ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 757/2021

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Παπαδημητρίου, Εφέτη, που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα Ελισσάβετ Τσιτσικάου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2020, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας-καθ’ης η κλήση Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ)», νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βούλγαρη κατά

Του εφεσίβλητου-καλούντος..., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο, αυτοπροσώπως, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Ο ενάγων, με την από 1-12-2017 (αρ. κατάθεσης .../2017) αγωγή του, που απηύθυνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την 2300/2018 οριστική απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη, με την από 22-7-2019 (αρ.κατ. .../2020) έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 7η Ιανουαρίου 2020, οπότε η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην του εκκαλούντος και εκδόθηκε η 3767/2020 απόφαση, με την οποία η συζήτηση της έφεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη. Ήδη με την από 18-6-2020 κλήση (αρ.κατ. .../2020), η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επαναφέρεται προς συζήτηση η ως άνω έφεση.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις και με σχετική δήλωση, δήλωσαν (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι συμφωνούν να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθούν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-6-2020 κλήση (αρ.κατ. .../2020), παραδεκτά επαναφέρεται η από 22-7-2019 (αρ.κατ. .../2020) έφεση, η συζήτηση της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 3767/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η υπό κρίση έφεση κατά της 2300/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης και από τη δημοσίευσή της (7-12- 2018) έως την άσκηση της έφεσης (25-7-2019) δεν παρήλθε η νόμιμη προθεσμία (άρθρα 495 επ., 511, 513, παρ.1 εδ. β', 516, 517, 518 παρ. 2 και 520 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 533 παρ. 1).

Με την αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει την ιδιότητα του δικηγόρου και ασκεί τα καθήκοντα του αναπληρωτή νομικού συμβούλου της εναγομένης, κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, δυνάμει σχέσεως έμμισθης εντολής, αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία. Ότι η εναγομένη, κατά πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των Ν. 4024/2011 και Ν. 4093/2012, προέβη την 1η-12-2015 και αναδρομικά από την 1η-1-2013, σε περαιτέρω μείωση των αποδοχών του, σε ποσοστό που υπερβαίνει κατά πολύ το 25% των αποδοχών που του κατέβαλλε μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, όπως τα ποσά προσδιορίζονται στην αγωγή. Υπό την επίκληση των ανωτέρω, ο ενάγων ζητεί: α) Να αναγνωριστεί ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή περικοπή των μηνιαίων αποδοχών του κατά ποσοστό ανώτερο του 25% είναι μη σύννομη, ότι ο καταβλητέος μηνιαίος μισθός του κατά το χρονικό διάστημα από την 1η-1-2013 κι εφεξής ανερχόταν στο ποσό των 3.160,92 ευρώ και ότι το συνολικό καταλογιστέο σε βάρος του ποσό, λόγω των προκυπτουσών κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από την 1η-1-2013 μέχρι τις 30-11-2015, ανέρχεται στο ποσό των 19.724,60 ευρώ, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 15.645 ευρώ, που αντιστοιχεί στις επίδικες μισθολογικές του διαφορές κατά το χρονικό διάστημα από την 1η-12- 2015 μέχρι τις 31-12-2017, με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εκκαλούσα-εναγομένη με την κρινόμενη έφεσή της, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητά την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή.

Με τη διάταξη του άρθρου 1 [υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής"] του κεφαλαίου A υπό τον παράτιτλο ["Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών"] του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο)" (ΦΕΚ A 314) ορίζονται στις παρ. 1 και 2 τα εξής: (Παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (Παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου: α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό”. Ακολούθως, με το άρθρο 21 παρ. 2 του ΝΔ 674/70 «Περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος» (ΦΕΚ Α’ 192) διαλύθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου των ΣΕΚ, ενώ με τα άρθρο 1 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος ιδρύθηκε ο ΟΣΕ ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί έκτοτε και μέχρι σήμερα με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας. Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ανωτέρω ΝΔ ορίζεται ότι ο ΟΣΕ αποτελεί δημόσια επιχείρηση, που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο αυτού, ενώ στο άρθρο 4 παρ. 1 του ΝΔ 674/70, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 1116/72, ορίζεται ότι ο ΟΣΕ από της ιδρύσεώς του αναλαμβάνει κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα την ευθύνη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη διεξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους» (ΣΕΚ), οι υπηρεσίες δε αυτές «μεθ’ όλων των συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των ΣΕΚ περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμεναι αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον ΟΣΕ, όστις διαδέχεται ούτω τους ΣΕΚ ως καθολικός αυτών διάδοχος». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο ΟΣΕ, που είναι καθολικός διάδοχος των ΣΕΚ, αποτελεί δημόσια επιχείρηση, υπό την έννοια του άρθρου 1§§1,2 ν.3429/2005, εφόσον ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο αυτού και η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ολΑΠ 3/1992, ΑΠ 998/2017) και εξυπηρετεί κοινωφελείς σκοπούς για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, καθώς η φύση των υπηρεσιών της είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Περαιτέρω, με το ν. 4024/2011 (ΦΕΚ A 226/27.10.2011). Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015” (Α' 226), ορίστηκαν στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο “Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις”, τα εξής: στο άρθρο 4 ότι “Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)... (παρ. 1). Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου... εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17 (παρ. 2). Στο άρθρο 6 ότι: “1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης- Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ), κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής: Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ. 2 3. Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευσης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ ... και καταληκτικός ο Βαθμός Α για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για την ΔΕ κατηγορία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία”. Εξάλλου, στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και θεσπίζονται μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ) σε κάθε βαθμό στα οποία εξελίσσεται ο υπάλληλος, όπως ειδικότερα προβλέπεται στο ίδιο άρθρο, στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου, ενώ στο άρθρο 15 προβλέπεται η χορήγηση επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και στο άρθρο 17 χορήγηση οικογενειακής παροχής, οι οποίες σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 30 του ίδιου νόμου θα καταβάλλονται στους υπαλλήλους. Περαιτέρω, στο άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου , όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (Α’ 262), ορίζεται ότι “ Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής:... Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3 4. Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων’”. Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο “Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα”, ορίζονται τα ακόλουθα: “1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού του καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. Ια του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 με εξαίρεση τα Ν.Π.Ι.Δ. του ν. 3864/2010 και του άρθρου 1 του ν. 3986/2011, εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους... β)... 2. ... 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου Ια με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, TE και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.... 4. Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρούμενων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου Ια του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα ... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%." (το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ.4 του άρθρου 1 της από 31.12.2011 Π.Ν.Π (Α’ 268). 5... 6. .. 7. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29. 8.... 9. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους” . Τέλος, στο άρθρο 32 παρ. 4 ορίζεται ότι ‘ ‘ Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011”. Σύμφωνα με τα ανωτέρω η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία “ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ)” συγκαταλέγεται στα ΝΠΙΔ της υποπαραγράφου Ια του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 και υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές του προσωπικού της εξαιρέθηκαν μεν της εφαρμογής του μισθολογίου που καθιερώθηκε με τον ίδιο νόμο για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, υπήχθησαν, όμως, από 1-11-2011, σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης σε συνάρτηση με τις αποδοχές που προέβλεπε για κάθε κατηγορία το μισθολόγιο, αφετέρου το μέσο μισθολογικό κόστος, το οποίο δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 1.900 ευρώ το μήνα, ούτε, όπως εσπευσμένα και με σκοπό την αποτροπή υπέρμετρων μειώσεων (βλ. την εισηγητική έκθεση του ν. 4047/2012) ορίσθηκε με την από 31-12-2011 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, το 65% του μέσου κατά κεφαλή κόστους της 31-12-2009. Προβλέφθηκε δε, κατ’ αναλογία των σχετικώς οριζόμενων στο άρθρο 29 για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, σύγκριση των νέων αποδοχών των μισθωτών της με εκείνες που ελάμβαναν κατά τον προηγούμενο της θέσης σε ισχύ του προαναφερόμενου περιορισμού μήνα, δηλαδή τον Οκτώβριο του έτους 2011 και συντρεχούσης περίπτωσης, άμεση περικοπή έως και του 25% αυτών, με την τυχόν επιπλέον μείωση, που συνεπαγόταν ο περιορισμός, να κατανέμεται σε ισόποσες μεταξύ τους περικοπές την 1-11-2012 και την 1-11-2013. Τέλος, κατ’ εφαρμογή του ν.4046/2012” Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας” ( Α’ 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση, και τη μείωση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 ‘Έγκριση Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016- Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016’ 4 ( Α’ 222), ο οποίος στην παράγραφο Γ’ υποπαράγραφο Γ.1. “Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής’ 4 του άρθρου πρώτου ορίζει ότι 1. ...2 “Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β’ του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011(Α’ 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10-2012” ... 3....12 . “Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. Ια του άρθρου 1 του ν.3899/2010... Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2”. Η παράγραφος 2 του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 που μόνη διατηρήθηκε σε ισχύ αφορά τις αποδοχές και τις πρόσθετες παροχές του Διοικητή ή του ΔΣ των φορέων της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 4024/2011. Σε εφαρμογή των ανωτέρω, από 1-1-2013 υπήχθη στο μισθολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, και το προσωπικό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ)” το οποίο από τον Νοέμβριο του 2011 είχε υποστεί μείωση έως 25% των αποδοχών που ελάμβανε τον Οκτώβριο του 2011 κατ’ εφαρμογήν του Δευτέρου Κεφαλαίου του ν. 4024/2011 και ειδικότερα του άρθρου 29 παρ. 2 και μετά την επέκταση του ενιαίου μισθολογίου και σ’ αυτό δεν προβλέπεται στον νόμο νέα μείωση αποδοχών μέχρι του ποσοστού 25% σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβανε μέχρι 31.12.2012, κατ’ εφαρμογή για δεύτερη φορά του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 (ΑΠ 1189/2018, ΑΠ 113/2017 νόμος, ολΕΣ πρακτικό της 17ης Γενικής Συνεδρίασης της 24.9.2014). Επομένως, οποιαδήποτε νέα περικοπή αποδοχών από 1.1.2013 η οποία μαζί με την περικοπή των αποδοχών που έλαβε χώρα την 1.11.2011 οδηγεί σε περικοπή του μισθού που ελάμβανε το προσωπικό της παραπάνω εταιρείας την 31.10.2011, σε ποσοστό άνω του 25% αυτού δεν προβλέπεται. Προσέτι, η καταβολή της υπερβάλλουσας πέραν του 25% των αποδοχών του Οκτωβρίου του 2011 μείωσης συνεχίζεται, διότι η παρακράτησή της ανεστάλη με τον ν. 4093/2012 από 31.10.2012 έως 31.12.2016 (παράγραφος Γ’ υποπαράγραφος Γ.1. του άρθρου πρώτου παρ.2). Με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α’ 176/16-12-2015) προστέθηκε στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ’ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νέο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο “Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1-1-2013”. Επομένως, εφόσον για το προσωπικό της παραπάνω εταιρείας μετά την ένταξη στο ενιαίο μισθολόγιο από 1.1.2013 προκύπτει υπερβάλλουσα μείωση, η περικοπή της αναστέλλεται μέχρι την 31.12.2016 (Εφ.ΑΘ. 3766/2020).

Από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, στις 9-2-2004, προσελήφθη από την εναγομένη με σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου ως δικηγόρος, αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία, από δε την 1η-3-2011 ασκεί τα καθήκοντα του αναπληρωτή νομικού συμβούλου της εναγομένης. Η εναγομένη είναι δημόσια επιχείρηση, υπό την έννοια του άρθρου 1§§1,2 ν.3429/2005 που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και εξυπηρετεί κοινωφελείς σκοπούς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας και, ως εκ τούτου, το προσωπικό της, άρα και ο ενάγων, ενέπιπτε στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 και της παραγράφου Γ’ υποπαραγράφου Γ.1. §§12 και 2 ν. 4093/2012 και οι μηνιαίες αποδοχές του, σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβανε τον Οκτώβριο του 2011 έπρεπε να μειωθούν, όχι όμως πέραν του 25% αυτών. Σε περίπτωση δε, που με την εφαρμογή των παραπάνω νόμων προέκυπτε περαιτέρω μείωση άνω του 25% αυτή έπρεπε να συνεχίσει να καταβάλλεται διότι η περικοπή της έχει ανασταλεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29§2 ν. 4024/2011, της παραγράφου Γ' υποπ/φου Γ.1. άρθρου πρώτου ν. 4093/2012 και ν.4354/2015, μέχρι 31.12.2016. Περαιτέρω, όμως, αποδείχθηκε ότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των Ν. 3833/2010, 3845/2010,4024/2011 και 4093/2012, η εναγομένη προέβη σε μειώσεις των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος. Συγκεκριμένα, οι μηνιαίες αποδοχές του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από την 1.1.2013 μέχρι τις 30.11.2015 μειώθηκαν συνολικά κατά ποσοστό 35,886% επί των ήδη μέχρι τότε μειωμένων, κατά ποσοστό 11,62%, αποδοχών του, ήτοι κατά ποσοστό 11,62% την 1η.8.2012, επιπλέον κατά ποσοστό 16,945% την 1". 1.2013, περαιτέρω κατά ποσοστό 9,023% την 1η. 1.2014 και κατά επιπλέον ποσοστό 9,918% την 1η. 1.2015. Έτσι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, οι οποίες κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011 είχαν διαμορφωθεί στο ποσό των 4.214,56 ευρώ, την 1.1.2015 ανήλθαν στο (μειωμένο συνολικά κατά ποσοστό 47,506%) ποσό των 2.814,24 ευρώ. Η παραπάνω περαιτέρω μείωση των αποδοχών του ενάγοντος έλαβε χώρα κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4024/2011 και των οδηγιών της ΚΥΑ με αριθμό 2/844/0022/4.1.2013 και κατ' ανάλογη εφαρμογή της ΚΥΑ με αριθμό 2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498), δυνάμει της οποίας είχαν καθορισθεί από την 1.11.2011 οι αποδοχές των δικηγόρων που παρείχαν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου, καθώς επίσης και κατ' εφαρμογή της με αριθμό 2/19352/0022/20.2.2013 εγκυκλίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Η περιγραφείσα μείωση των αποδοχών του ενάγοντος ανερχόταν σε ποσοστό υψηλότερο του 25%, πέραν του περιορισμού του άρθρου 29 παρ. 2 του Ν. 4024/2011. Επομένως, η εναγομένη προέβη μη νόμιμα στις προεκτεθείσες περικοπές και για την από 1η-1-2015 αναδρομική μείωση των αποδοχών του ενάγοντος, λόγω της υπαγωγής του στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, έπρεπε να ληφθούν υπ' όψη οι τακτικές αποδοχές που λάμβανε κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 και μάλιστα με ανώτατο όριο μείωσης όχι υψηλότερο του 25%, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η παραπάνω μείωση των αποδοχών του ενάγοντος είχε ήδη διενεργηθεί από την 1η-1-2011 δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 31 του Ν. 4024/2011, η περαιτέρω μείωση αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις με αποτέλεσμα η σε βάρος του ενάγοντος καταλογισθείσα από την εναγομένη, ως υπερβάλλουσα διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών και των καταβλητέων αποδοχών του ενάγοντος, για το χρονικό διάστημα από την 1η-1-2013 έως τις 30-11-2015 να υπολογιστεί εσφαλμένα από την εναγομένη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε. Πρέπει να επισημανθεί ότι η εκκαλούσα δεν προσβάλλει με συγκεκριμένο λόγο έφεσης τα ποσά που δέχθηκε η εκκαλουμένη ότι δικαιούτο ο ενάγων και τα ποσά τα οποία του επιδικάσθηκαν. Σύμφωνα με τα ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, η έφεση πρέπει να απορριφθεί. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστεί, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόστηκαν εν προκειμένω ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 ΚΠολΔ)

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται την έφεση τυπικά και απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση.: στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ