτων, η ενάγουσα επικαλείται την λύση της σύμβασης, πλην όμως επήλθε λήξη της σύμβασης), ακριβώς διότι άπαντα προϋποθέτουν την εφαρμογή (ευθεία ή αναλογική) του ΠΔ 219/1991, η οποία κατά τα προαναφερόμενα δεν συντρέχει.

IV. Κατ’ ακολουθία, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η ενάγουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της εναγομένης λόγω της ήττας της, κατόπιν σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 63 παρ. 1 περ. i α, β, γ, 68 του ν. 4194/2013), όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την κρινόμενη αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δεκατριών χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα ευρώ (13.840,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24-02-2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα την 12-03-2021 με άλλη σύνθεση, αποτελούμενη από τους ίδιους Πρωτοδίκες και Πρόεδρο την Ελένη Χαλαβαζή, Πρόεδρο Πρωτοδικών, λόγω προαγωγής της Προέδρου Γεωργίας Ασσυχίδου στον βαθμό του Εφέτη, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]