ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Δ. του Β., κατοίκου Δήμου ... Π.Ε. Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζερβά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Τ. του Α., κατοίκου δημοτικής κοινότητας και ενότητας ... Π.Ε. Κοζάνης, ατομικώς και ως ασκούσης την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Β. του Δ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-4-2018 και 7-5-2018 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4777/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2008/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, Τ. , με την από 3-4-2018 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Δ. , ζήτησε να ανατεθεί αποκλειστικά σ’ αυτήν η επιμέλεια του ανηλίκου άρρενος τέκνου που απέκτησε από το γάμο της με τον εναγόμενο, διότι τούτο επιβάλλεται από το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου μετά την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ως υπαίτιος της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, να της καταβάλει στην αρχή κάθε μήνα και για διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής για την κάλυψη των αναγκών διατροφής της το ποσό των 400 ευρώ, ενώ με τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή διατροφής, που άσκησε για λογαριασμό του εκπροσωπούμενου από αυτή ως άνω ανήλικου τέκνου της, το οποίο διαμένει μαζί της, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος πατέρας του ανηλίκου να της καταβάλει στην αρχή κάθε μήνα και για διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, ως συνεισφορά στη διατροφή του, το ποσό των 1.200 ευρώ. Στη συνέχεια, ο άνω εναγόμενος με την από 7-5-2018 αντίθετη αγωγή του, ζήτησε να ανατεθεί αποκλειστικά σε αυτόν η επιμέλεια του ανήλικου άρρενος τέκνου, που απέκτησε από το γάμο του με την εναγόμενη, άλλως να ανατεθεί από κοινού σε αμφότερους τους γονείς η επιμέλεια του ως άνω ανηλίκου τέκνου τους, με εναλλάξ ανά μήνα παραμονή του ανηλίκου στην οικία εκάστου από αυτούς, διότι τούτο επιβάλλεται από το αληθινό συμφέρον του τέκνου τους μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, άλλως δε και όλως επικουρικά να ρυθμιστεί το δικαίωμα της επικοινωνίας του με το παραπάνω τέκνο τους κατά τον αναφερόμενο σ’ αυτή τρόπο, ενώ με τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή διατροφής, που άσκησε για λογαριασμό του ως άνω ανηλίκου τέκνου αυτού και της εναγομένης, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει την πρώτη ημέρα κάθε μήνα και για διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, ως συνεισφορά στη διατροφή αυτού το ποσό των 80 ευρώ, άλλως ποσοστό 30% επί του ποσού που θα κριθεί ότι απαιτείται για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών του ανηλίκου. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε, κατόπιν συνεκδίκασής τους, η υπ’ αριθμό 4777/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τις έκανε εν μέρει δεκτές, ανέθεσε την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην ενάγουσα της πρώτης αγωγής μητέρα αυτού, υποχρέωσε τον εναγόμενο στην παραπάνω αγωγή να καταβάλει στην ενάγουσα για διατροφή της ιδίας το ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως και ως συνεισφορά στη διατροφή του ως άνω τέκνου τους το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως και ρύθμισε το δικαίωμα της επικοινωνίας του ενάγοντας στην δεύτερη αγωγή με το παραπάνω τέκνο του κατά τον αναφερόμενο σ’ αυτήν τρόπο. Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε ο εναγόμενος – ενάγων την με αρ. κατ. ....../2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2008/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή καθ’ ολοκληρίαν ως ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο εναγών με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Με το ν. 4800/2021 (ΦΕΚ Α' 81/21-5-2021) περί "Μεταρρυθμίσεων αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις" και δη με τα Κεφάλαια A και Β αυτού αντικαθίσταται ή τροποποιείται σειρά διατάξεων του ενδέκατου Κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα για τις σχέσεις γονέων και τέκνων και ιδίως για τα θέματα της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων (άρθρα 1510-1541 του Αστικού Κώδικα), ως ίσχυαν, ιδίως μετά τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η οποία συντελέστηκε με το ν. 1329/1983, και εναρμόνισε τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος για την ισότητα των φύλων και προς το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία της παιδικής ηλικίας. Η ισχύς του νόμου αυτού, ως προς τα ανωτέρω Κεφάλαια, άρχισε από τις 16-9-2021 (Κεφάλαιο Η' άρθρο 30), ενώ, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 18 (Κεφάλαιο Ε'), τα Κεφάλαια Β' και Γ' εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου, αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Το Κεφάλαιο Α, υπό τον τίτλο "Σκοπός και Αντικείμενο", ορίζει ότι "Ο παρών νόμος αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντος το τέκνου δια της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων κατά την ανατροφή του και την εκπλήρωση της ευθύνης τους έναντι αυτού. Οι διατάξεις του ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, που δεσμεύουν τη Χώρα, ιδίως με τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992 και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), που κυρώθηκε με το ν. 4531/2018. Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 1510 παρ.1, 1511 παρ.1 και 2, 1513 παρ.1 εδ.α' και 1514 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 5, 7 και 8 του Ν. 4800/21.05.2021 ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 1510 παρ.1 ότι "Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση'" της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του", στο άρθρο 1511 ότι "Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου" (παρ. 1) και «Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο» (παρ. 2), στο άρθρο 1513 παρ.1 εδ.α' ότι "Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα" και στο άρθρο 1514 ότι "1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα. Το ανωτέρω έγγραφο ισχύει τουλάχιστον για δύο(2) έτη και παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή του. 2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. 3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση: α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ' ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου, γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή. Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γονικής μέριμνας". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513 και 1514 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1518 και 1520 Α.Κ., συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει, ιδίως, την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επιπλέον δε, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορά στο πρόσωπο ή στην περιουσία του. Σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, ωστόσο, οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Με την εν λόγω ρύθμιση, η οποία βρίσκεται σε αρμονία με τη διάταξη του άρθρου 1510 εδαφ. α' του Α.Κ., που αναφέρεται στην έγγαμη συμβίωση, καθιερώνεται εκ του νόμου η κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, ακόμη και αν δεν υπάρχει συμφωνία των γονέων ή απόφαση του δικαστηρίου. Με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 1513 του Α.Κ., η συνέχιση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μπορεί να αποκλειστεί, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1514 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και όχι σε κάθε περίπτωση. Με την έννοια αυτή, η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, σύμφωνα με το νέο δίκαιο είναι υποχρεωτική, αφού ισχύει εκ του νόμου και ανεξάρτητα από το εάν τη θέλουν οι γονείς. Με τον όρο “εξακολουθούν" καταφάσκεται η αναγκαιότητα αδιατάρακτης και αδιάκοπης διαβίωσης του ανηλίκου, υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες ζούσε πριν από το χωρισμό των γονέων του και, ιδίως, αυτές που αφορούν στις μεθόδους και στη φιλοσοφία ανατροφής, διαπαιδαγώγησης, εκπαίδευσής του, τις επιλογές ως προς τις εξωσχολικές του δραστηριότητες, την ψυχαγωγία του και τις κοινωνικές του συναναστροφές, αφού η διάσταση, το διαζύγιο, η διακοπή της συμβίωσης ή η ακύρωση του γάμου των γονέων του, δεν πρέπει να μεταβάλουν τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου, η οποία πρέπει να ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς, καθόσον βασικός σκοπός είναι η ψυχική υγεία του ανήλικου τέκνου, η ομαλή ένταξή του στο κοινωνικό περιβάλλον και η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Με τον όρο "εξίσου" αποδίδεται η θεμελιώδης αρχή του οικογενειακού δικαίου, η οποία εισήχθη με το ν. 1329/1983 και εναρμόνισε, στο θέμα τούτο, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς τα άρθρα 4 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, περί της ισότιμης συμβολής και των δύο γονέων στην ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση του τέκνου και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω όρος δεν έχει την έννοια της «ισόχρονης» κατανομής της διαμονής του τέκνου στις οικίες και των δύο γονέων, η οποία άλλωστε εξαρτάται από συγκεκριμένους βιοτικούς ή και συγκυριακούς παράγοντες και η οποία ούτε και υπό το καθεστώς της έγγαμης συμβίωσης είναι δεδομένη, αλλά σημαίνει την εξακολούθηση της κοινής τους ευθύνης στην ανατροφή του τέκνου τους, η οποία εκφράζεται με την ισότιμη συμμετοχή' τους στις κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν την επιμέλεια του ανηλίκου, τη διοίκηση της περιουσίας του, την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορούν το ίδιο ή την περιουσία του και την εν γένει επίλυση των καθημερινών προβλημάτων του. Για τη λήψη της απόφασης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του για την άσκηση της γονικής μέριμνας. Με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1514 του Α.Κ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων δεν είναι δυνατή, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων, η ρύθμιση αυτής γίνεται από το δικαστήριο, ενώ, ως περιπτώσεις διαφωνίας αναφέρονται, ενδεικτικά ("ιδίως"), οι περιπτώσεις που ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει στη γονική μέριμνα ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησής της, ή αν συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου, ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του τέκνου και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το "βέλτιστο συμφέρον του τέκνου", που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητα και υπεύθυνη προσωπικότητα. Ο όρος "βέλτιστο συμφέρον" κατ' ουσίαν αποδίδει την προϊσχύσασα έννοια του "συμφέροντος του τέκνου" και, επομένως, δεν εισάγεται διαφοροποίηση σε σχέση με το προϊσχύσαν δίκαιο, ως προς την έννοια και το περιεχόμενο της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του παιδιού. Ως τέτοιο (συμφέρον του παιδιού) νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας παρέχονται, για πρώτη φορά, από το νομοθέτη (άρθρο 1511 παρ. 2), εκ των προτέρων, προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις, εξαιτίας του φύλου, του σεξουαλικού του προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής οικονομικής κατάστασής τους. Τα κριτήρια αυτά (η ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, η συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, η συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις κλπ) αναδεικνύονται από το νομοθέτη και ισχυροποιούνται έναντι άλλων, χωρίς, ωστόσο, να δεσμεύουν το δικαστήριο, ως προς την ιεράρχηση ή την υιοθέτησή τους, στο σύνολό τους. Το κανονιστικό νόημα της αόριστης νομικής έννοιας υπερτερεί έναντι άλλου έννομου συμφέροντος, κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας (λ.χ. του συμφέροντος των γονέων, των απώτερων ανιόντων, τρίτων προσώπων που έρχονται σε επαφή με το παιδί). Γνώμονας για τη σχετική απόφαση του δικαστηρίου είναι μόνο το συμφέρον του ανήλικου παιδιού, όπως τούτο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Η εξατομικευμένη κρίση συνιστά και εφαρμογή της επιταγής του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία αποκλείει τη στερεότυπη αντιμετώπιση, ως προς την αξιολόγηση ατόμων και προσωπικών σχέσεων. Έτσι, κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, υπό καθεστώς ηρεμίας και ασφάλειας, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του, ενώ μεγάλης σημασίας είναι και η, κατά το δυνατό, μικρότερη διατάραξη του μέχρι τούδε τρόπου ζωής του παιδιού, έτσι ώστε να διαφυλαχθεί, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος του, δεδομένου ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής, έχει ήδη κλονίσει την ψυχική ισορροπία και την αίσθηση ασφάλειας του τέκνου. Η μικρή ηλικία του ανήλικου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές, παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την πρώιμη νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται υπεροχή στη μητέρα, ενώ, για το μεταγενέστερο χρόνο, αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού ωριμότητάς του, εφόσον αυτή είναι προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου. Πρέπει, εξάλλου, να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το βέλτιστο συμφέρον του. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής, το συμφέρον του ανηλίκου μπορεί να επιβάλει να συμβιώνει τόσο με τη μητέρα του όσο και με τον πατέρα του και, ακολούθως, εφόσον έτσι προκαλείται η μικρότερη δυνατή διατάραξη του τρόπου ζωής του, να ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας αυτού από κοινού στη μητέρα και τον πατέρα του, δηλαδή, να γίνεται χρονική (ή εναλλασσόμενη) κατανομή αυτής ανάμεσα στους δύο γονείς ενώ και η γονική μέριμνα να ανήκει από κοινού και στους δύο, οι οποίοι θα οφείλουν να φροντίζουν για την ομαλή ανάπτυξη και το καλό του τέκνου τους από κοινού. Η έλλειψη δε συνεργασίας των γονέων δεν πρέπει να συνιστά εμπόδιο επιλογής της χρονικής κατανομής της επιμέλειας. Επίσης, η τυχόν εξάρτηση της χρονικά κατανεμημένης γονικής μέριμνας ή επιμέλειας από τη διάθεση συνεργασίας των γονέων αποδυναμώνει τη συγκεκριμένη λύση, διότι αφήνει τη δυνατότητα στο γονέα, που είναι περισσότερο συναισθηματικά δεμένος με τα παιδιά, να τα επηρεάσει σε βάρος του άλλου γονέα και να επιτύχει, μέσω της άρνησής του να συνεργαστεί για μια τέτοια λύση, το μείζον, ήτοι να ασκεί αυτός αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των τέκνων, περιθωριοποιώντας τον άλλο γονέα. Για το σκοπό αυτό, λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα και υπευθυνότητα κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Διάκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ της χρονικής κατανομής της άσκησης της επιμέλειας μεταξύ των γονέων και της εναλλασσόμενης διαμονής (κατοικίας) του τέκνου.
Η πρώτη συνιστά μορφή κατανομής της άσκησης της γονικής μέριμνας με περιοδικότητα και συνεπάγεται ότι το παιδί έχει εναλλασσόμενη κατοικία στον τόπο κατοικίας του γονέα του, ο οποίος, στο πλαίσιο αυτό, ασκεί μόνος του, κάθε φορά, τις πράξεις επιμέλειας του παιδιού για όλα τα θέματα, με εξαίρεση εκείνα που αφορούν στον πυρήνα, κατ' άρθρο 1519 παρ. 1 του Α.Κ. Αντιθέτως, η εναλλασσόμενη διαμονή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο αυτοτελώς, χωρίς την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, οπότε οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν άπό κοινού την επιμέλεια του παιδιού (συνεπιμέλεια) (ΑΠ 535/2022, Α.Π. 1186/2021, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1135/2020, ΑΠ 358/2019). Εφόσον δε, ενόψει των ανωτέρω, το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 78/2023, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1175/2020). Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ αν η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, υπόκειται σε αναίρεση κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 119/2023, ΑΠ 157/2022, ΑΠ 196/2022). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της και για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση αποδεικτικών των μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι Τ. και Δ. τέλεσαν νόμιμο γάμο στο ... Κοζάνης στις 25-2-2017 και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε στις 20-7-2017. Η έγγαμη συμβίωσή τους υπήρξε εξ αρχής προβληματική και διακόπηκε οριστικά στις 23-10-2017 με την αποχώρηση της Τ. από την οικογενειακή στέγη και την εγκατάστασή της στην οικία των γονέων της στη ... Κοζάνης στην οποία έκτοτε διαμένει μαζί με το ανήλικο τέκνο τους. Ο Δ. εξακολούθησε για ένα διάστημα να διαμένει στο διαμέρισμα που αποτελούσε την άλλοτε οικογενειακή στέγη επί της οδού ..... αρ. .... στην ... Θεσσαλονίκης, το οποίο του ανήκει κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, στη συνέχεια δε εγκαταστάθηκε στην οικία της υπέργηρης μητέρας του στην περιοχή ... της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να τη φροντίζει. Το ανήλικο τέκνο των διαδίκων πάσχει από τη γέννησή του από κυστεοουρητική παλινδρόμηση, πάθηση που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα λόγω και των επεισοδίων ουρολοίμωξης που προκαλεί, ενώ περαιτέρω έχει ατοπικό προφίλ, με αποτέλεσμα να εμφανίζει κατά καιρούς εκζέματα στο δέρμα του, τα οποία χρήζουν περιποίησης με ειδικές αλοιφές. Η ενάγουσα είναι φιλόστοργη μητέρα, περιβάλλει το τέκνο της με αμέριστη αγάπη, αφοσίωση και ενδιαφέρον και ανταποκρίνεται πλήρως στο γονεϊκό της ρόλο, όσον αφορά τη φροντίδα, την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση του τέκνου της, στο οποίο παρέχει περαιτέρω ένα ήρεμο, σταθερό και ασφαλές περιβάλλον για να αναπτυχθεί. Ο ανήλικος απολαμβάνει την αγάπη και την προστασία που του παρέχει η μητέρα του τυχόν δε απομάκρυνσή του από αυτή και το γνώριμο περιβάλλον στο οποίο διαβιοί σχεδόν από τη γέννησή του θα του δημιουργούσε, ενόψει της πολύ μικρής ηλικίας που διανύει, αναμφίβολα αισθήματα ανασφάλειας και αβεβαιότητας και θα διατάρασσε την ομαλή πορεία της ανάπτυξής του και την ισορροπία των ρυθμών διαβίωσής του με αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχισμό του. Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι η πλέον κατάλληλη να ασκήσει στην παρούσα φάση το λειτουργικό καθήκον της επιμέλειας του προσώπου του ανήλικου είναι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη μητέρα του, η οποία έχει έως τώρα πλήρως ανταποκριθεί στον παραπάνω ρόλο, χωρίς ωστόσο να αμφισβητούνται τα αισθήματα αγάπης και η ικανότητα του εκκαλούντος πατέρα του ανηλίκου να ανταποκριθεί στο γονεϊκό αυτό καθήκον. Η ανάθεση της επιμέλειας στη μητέρα δεν στηρίζεται σε προκαταλήψεις και κοινωνικά στερεότυπα όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών, αλλά στην αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, όπως αυτά ανωτέρω παρατίθενται, με γνώμονα πάντα το συμφέρον του τέκνου και την ομαλή ανάπτυξή του. Το γεγονός εξάλλου ότι το ανήλικο λόγω του προβλήματος υγείας που παρουσιάζει έχει ανάγκη να παρακολουθείται από εξειδικευμένους ιατρούς στο Νοσοκομείο «Ιπποκράτειο» της Θεσσαλονίκης όταν υφίσταται ανάγκη προς τούτο δεν αποτελεί από μόνο του λόγο ανάθεσης της επιμέλειας του προσώπου του στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα πατέρα, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται, καθόσον η μετάβαση για εξειδικευμένη νοσηλεία από τη ... στη Θεσσαλονίκη και ευχερής είναι και πραγματοποιείται από την εναγομένη ενάγουσα μητέρα του ανηλίκου, όταν αυτό χρειάζεται. Η ανάθεση, εξάλλου, από κοινού της επιμέλειας και στους δύο γονείς, οι οποίοι διαμένουν σε διαφορετικές πόλεις, θα απέβαινε σε βάρος του ανηλίκου, αφού δεν μπορεί να εξασφαλίσει την απαιτούμενη για την ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη σταθερότητα των συνθηκών διαβίωσής του. Επιπλέον προβλέπεται ότι θα δημιουργήσει σωρεία πρακτικών ζητημάτων και αδυναμία λήψης αποφάσεων, καθόσον η από κοινού επιμέλεια απαιτεί μία συνεργασία μεταξύ των γονέων, ώστε να μπορούν να αποφασίζουν απρόσκοπτα και νηφάλια για τα τρέχοντα θέματα της καθημερινότητας του τέκνου, συνθήκες που εν προκειμένω δεν υφίστανται λόγω των οξυμένων μεταξύ τους σχέσεων. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που ανέθεσε αποκλειστικά στην ενάγουσα μητέρα την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου αυτής και του εναγομένου [ήδη εκκαλούντος] ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο τελευταίος με το σχετικό λόγο της έφεσής του. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αναθέσει αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη την επιμέλεια του τέκνου των διαδίκων και είχε απορρίψει τα αιτήματα της αγωγής του ιδίου (αναιρεσείοντος) να ανατεθεί αποκλειστικά σ' αυτόν η άσκηση της γονικής μέριμνας, άλλως να ανατεθεί η επιμέλεια από κοινού στον ίδιο και την αναιρεσίβλητη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την κρίση του ότι το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει να έχει αποκλειστικά την επιμέλεια του προσώπου του η αναιρεσίβλητη μητέρα του, αποκλεισμένης τόσο της από κοινού επιμέλειας, λόγω των οξυμένων σχέσεων των διαδίκων και της αδυναμίας συνεργασίας και σύμπραξης μεταξύ τους, όσο και της εφαρμογής κατανεμημένης επιμέλειας, λόγω της πολύ μικρής ηλικίας του ανηλίκου και της εγκατάστασης των διαδίκων σε διαφορετικές πόλεις, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ακόλουθες παραδοχές α) ότι οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στο ...Κοζάνης στις 25-2-2017 και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε στις 20-7-2017, β) ότι η έγγαμη συμβίωσή τους υπήρξε εξ αρχής προβληματική και διακόπηκε οριστικά στις 23-10-2017 με την αποχώρηση της Τ. από την οικογενειακή στέγη και την εγκατάστασή της στην οικία των γονέων της στη ... Κοζάνης στην οποία έκτοτε διαμένει μαζί με το ανήλικο τέκνο τους, γ) ότι ο Δ. εξακολούθησε για ένα διάστημα να διαμένει στο διαμέρισμα που αποτελούσε την άλλοτε οικογενειακή στέγη επί της οδού ..... αρ. ... στην... Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια δε εγκαταστάθηκε στην οικία της υπέργηρης μητέρας του στην περιοχή ... της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να τη φροντίζει, δ) ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων πάσχει από τη γέννησή του από κυστεοουρητική παλινδρόμηση, πάθηση που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα λόγω και των επεισοδίων ουρολοίμωξης που προκαλεί, ενώ περαιτέρω έχει ατοπικό προφίλ, με αποτέλεσμα να εμφανίζει κατά καιρούς εκζέματα στο δέρμα του, τα οποία χρήζουν περιποίησης με ειδικές αλοιφές, ε) ότι η ενάγουσα είναι φιλόστοργη μητέρα, περιβάλλει το τέκνο της με αμέριστη αγάπη, αφοσίωση και ενδιαφέρον και ανταποκρίνεται πλήρως στο γονεϊκό της ρόλο, όσον αφορά τη φροντίδα, την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση του τέκνου της, στο οποίο παρέχει περαιτέρω ένα ήρεμο, σταθερό και ασφαλές περιβάλλον για να αναπτυχθεί, στ) ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων απολαμβάνει την αγάπη και την προστασία που του παρέχει η μητέρα του, τυχόν δε απομάκρυνσή του από αυτή και το γνώριμο περιβάλλον στο οποίο διαβιοί σχεδόν από τη γέννησή του θα του δημιουργούσε, ενόψει της πολύ μικρής ηλικίας που διανύει, αναμφίβολα αισθήματα ανασφάλειας και αβεβαιότητας και θα διατάρασσε την ομαλή πορεία της ανάπτυξής του και την ισορροπία των ρυθμών διαβίωσής του με αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχισμό του, ζ) ότι το γεγονός ότι το ανήλικο λόγω του προβλήματος υγείας που παρουσιάζει έχει ανάγκη να παρακολουθείται από εξειδικευμένους ιατρούς στο Νοσοκομείο «Ιπποκράτειο» της Θεσσαλονίκης, όταν υφίσταται ανάγκη προς τούτο, δεν αποτελεί από μόνο του λόγο ανάθεσης της επιμέλειας του προσώπου του στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα πατέρα, καθόσον η μετάβαση για εξειδικευμένη νοσηλεία από τη ... στη Θεσσαλονίκη και ευχερής είναι και πραγματοποιείται από την εναγόμενη ενάγουσα μητέρα του ανηλίκου, όταν αυτό χρειάζεται, και η) ότι ανάθεση από κοινού της επιμέλειας και στους δύο γονείς, οι οποίοι διαμένουν σε διαφορετικές πόλεις, θα απέβαινε σε βάρος του ανηλίκου, αφού δεν μπορεί να εξασφαλίσει την απαιτούμενη για την ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη σταθερότητα των συνθηκών διαβίωσής του, επιπλέον δε προβλέπεται ότι θα δημιουργήσει σωρεία πρακτικών ζητημάτων και αδυναμία λήψης αποφάσεων, καθόσον η από κοινού επιμέλεια απαιτεί μία συνεργασία μεταξύ των γονέων, ώστε να μπορούν να αποφασίζουν απρόσκοπτα και νηφάλια για τα τρέχοντα θέματα της καθημερινότητας του τέκνου, συνθήκες που εν προκειμένω δεν υφίστανται λόγω των οξυμένων μεταξύ τους σχέσεων. Από τις παραδοχές αυτές συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα τα προαναφερθέντα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την υπερέχουσα καταλληλότητα της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρεσείοντος για την ανάθεση σ' εκείνη της αποκλειστικής άσκησης της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, πρωτίστως, με αποκλειστικό γνώμονα το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου τέκνου, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες αυτού. Οι παραδοχές δε αυτές δικαιολογούν την απόρριψη του σχετικού αιτήματος της αγωγής του ενάγοντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί ανάθεσης αποκλειστικά σ' αυτόν της άσκησης της γονικής μέριμνας, άλλως ανάθεσης της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, από κοινού, στον ίδιο και την αναιρεσίβλητη. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών και δη αιτιολογία σχετική με το περιεχόμενο του ψηφίσματος 2079/2015 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, με το οποίο το Συμβούλιο καλεί τα κράτη μέλη να εισάγουν στη νομοθεσία τους την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας των παιδιών μετά το χωρισμό των γονέων τους, αφού άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, και με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 4800/21.05.2021, που ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, που δεσμεύουν τη Χώρα, ιδίως με τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992 και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), που κυρώθηκε με το ν. 4531/2018, το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ' ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, έχοντας πάντα ως κατευθυντήρια γραμμή το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, όπως εν προκειμένω που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο το συμφέρον του τέκνου επέβαλε την ανάθεση της επιμέλειάς του αποκλειστικά στη μητέρα του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του συμφέροντος του τέκνου, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, και ειδικότερα επειδή δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί είναι προς το συμφέρον του το τέκνο να μένει μόνιμα με τη μητέρα του και όχι να μοιράζεται ο χρόνος του ισομερώς ανάμεσα και στους δύο εξίσου ικανούς προς επιμέλεια γονείς, είναι αβάσιμος.
Οι διατάξεις του άρθρου 1520 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν 4800/21.05.2021 και οι οποίες (διατάξεις), δυνάμει του άρθρου 18 του ίδιου Νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του (16.09.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως στην προκειμένη υπόθεση, ορίζουν τα εξής: " Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση. Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου. Αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για τη διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους ανώτερους ανιόντες και τους αδελφούς του, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους που έχουν αναπτύξει μαζί του κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης, εφόσον με την επικοινωνία εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου. Τα σχετικά με την επικοινωνία ζητήματα καθορίζονται ειδικότερα είτε με έγγραφη συμφωνία των γονέων είτε από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται και η παρ. 4 του άρθρου 1511. Όταν συντρέχει περίπτωση κακής ή καταχρηστικής, άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο τη μεταρρύθμιση της επικοινωνίας". Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ελάχιστο τεκμήριο χρόνου επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, που συμβάλλει στην ενίσχυση των μεταξύ τους δεσμών και σχέσεων, στην ομαλή ψυχική και πνευματική ανάπτυξη του τέκνου και στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του. Η ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας από το δικαστήριο γίνεται με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου. Τούτο αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περιπτώσεως. Για να κριθεί τι αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν βάσει αξιολογικών κριτηρίων που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου, θα ληφθούν υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. Για τη διαπίστωσή του δε, θα ληφθούν υπόψη και θα αξιολογηθούν όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς να επιδρά στην απόφαση κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, η τυχόν υπαιτιότητα του γονέα στη διακοπή της συμβιώσεως, οι προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες θα ασκείται αυτή η προσωπική επικοινωνία. Το δικαστήριο, επίσης, με την απόφασή του μπορεί να επιβάλει, εφόσον είναι αναγκαίο για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου, περιορισμούς στην άσκηση της επικοινωνίας, οι οποίοι μπορούν να αναφέρονται στον τόπο και τον χρόνο της επικοινωνίας, την παρουσία τρίτων προσώπων κατά τη διάρκειά της ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία με ιδιαίτερο τρόπο, λόγω ειδικών περιστάσεων (ΑΠ 156/2023, ΑΠ 1023/2020, ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 58/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την από 7.5.2018 αγωγή του ζήτησε, επικουρικά, να ρυθμιστεί το δικαίωμα της επικοινωνίας του με το παραπάνω τέκνο του και δη κατά τις αναφερόμενες ημέρες και ώρες, μεταξύ των οποίων κάθε δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα κάθε μήνα, από Παρασκευή ώρα 18.00 έως Κυριακή ώρα 17.00, συναφώς δε ζήτησε να παραλαμβάνει το τέκνο του εναλλάξ τη μία εβδομάδα στην οικία της μητέρας του στη Θεσσαλονίκη, όπου και θα το παραδίδει μετά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του, ενώ την επόμενη εβδομάδα θα το παραλαμβάνει από την οικία της εναγομένης στη ... όπου και θα το παραδίδει, κατά τις ως άνω ημέρες και ώρες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος και ρύθμισε την επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο του κατά τις αναφερόμενες ημέρες και ώρες, ορίζοντας μάλιστα ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο εναγόμενος θα παραλαμβάνει το τέκνο του από την οικία της μητέρας του στη ... Κοζάνης, όπου και θα το παραδίδει μετά τη λήξη της επικοινωνίας. Ο αναιρεσείων με την υπ’ αρ. κατ. ....../2019 έφεσή του κατά της άνω απόφασης παραπονέθηκε και για την τελευταία αυτή κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένα όρισε ως τόπο παραλαβής και παράδοσης του τέκνου για αμφότερες τις εβδομάδες του μήνα τη ... Κοζάνης, ενώ αν ορθά έκρινε θα έπρεπε να ορίσει ως τόπο παραλαβής και παράδοσης του τέκνου κάθε δεύτερη εβδομάδα τη Θεσσαλονίκη. Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης του αναιρεσείοντος με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: « Με την ίδια απόφαση ρυθμίστηκε και το αναφαίρετο δικαίωμα του εκκαλούντος πατέρα του τέκνου με αυτό, οριζομένου μεταξύ άλλων ότι ο ενάγων θα παραλαμβάνει το τέκνο του από την οικία της μητέρας αυτού στη ... Κοζάνης κατά την έναρξη της επικοινωνίας και θα το επιστρέφει εκεί κάθε δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα κάθε μήνα από ώρα 18.00 της Παρασκευής μέχρι 17.00 της Κυριακής. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όρισε ως τόπο παραλαβής και παράδοσης του τέκνου για αμφότερες τις εβδομάδες του μήνα τη .... Κοζάνης, ενώ αν ορθά έκρινε θα έπρεπε να ορίσει ως τόπο παραλαβής και παράδοσης του τέκνου κάθε δεύτερη εβδομάδα τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε η αναγκαιότητα της παραπάνω διαφοροποίησης, πολλώ δε μάλλον τη στιγμή που η επικοινωνία αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντας πατέρα που γίνεται με την επιμέλεια αυτού, εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι που επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση, που εν προκειμένω δεν αποδείχθηκαν, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης». Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ζήτημα του καθορισμού του τόπου παραλαβής και παράδοσης του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στον πατέρα του, αφού διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1520 του ΑΚ, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4800/2021 και ορίζουν ότι τα σχετικά με την επικοινωνία ζητήματα καθορίζονται ειδικότερα είτε με έγγραφη συμφωνία των γονέων είτε από το δικαστήριο, καθόσον, ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε η αναγκαιότητα της αιτούμενης διαφοροποίησης και δη να ορισθεί ως τόπος παραλαβής και παράδοσης του τέκνου κάθε δεύτερη εβδομάδα η Θεσσαλονίκη, ήτοι η κατοικία του αναιρεσείοντος, ενόψει και του ότι δεν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι που επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση. Το ότι δε είχε γίνει δεκτό ότι η μετάβαση για εξειδικευμένη νοσηλεία του ανηλίκου από τη .... στη Θεσσαλονίκη είναι ευχερής και πραγματοποιείται από την μητέρα του ανηλίκου, όταν αυτό χρειάζεται, δεν σημαίνει ότι έπρεπε να ορισθεί ως τόπος παραλαβής και παράδοσης του τέκνου κάθε δεύτερη εβδομάδα η Θεσσαλονίκη, ενόψει και του ότι η μετάβαση για νοσηλεία του τέκνου στη Θεσσαλονίκη γίνεται όταν υφίσταται ανάγκη προς τούτο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το άνω ζήτημα του τόπου παράδοσης και παραλαβής του τέκνου για την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα του με αυτό, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 1391 παρ. 1 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο σύζυγος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον πληρώνεται σε χρήμα και προκαταβάλλεται κάθε μήνα, προκύπτει ότι προϋπόθεση για την καταβολή σε χρήμα της, κατά το άρθρο 1390 του ίδιου κώδικα, οφειλόμενης διατροφής του συζύγου αποτελεί η από τον δικαιούχο διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως από εύλογη γ' αυτόν αιτία. Το εύλογο ή μη της αιτίας διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως κρίνεται κυρίως ενόψει: α) του περιεχομένου της κατά το άρθρο 1386 του ΑΚ αμοιβαίας υποχρεώσεως των συζύγων για συμβίωση "εφόσον η σχετική αξίωση δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος" και β) των εισαγομένων με το άρθρο 1387 του ίδιου κώδικα αρχών ρυθμίσεως του συζυγικού βίου, ότι "οι σύζυγοι αποφασίζουν από κοινού για κάθε θέμα του συζυγικού βίου και η ρύθμιση από τους συζύγους του κοινού τους βίου πρέπει να μην εμποδίζει την επαγγελματική και την υπόλοιπη δραστηριότητα του καθενός από αυτούς και να μην παραβιάζει τη σφαίρα της προσωπικότητάς του". Θα πρέπει δε η εύλογη αιτία, υπαίτια ή ανυπαίτια, να αναφέρεται στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή στο πρόσωπο και των δύο, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στο αντικειμενικά πρόσφορο για τη διακοπή της έγγαμης σχέσεως γεγονός καθ' εαυτό και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο (ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 773/2014, ΑΠ 1028/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 εδ. 2 και 1495 ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής. Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή (ΟλΑΠ 9/1991), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ. ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβιώσεως από παράπτωμα του δικαιούχου (ΑΠ 540/2023, ΑΠ 666/2022, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 528/2018). Τέλος, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι το μέτρο της μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως οφειλόμενης στο δικαιούχο διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση, λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των οποίων και η περιουσία. Δεν απαιτείται δε να αναφέρεται στην αγωγή ούτε στην απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή λόγω διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως η αποτίμηση της συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων που προσδιορίζουν την αναλογία συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους στη διατροφή του δικαιούχου ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, καταλυτικής εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 528/2018, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 1028/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Επίσης αποδείχθηκε ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε εξαιτίας της προσβλητικής και όλως απαξιωτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου προς την ενάγουσα, την οποία δεν αντιμετώπιζε ως ισότιμη σύζυγο, αλλά επιθυμούσε να τη χειραγωγεί και να την ελέγχει προβάλλοντας την οικονομική του υπεροχή και την ιατρική του ιδιότητα, ενώ περαιτέρω αμφισβητούσε την ικανότητά της να αποφασίζει για τον εαυτό της και το τέκνο και έθετε περιορισμούς στις συναναστροφές της με πρόσωπα του οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος, φθάνοντας στο σημείο να της απαγορεύσει ακόμη και να παρευρεθεί στη βάπτιση του τέκνου του αδελφού της.... Ο εναγόμενος είναι στρατιωτικός ιατρός με την ειδικότητα του ορθοπεδικού χειρουργού. Εργάζεται ως ιατρός στο .... Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα διατηρεί και ιδιωτικό ιατρείο, το οποίο στεγάζει σε ιδιόκτητο χώρο επί της οδού .... αρ..... στην ... Θεσσαλονίκης, όπου απασχολείται τρεις φορές την εβδομάδα. Τα ετήσια εισοδήματα από την εργασία του ανήλθαν το έτος 2016 σε 29.434 ευρώ και το έτος 2017 σε 30.012 ευρώ ήτοι επιμεριζόμενα σε 2.500 ευρώ μηνιαίως. Ο ίδιος είναι αποκλειστικός κύριος του διαμερίσματος που αποτελούσε την άλλοτε οικογενειακή στέγη, επί της οδού ..... αρ. ..., στην.... Θεσσαλονίκης, εμβαδού 53 τμ, το οποίο είναι προς το παρόν απρόσοδο, πλην όμως θα μπορούσε να εκμισθωθεί αντί μηνιαίου μισθώματος τουλάχιστον 350 ευρώ. Περαιτέρω, είναι αποκλειστικός κύριος, ως προελέχθη, του διαμερίσματος που στεγάζει το ιατρείο του, επί της οδού ..... αρ. ....., εμβαδού 69,84 τμ και συγκύριος σε ποσοστό 22,5% εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος εμβαδού 93 τμ επί της οδού .... αρ. ... στη Θεσσαλονίκη και σε ποσοστό 9,37% μίας μονοκατοικίας στο Δήμο ... Μεσσηνίας. Επίσης είναι συγκύριος αγροτεμαχίων στον ίδιο Δήμο καθώς και δύο επιπλέον αγροτεμαχίων στην ... Σερρών και στον .. αντίστοιχα, τα οποία όμως δεν αποδείχθηκε ότι του αποφέρουν κάποιο εισόδημα. Τέλος, είναι κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής BMW 1596 κ.ε., με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 1999, το οποίο χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις του. Ο ίδιος διαμένει στην οικία της μητέρας του και συνεπώς δεν βαρύνεται με δαπάνες ενοικίου. Η ενάγουσα, η οποία είναι φιλόλογος, πριν από το γάμο της εργαζόταν δυνάμει σύμβασης μίσθωσης έργου ωρομίσθιου εκπαιδευτικού, που είχε συνάψει με το Ίδρυμα Νεολαίας και Δια Βίου Μάθησης. Μέρος της αμοιβής της ύψους 730 ευρώ εισέπραξε το έτος 2016, ενώ το υπόλοιπο ποσό ύψους 1.335 ευρώ το εισέπραξε το έτος 2017 κατά το οποίο και καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης με τον εναγόμενο δεν εργαζόταν, συμμετείχε δε στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών με το ποσό των 320 ευρώ που εισέπραττε από την εκμίσθωση ενός ακινήτου ιδιοκτησίας των γονέων της κατά παραχώρηση των τελευταίων. Στις 12-12-2017 η ενάγουσα σύναψε νέα εξάμηνη σύμβαση μίσθωσης έργου με το ανωτέρω ίδρυμα σε εκτέλεση της οποίας εργάσθηκε ως ωρομίσθια καθηγήτρια της Ελληνικής Γλώσσας σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας στο Αμύνταιο Φλώρινας. Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής η ενάγουσα εργάστηκε συνολικά 135 ώρες και έλαβε ως καθαρή αμοιβή το ποσό των 2041 ευρώ. Άλλα εισοδήματα ή περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι έχει η ενάγουσα. Ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι γονείς της ενάγουσας εξακολουθούν να της καταβάλουν το μίσθωμα των 320 ευρώ, ούτε περαιτέρω ότι εργάζεται στην ξενοδοχειακή επιχείρηση που εκμεταλλεύεται ο αδελφός της στη ... Κοζάνης. Μετά τη λήξη της παραπάνω σύμβασης η ενάγουσα δεν εργάζεται, πλην όμως μπορεί αξιοποιώντας την εργασιακή της ικανότητα, τις γνώσεις της και την εργασιακή εμπειρία που διαθέτει, να εργαστεί και να αποκερδαίνει κατ’ ελάχιστο το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ακόμη και αν δεν το αποκτά, ενώ έχει τη δυνατότητα προς τούτο, συνυπολογίζεται κατά τον προσδιορισμό των οικονομικών της δυνατοτήτων. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης το κύριο βάρος συντήρησης της οικογένειας το έφερε ο εναγόμενος με τα εισοδήματα της εργασίας του, συμμετέχοντας με αυτά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, η δε ενάγουσα απολάμβανε μέρος των υπέρτερων εισοδημάτων του εναγομένου για την κάλυψη των διατροφικών και των εν γένει βιοτικών αναγκών της, ενώ και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, λαμβανομένης υπόψη και της χωριστής διαβίωσής τους, η σύγκριση των οικονομικών τους δυνατοτήτων και πάλι αποδεικνύεται πλεονασματική υπέρ του εναγομένου. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται ανάλογη διατροφή και ακολούθως με βάση το συσχετισμό των οικονομικών δυνάμεων των συζύγων καθόρισε το ύψος αυτής στο ποσό των 250 ευρώ, που σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει εκείνο με το οποίο ο εναγόμενος θα ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει για το σκοπό αυτό στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσής τους, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που διαμορφώθηκαν από τη χωριστή διαβίωσή τους, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία που με την παρούσα αντικαθίσταται.». Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 4777/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά το άνω αίτημα, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα για διατροφή της ιδίας το ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο κατ’ αρχάς ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε από εύλογη για την αναιρεσίβλητη αιτία και ειδικότερα, εξαιτίας της προσβλητικής και όλως απαξιωτικής συμπεριφοράς του εναγομένου προς την ενάγουσα, την οποία δεν αντιμετώπιζε ως ισότιμη σύζυγο, αλλά επιθυμούσε να τη χειραγωγεί και να την ελέγχει προβάλλοντας την οικονομική του υπεροχή και την ιατρική του ιδιότητα, ενώ περαιτέρω αμφισβητούσε την ικανότητά της να αποφασίζει για τον εαυτό της και το τέκνο και έθετε περιορισμούς στις συναναστροφές της με πρόσωπα του οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος, φθάνοντας στο σημείο να της απαγορεύσει ακόμη και να παρευρεθεί στη βάπτιση του τέκνου του αδελφού της, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων από εύλογη για την αναιρεσίβλητη αιτία, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 εδ. 2 και 1495 ΑΚ, τις οποίες (το Εφετείο) ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου κατά την εξειδίκευση της ως άνω αόριστης νομικής έννοιας της από εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Τούτο, διότι πέραν της ανωτέρω σαφούς παραδοχής ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων προήλθε από την πλευρά του υποχρέου για διατροφή αναιρεσείοντος με την επιδειχθείσα ως άνω συμπεριφορά του, δεν απαιτείτο να διαλαμβάνονται, επιπλέον, στην απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, συγκεκριμένες περιπτώσεις προσβλητικής και απαξιωτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη και χειραγώγησης και ελέγχου της. Περαιτέρω, και ως προς το δικαιούμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό διατροφής της, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με σαφήνεια και πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοστέων, αναφερομένων στην αρχή της παρούσας, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα αυτής του άρθρου 1391 ΑΚ, ως προς τον καθορισμό των αναγκών της αναιρεσίβλητης, όπως αυτές προέκυψαν από τις συνθήκες της οικογενειακής της ζωής και αυτές της χωριστής της πλέον διαβίωσης, οι οποίες, σε συνδυασμό και με τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων, καθορίζουν την επιδικασθείσα σε αυτή διατροφή, έτσι ώστε καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους, ενόψει και της παραδοχής ότι το επιδικασθέν ποσό των 250 ευρώ σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει εκείνο με το οποίο ο εναγόμενος θα ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει για το σκοπό αυτό στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, της οποίας συμβίωσης ελήφθη υπόψη ο χρόνος διάρκειας της. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων από εύλογη για την αναιρεσίβλητη αιτία και ως προς το ζήτημα του καθορισμό των εισοδημάτων των διαδίκων και των αναγκών της ενάγουσας, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Δεν απαιτείται δε ο προσδιορισμός με ακρίβεια και του απαραίτητου, για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του, χρηματικού ποσού, αλλά αρκεί η αναφορά του συνολικού ποσού της δαπάνης που αποτελεί την ανάλογη διατροφή του. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις (ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 995/2019, ΑΠ 1156/2017, ΑΠ 541/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Το εκπροσωπούμενο από τη μητέρα του ανήλικο τέκνο των διαδίκων δεν μπορεί να εξασφαλίσει με τις δικές του δυνάμεις την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών, καθόσον δεν διαθέτει εισοδήματα από περιουσία και λόγω της ανηλικότητάς του δεν μπορεί να αυτοδιατραφεί. Έχει, επομένως, νόμιμη αξίωση διατροφής έναντι των γονέων του, οι οποίοι ενέχονται ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις. Ο ανήλικος, ο οποίος γεννήθηκε στις 20-7-2017 έχει τις συνήθεις αυξημένες δαπάνες των παιδιών που διάγουν τη βρεφική τους ηλικία [επίδικο διάστημα 10-4-2018 έως 10-4-2020] ενώ περαιτέρω επιβαρύνεται με τις αυξημένες, λόγω των παθήσεών του, δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό φορέα του πατέρα του ή αφορούν επιπλέον ποσά που καταβάλλονται για εξετάσεις σε μη συμβεβλημένους με το ΥΕΘΑ γιατρούς, που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 60 ευρώ μηνιαίως. Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών του ανήλικου, το οποίο ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για τη συντήρηση, ένδυση, ψυχαγωγία και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κατά τα προεκτιθέμενα, και είναι ανάλογο με τις συνθήκες της ζωής του και τους όρους διαβίωσής του, με μέτρο τις συνθήκες ζωής και τις οικονομικές δυνάμεις των γονέων του ανέρχεται για το επίδικο διάστημα σε 480 ευρώ. Στο ποσό δε αυτό συνυπολογίζονται και οι αποτιμώμενες σε χρήμα συναφείς με τη φροντίδα του προσώπου του ανηλίκου υπηρεσίες, που είναι αναγκαίες για την ανατροφή του, οι οποίες παρέχονται από τη μητέρα του. Στην παραπάνω δαπάνη διατροφής ο εναγόμενος πατέρας του ανηλίκου να συμμετέχει με βάση τις προαναφερθείσες οικονομικές δυνατότητές του, συσχετιζόμενες με τις αντίστοιχες οικονομικές δυνατότητες της μητέρας αυτού με το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, ενώ το υπόλοιπο ποσό βαρύνει την ενάγουσα, που έχει συντρέχουσα και ανάλογη των οικονομικών της δυνατοτήτων υποχρέωση διατροφής του. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που προσδιόρισε το ύψος της συνεισφοράς του εναγόμενου στο παραπάνω ποσό ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, που με την παρούσα αντικαθίσταται.». Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη , απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με σαφήνεια και πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω διατάξεων των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα εν προκειμένω ζητήματα και συγκεκριμένα τόσο για τις οικονομικές δυνατότητες καθενός από τους γονείς του ανηλίκου τέκνου, όσο και για τις διατροφικές και λοιπές ανάγκες αυτού, αλλά και του ποσού με το οποίο αυτοί πρέπει να συμμετέχουν στη διατροφή του, σε τρόπο ώστε να καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 ΑΚ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, Ολ.ΑΠ 14/2005). Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφαση,ς, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017). Τέλος, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι’ αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτής ενδεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 26/2020, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1105/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτός για την απόδειξη α) των πραγματικών οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων μερών και άρα της ορθής αναλογίας συμμετοχής τους στην κάλυψη των διατροφικών αναγκών του τέκνου, β) της αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας της αντιδίκου στον κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους, που συνιστά λόγω μη καταβολής, άλλως μειώσεως της προσωπικής διατροφής της, γ) των προϋποθέσεων ανάθεσης σ’ αυτόν της επιμέλειας ή συνεπιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, και δ) των μειωμένων διατροφικών αναγκών του τέκνου και ιδιαίτερα των δαπανών που υποβάλλεται για λόγους υγείας. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: Α) ως προς τις πραγματικές οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων α) το από 19/4/2019 έγγραφο των «... Pages» αναρτημένο και δημοσιευμένο στο διαδίκτυο, από το οποίο αποδεικνύεται ότι η αντίδικος εργαζόταν και εργάζεται ως υπεύθυνη κρατήσεων στο ξενοδοχείο .......HOTEL , β) το από 2/1/2020 δελτίο τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, που αφορά το ως άνω ξενοδοχείο, γ) την ..../10.9.2018 βεβαίωση εισοδημάτων της αντιδίκου και την ..../2019 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Κοζάνης, δ) καταχώρηση στο διαδίκτυο του ξενοδοχείου .........., με υπεύθυνη κρατήσεων την αντίδικο, ε) κριτικές επισκεπτών του ξενοδοχείου .........., δημοσιευμένες στην ειδική τουριστική σελίδα του διαδικτύου «...» έως και τον Ιανουάριο έτους 2018, στ) καταχώριση του ΚΕΚ ..., με αναγραφόμενη υπεύθυνη την αντίδικο, ζ) αναλυτικό έγγραφο με την μισθοδοσία του, από την οποία προκύπτει μηνιαίος μισθός 1.672,41 ευρώ, η) έγγραφο που αποδεικνύει την «υπαγωγή» του ιατρείου του στον ΕΟΠΥΥ, βάσει της συμφωνίας του με τον οποίο είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει από κάθε ασφαλισμένο ασθενή, που προσέρχεται στο ιατρείο του, μόνον 8 ευρώ ανά επίσκεψη, θ) εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογικών του δηλώσεων φορολογικών ετών 2015 και 2016, ι) Ε1 και Ε2 φορολογικής του δηλώσεως έτους 2017, και ία) δεκαεπτά αποδείξεις για τις εγχειρίσεις που πραγματοποίησε την τελευταία επταετία, με μέση αμοιβή 335 ευρώ, εάν δε ελάμβανε υπόψη τα άνω αποδεικτικά στοιχεία θα απέληγε σε διαφορετικό πόρισμα σχετικά με τα εισοδήματα των διαδίκων. Β) ως προς το ίδιο ζήτημα του καθορισμού των οικονομικών δυνάμεων των συζύγων, δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αντιδίκου, περιλαμβανόμενη στη σελ. 11 των από 10.1.2020 προτάσεων της, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η αντίδικος ομολογεί ότι το σύνολο των οικονομικών της αναγκών καλύπτουν οι γονείς της και ότι αυτή και το ανήλικο φιλοξενούνται στην κατοικία των γονέων της, οι οποίοι και τη στηρίζουν οικονομικά, εάν δε ελάμβανε υπόψη τις άνω σαφείς ομολογίες της αντιδίκου θα προσδιόριζε ακριβέστερα τις οικονομικές της δυνάμεις, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτές και την σταθερή οικονομική ενίσχυση που λαμβάνει αυτή από τους γονείς της. Γ) ως προς τις προϋποθέσεις ανάθεσης σ’ αυτόν της επιμέλειας ή άλλως της συνεπιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους και της αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας, της αντιδίκου για τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους, τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε με επίκληση και δη α) την υπ’ αριθ. ..../11.9.2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ........ ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ........, β) την υπ’ αριθ. ......../12.9.2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ........ ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ........ και γ) την υπ’ αριθ. ......../12.9.2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ........ ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ........, που λήφθησαν με επιμέλεια του ιδίου ύστερα από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου του, στις οποίες βεβαιώσεις αναφέρονται γεγονότα σχετικά με την όλη συμπεριφορά της αντιδίκου του, που μόνη αυτή προκάλεσε την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, καθώς και την καταλληλότητά του για την ανάθεση σ’ αυτόν της επιμέλειας, άλλως της συνεπιμέλειας του τέκνου του. Δ) την αμετάκλητη 7425/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απήγγειλε τη λύση του γάμου του με την αντίδικο και κατά παραδοχή της οποίας ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης οφείλεται σε υπαιτιότητα αμφοτέρων των συζύγων, γεγονός που επιδρά στο δικαίωμα της αντίδικου προς λήψη προσωπικής διατροφής. Ε) ως προς τις μειωμένες διατροφικές ανάγκες του τέκνου και ιδιαίτερα των δαπανών που υποβάλλεται για λόγους υγείας, α) την από 21/6/2018 γνωμάτευση παιδιάτρου ότι οι ιατρικές δαπάνες για τα τέκνα των στρατιωτικών καλύπτονται πλήρως, και β) τον έγγραφο προσδιορισμό από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, βάσει επιστημονικών αρχών και εγκύρων στατιστικών στοιχείων, των εύλογων δαπανών διαβίωσης της μέσης ελληνικής οικογένειας και των εύλογων μηνιαίων δαπανών διατροφής τέκνου στην ηλικία του δικού του τέκνου, βάσει των οποίων θα απέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα στο ζήτημα του πραγματικού ύψους των αληθινών διατροφικών αναγκών του ανηλίκου τέκνου και της αναλογίας συμμετοχής του στην κάλυψή τους. Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και δη, επί λέξει, «τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν πρωτοδίκως..., τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ’ αριθμ. ..../11-9-2018, .../12-9-2018 και ..../12-9-2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ........ η πρώτη και του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ........ οι λοιπές, που λήφθησαν με επιμέλεια του ενάγοντας εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ύστερα από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου του... και το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...», σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στα προαναφερόμενα αποδεικτικά του πορίσματα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων. Ειδικότερα δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις άνω φερόμενες ως αγνοηθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθεμίας τούτων. Επίσης, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στα προαναφερόμενα αποδεικτικά του πορίσματα α) ως προς τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, β) ως προς τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων από εύλογη για τη δικαιούχο της διατροφής αιτία και γ) ως προς τις διατροφικές και λοιπές ανάγκες του ανηλίκου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων. Τέλος, από τις ρητές αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ότι η ενάγουσα μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων της στη .... Κοζάνης, στην οποία έκτοτε διαμένει μαζί με το ανήλικο τέκνο τους, β) ότι η ενάγουσα δεν εργάζεται πλέον, πλην όμως μπορεί αξιοποιώντας την εργασιακή της ικανότητα, τις γνώσεις της και την εργασιακή εμπειρία που διαθέτει, να εργαστεί και να αποκερδαίνει κατ’ ελάχιστο το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, και γ) ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα λαμβάνει οικονομική ενίσχυση από τους γονείς της δεν αναιρεί την υποχρέωση του εναγομένου συζύγου για καταβολή διατροφής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στις άνω προτάσεις της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή φιλοξενείται από τους γονείς της, οι οποίοι και τη στηρίζουν οικονομικά, προκειμένου να προσδιορίσει τις οικονομικές δυνάμεις της αναιρεσίβλητης. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπανω αποδεικτικά μέσα συνάγονται αντίθετα πορίσματα από εκείνα στα οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα άνω ζητήματα, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση’ και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 3 και 5 του Ν. 3418/2005, «... 3. Ο ιατρός παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς αμοιβή στους συναδέλφους του και στους συγγενείς προς τους οποίους αυτοί έχουν νόμιμη υποχρέωση, καθώς και στους φοιτητές της ιατρικής... 5. Ο ιατρός που προσφέρει τις υπηρεσίες του στο δημόσιο τομέα ή σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης απαγορεύεται να αξιώνει, να συμφωνεί ή να εισπράττει από τον ασθενή οποιοδήποτε οικονομικό αντάλλαγμα ή άλλο ωφέλημα οποιοσδήποτε φύσης ή να δέχεται υπόσχεση τούτου πέρα από τη μηνιαία ή άλλη αποζημίωση ή αμοιβή του, όπως ορίζονται στο νόμο ή στη σύμβασή του...». Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 εδ. α και β του ΠΔ 432/1983, «2. Δεν υποχρεούται σε καμία συμμετοχή ο Στρατιωτικός στις δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης των μελών οικογένειας του που αφορούν σε: α. Νοσήλεια σε οποιοσδήποτε κατηγορίας Νοσηλευτικά Ιδρύματα Κρατικά ή Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου αγαθοεργού πρωτοβουλίας, σαν εσωτερικοί ή εξωτερικοί ασθενείς, οπότε το Δημόσιο επιβαρύνεται με το σύνολο (100%) της δαπάνης, εκτός αν η νοσηλεία παρέχεται από το ΝΜΤΣ ή τα νοσοκομεία των ΕΔ, οπότε το Δημόσιο επιβαρύνεται με τα 90% της δαπάνης το δε υπόλοιπο 10% βαρύνει το Νοσοκομείο, β. Επισκέψεις γιατρών, συμβεβλημένων η όχι με το Δημόσιο..». Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται 1 στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, αφενός της μη εφαρμογής του άρθρου 19 παρ. 3 και 5 του Ν. 3418/2005, για την εκτίμηση του ύψους των εισοδημάτων του αναιρεσείοντος από την εργασία του ως στρατιωτικού ιατρού και των αναγκών του ανηλίκου τέκνου, αφετέρου δε της μη εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. α και β. του ΠΔ 432/1983, από τις διατάξεις του οποίου προκύπτει ότι το τέκνο του δεν βαρύνεται με καμία ιατρικής φύσεως δαπάνη. Από τις πιο πάνω, όμως, εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον αφορά στην επιδικασθείσα διατροφή συζύγου και τέκνου, προκύπτει ότι το Εφετείο, εμμέσως πλην σαφώς, έλαβε υπόψη και τις άνω διατάξεις, για τον προσδιορισμό των εισοδημάτων του αναιρεσείοντος από την εργασία του και των αναγκών του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, δεχόμενο, καθόσον μεν αφορά τις οικονομικές δυνατότητες του αναιρεσείοντος, ότι αυτός είναι στρατιωτικός ιατρός με την ειδικότητα του ορθοπεδικού χειρουργού, ότι εργάζεται ως ιατρός στο .... Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα διατηρεί και ιδιωτικό ιατρείο, στην ... Θεσσαλονίκης, όπου απασχολείται τρεις φορές την εβδομάδα, αποκερδαίνοντας από την εργασία του αυτή μηνιαίως το ποσό των 2.500 ευρώ, καθόσον δε αφορά τις ανάγκες του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, ότι αυτό επιβαρύνεται με τις αυξημένες, λόγω των παθήσεών του, δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, κατά το μέρος όμως που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό φορέα του πατέρα του ή αφορούν επιπλέον ποσά που καταβάλλονται για εξετάσεις σε μη συμβεβλημένους με το ΥΕΘΑ ιατρούς, που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 60 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, και ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Φεβρουαρίου 2021 αίτηση του Δ. του Β., για αναίρεση της με αριθ. 2008/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]