ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 19ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 768/2022

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2021, με δικαστή τον Αλέξανδρο Μιχαήλ, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα τη Θέκλα Κατρή, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 22.12.2014 (αρ. εισ. ΑΓ ....),

των : 1) …….. και 32) ….……, οι οποίοι παραστάθηκαν με την κατατεθείσα στις 20.4.2021 δήλωση, κατά το άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κουταλά,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε με την κατατεθείσα στις 19.4.2021 δήλωση, κατά το άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, της Δικαστικής Πληρεξουσίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αντωνίας Αδαμοπούλου.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Η κρίση του είναι η εξής:

Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, η οποία νομίμως εισάγεται για συζήτηση μετά την έκδοση της 16791/2019 απόφασης του Δικαστηρίου και την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με αυτή, οι ενάγοντες, αξιωματικοί εν αποστρατεία του Στρατού Ξηράς, Πολεμικής Αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού, επιδιώκουν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον 1ο ενάγοντα το ποσό των 25.373,46 ευρώ, στον 2ο ενάγοντα το ποσό των 18.076,22 ευρώ, στον 3ο ενάγοντα το ποσό των 29.038,20 ευρώ, στον 4ο ενάγοντα το ποσό των 3.587,86 ευρώ, στον 5ο ενάγοντα το ποσό των 10.823,97 ευρώ, στον 6ο ενάγοντα το ποσό των 7.909,26 ευρώ, στον 7ο ενάγοντα το ποσό των 11.234,63 ευρώ, στον 8ο ενάγοντα το ποσό των 10.970,66 ευρώ, στον 9ο ενάγοντα το ποσό των 11.061,48 ευρώ, στον 10ο ενάγοντα το ποσό των 10.970,66 ευρώ, στον 11ο ενάγοντα το ποσό των 10.823,97 ευρώ, στον 12ο ενάγοντα το ποσό των 7.605,89 ευρώ, στον 13ο ενάγοντα το ποσό των 15.202,88 ευρώ, στον 14ο ενάγοντα το ποσό των 5.259,24 ευρώ, στον 15ο ενάγοντα το ποσό των 5.175,49 ευρώ, στην 16η ενάγουσα το ποσό των 5.141,99 ευρώ, στην 17η ενάγουσα το ποσό των 4.841,82 ευρώ, στη 18η ενάγουσα το ποσό των 5.158,72 ευρώ, στην 19η ενάγουσα το ποσό των 5.024,75 ευρώ, στην 20η ενάγουσα το ποσό των 5.024,75 ευρώ, στην 21η ενάγουσα το ποσό των 4.591,03 ευρώ, στην 22η ενάγουσα το ποσό των 4.669,17 ευρώ, στην 23η ενάγουσα το ποσό των 4.841,82 ευρώ, στην 24η ενάγουσα το ποσό των 4.669,10 ευρώ, στην 25η ενάγουσα το ποσό των 17.370,77 ευρώ, στην 26η ενάγουσα το ποσό των 10.172,67 ευρώ, στον 27ο ενάγοντα το ποσό των 10.823,97 ευρώ, στον 28ο ενάγοντα το ποσό των 11.149,49 ευρώ, στον 29ο ενάγοντα το ποσό των 6.478,43 ευρώ, στον 30ο ενάγοντα το ποσό των 4.372,43 ευρώ, στον 31ο ενάγοντα το ποσό των 9.375,17 ευρώ και στον 32ο ενάγοντα το ποσό των 7.346,85 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ.. Τα πιο πάνω ποσά αναλογούν στη ζημία που υπέστησαν από τις παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς τους, πράξεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και, ειδικότερα, από την καταβολή σε αυτούς μειωμένου εφάπαξ βοηθήματος, λόγω μείωσης των αποδοχών τους, κατά το ευρύτερο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως 31.12.2014, εντός του οποίου ήταν ακόμη εν ενεργεία, κατ’ εφαρμογή των σχετικών με τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας μισθολογικών διατάξεων του Ν. 4093/2012, των οποίων οι ενάγοντες αμφισβητούν τη συνταγματικότητα, ζητώντας την άρση των αποτελεσμάτων της εφαρμογής τους.

Επειδή, στο άρθρο 94 παρ. 4 εδ. γ΄ του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου …» και στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις και ότι νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης αυτής. Σε εκτέλεση των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος, εκδόθηκε ο Ν. 3068/2002 (Φ.Ε.Κ. Α’ 274), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι: «Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους, που κάθε απόφαση τάσσει».

Επειδή, με το άρθρο 1 παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.1, περ. 31 έως 33 του Ν. 4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α’ 222) τροποποιήθηκαν αναδρομικά, από 1.8.2012, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 50 του Ν. 3205/2003 και αφενός μειώθηκε ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού και των αντίστοιχων βαθμών, αφετέρου μεταβλήθηκαν οι συντελεστές βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμών, με αποτέλεσμα να επέλθουν σημαντικές μειώσεις, ιδίως, στους ανώτερους βαθμούς της ιεραρχίας των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Αναδρομικές μειώσεις προβλέφθηκαν, επίσης, για τα επιδόματα που χορηγούνταν βάσει των παραγράφων 3 – 8α και 10 του άρθρου 51 του Ν. 3205/2003. Κατ’ εξουσιοδότηση, εξάλλου, της διάταξης της περ. 37 της ίδιας υποπαραγράφου εκδόθηκε η οικ.2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. Β’ 3017), με την οποία καθορίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των ποσών που προέκυψαν από την αναδρομική από 1.8.2012 μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων βάσει «ειδικών» μισθολογίων. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με τις 2192-6/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν άσκησης αιτήσεων ακυρώσεως των ενδιαφερόμενων ενώσεων και ομοσπονδιών των τριών κλάδων των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, κατά το μέρος που αφορούσε την αναδρομική, από 1.8.2012 έως την εφαρμογή του νόμου αυτού, μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων αυτών. Ειδικότερα, με τις ως άνω αποφάσεις κρίθηκε ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 31 – 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, καθώς και η συναφής προς αυτές διάταξη της περ. 37 της αυτής υποπαραγράφου, κατ’ επίκληση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπουργική απόφαση, ήταν αντίθετες τόσο προς την αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των μισθοδοτούμενων βάσει των «ειδικών» μισθολογίων, όσο και προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος.

Επειδή, ακολούθως, με τα 10-13/2014 πρακτικά του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι συνέτρεχε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις ανωτέρω ακυρωτικές αποφάσεις και, για τον λόγο αυτό, κλήθηκε το Υπουργείο Οικονομικών να συμμορφωθεί προς αυτές. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Διοίκηση υπέχει α) υποχρέωση καταβολής των αποδοχών που τα μέλη των αιτουσών συνδικαλιστικών οργανώσεων υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, συνεπεία της αναδρομικής εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 4093/2012, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια του ακυρωτικού αποτελέσματος, ευθεία, δηλαδή, συνέπεια της ακύρωσης κανονιστικής πράξης, το περιεχόμενο της οποίας εξαντλείται στο παρελθόν (χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι 31.12.2012) και β) υποχρέωση επιστροφής των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούσαν στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που οι στρατιωτικοί (αστυνομικοί κ.λπ.) ελάμβαναν προ της εφαρμογής του Ν. 4093/2012 και των αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν μετά τις γενόμενες περικοπές, κατά το χρονικό διάστημα από της έναρξης ισχύος του Ν. 4093/2012 μέχρι της δημοσίευσης του Ν. 4307/2014 περί του νέου μισθολογίου, η οποία αποτελεί πρόσθετη υποχρέωση λόγω της διαγνωσθείσης αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Ν. 4093/2012 (χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι 15.11.2014).

Επειδή, μετά την έκδοση των πρακτικών αυτών, κι ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία συμμόρφωσης της Διοίκησης, δημοσιεύθηκε ο Ν. 4307/2014 (Φ.Ε.Κ. Α’ 246/15.11.2014), στο άρθρο 86 του οποίου περιελήφθησαν ρυθμίσεις σχετικά με τη μισθολογική αποκατάσταση των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Με τις νεότερες αυτές διατάξεις καταργήθηκαν, από τότε που ίσχυσαν, οι προμνησθείσες αντισυνταγματικές διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (παρ. 1 α του άρθρου 86), αντικαταστάθηκαν εκ νέου, από 1.8.2012, τα άρθρα 50 παρ. 2 και 3 και 51 παρ. 3 – 8α και 10 του Ν. 3205/2003, αυξήθηκε ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού και των αντιστοίχων βαθμών, καθορίσθηκαν νέοι συντελεστές προσδιορισμού βασικών μισθών, αναπροσαρμόσθηκαν δε τα διάφορα επιδόματα των στρατιωτικών και των στελεχών των σωμάτων ασφαλείας (παρ. 2). Με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 86 ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζεται «ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των αναπροσαρμοσμένων αποδοχών και συντάξεων, καθώς και της διαφοράς αποδοχών και συντάξεων που απορρέει από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, για το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως και 31-12-2014 προς τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, εν ενεργεία και απόστρατους». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, εκδόθηκε η οικ.2/88371/ΔΕΠ/14/17.11.2014 (Φ.Ε.Κ. Β’ 3093) κοινή υπουργική απόφαση, με το άρθρο 1 της οποίας ορίσθηκε ότι οι διαφορές αποδοχών που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 86 παρ. 2 του Ν. 4307/2014 περί αναπροσαρμογής των αποδοχών των εν ενεργεία στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, καθ’ ο μέρος αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.7.2014 έως και 30.11.2014 θα καταβληθούν εφάπαξ με τις αναπροσαρμοσμένες, βάσει των ίδιων διατάξεων, αποδοχές του Δεκεμβρίου του αυτού έτους. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 αυτής ορίστηκε ότι οι διαφορές αποδοχών που αφορούν το προγενέστερο χρονικό διάστημα (1.8.2012 έως 30.6.2014), εάν μεν δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ, θα καταβληθούν εφάπαξ στις 27.1.2015, εάν δε υπερβαίνουν το ποσό αυτό, θα καταβληθούν σταδιακά σε τριάντα έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, η πρώτη εκ των οποίων θα καταβληθεί στις 27.1.2015, ενώ οι επόμενες «θα καταβάλλονται την εικοστή εβδόμη (27η) ημέρα εκάστου μηνός μέχρι και την 27.12.2017, οπότε θα καταβληθεί η τελευταία δόση» (άρθρο 2).

Επειδή, μετά τις νομοθετικές αυτές εξελίξεις, το Τριμελές Συμβούλιο Συμμορφώσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιλαμβανόμενο εκ νέου της υπόθεσης, εξέδωσε τις 18 – 21/2015 αποφάσεις του, με τις οποίες έκρινε ότι η Διοίκηση εν μέρει μόνον συμμορφώθηκε προς τις ως άνω αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι νεότερες μισθολογικές ρυθμίσεις δεν συνιστούν πλήρη συμμόρφωση, ούτε κατά το μέρος που αφορά στην υποχρέωση της Διοίκησης να καταβάλει στους στρατιωτικούς κλπ. τις αποδοχές που υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, λόγω των αναδρομικών μειώσεων που υπέστησαν κατ’ εφαρμογή του Ν. 4093/2012, ούτε κατά το μέρος που αφορά στην υποχρέωση επιστροφής προς αυτούς των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν προ της εφαρμογής του Ν. 4093/2012 και των αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν, μετά τις γενόμενες περικοπές, κατά το χρονικό διάστημα από της ενάρξεως ισχύος του Ν. 4093/2012 και μέχρι της δημοσιεύσεως του Ν. 4307/2014, καθόσον, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, προβλέφθηκε μερική μόνον, κατά το ήμισυ περίπου, επιστροφή των αντίστοιχων ποσών.

Επειδή, με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 86 παρ. 2 του Ν. 4307/2014 θεσπίζεται ειδικό μισθολόγιο των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, προκειμένου, όπως ρητώς αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση και στις σχετικές συζητήσεις της Βουλής, να συμμορφωθεί η Διοίκηση στις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, από την αιτιολογική αυτή έκθεση και από τις εκτενείς αναφορές των σχετικών συζητήσεων στη Βουλή (βλ. Πρακτικά Συν ΚΔ/11.11.2014 σελ. 1445-1447, 1449-1450, 1458-1459, Συν. ΚΕ/12.11.2014 σελ. 1479, 1485-1486, 1489, 1493, 1497-1499, 1501, 1503, 1506, Συν. ΚΣΤ/13-11-2014 σελ. 1605-1606, 1609, 1620, 1628, 1634-1635, 1638, 1647) επιβεβαιώνεται ότι ο νόμος αυτός δεν αποτελεί μία αφηρημένη, αδέσμευτη ρύθμιση μισθολογίου αλλά την «αντίδραση» του νομοθέτη στις μνημονευόμενες ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατάξεων του Ν. 4093/2012 με τις προϊσχύουσες διατάξεις του Ν. 3205/2003 και τις νεότερες του Ν. 4307/2014, οι αναπροσαρμοσμένες αποδοχές είναι μεν ανώτερες εκείνων που ελάμβανε το στρατιωτικό προσωπικό κ.λπ. υπό την ισχύ του αντισυνταγματικού Ν. 4093/2012, κυμαίνονται, εντούτοις, σε επίπεδα κατώτερα εκείνων που είχαν διαμορφωθεί πριν την 1η.8.2012. Εκ των ανωτέρω διατάξεων, άλλωστε, συνάγεται ότι στο νέο αυτό μισθολόγιο προσδίδεται αναδρομική ισχύς, η οποία ανατρέχει στον χρόνο έναρξης ισχύος των διατάξεων του Ν. 4093/2012, οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές και ανίσχυρες με τις ανωτέρω 2192-6/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δηλαδή οι νεότερες μισθολογικές ρυθμίσεις αντικαθιστούν τις ανίσχυρες ρυθμίσεις αναδρομικώς από 1.8.2012. Ως συνέπεια της αναδρομικότητας αυτής, εκδόθηκε η ως άνω οικ.2/88371/ΔΕΠ/14/17.11.2014 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου, με την οποία προβλέπεται ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως 30.11.2014, των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν στην διαφορά μεταξύ των αναπροσαρμοζόμενων αποδοχών του Ν. 4307/2014 και των αποδοχών που πράγματι είχαν λάβει, τα οποία είναι μειωμένα σε ποσοστό περίπου 50% σε σχέση με τις προ της 1ης.8.2012 αποδοχές τους. Εξάλλου, με την έκδοση των 10-13/2014 πρακτικών, προσδιορίστηκαν οι υποχρεώσεις συμμόρφωσης που, κατά την κρίση του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου, απέρρεαν από τις ακυρωτικές αποφάσεις, ώστε οι ρυθμίσεις του άρθρου 86 του Ν. 4307/2014 έχουν χαρακτήρα επιστροφής σε κάθε ένα από τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας των χρηματικών ποσών που τους περιεκόπησαν παρανόμως με τις αντισυνταγματικές διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012. Συνεπώς, εφόσον οι ρυθμίσεις του άρθρου 86 του Ν. 4307/2014 έχουν αυτόν τον χαρακτήρα (αποτελούν δηλαδή ρύθμιση ατομικών περιπτώσεων), συνιστούν πλημμελή συμμόρφωση προς τις ακυρωτικές αποφάσεις, διότι: α) για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι 31.12.2012, το οποίο αφορά τα ποσά των αποδοχών που οι στρατιωτικοί κλπ. υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, λόγω των αναδρομικών μειώσεων που επέβαλε ο Ν. 4093/2012, προβλέπεται ότι θα καταβληθούν μόνον κατά το ήμισυ και β) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι 15.11.2014 που αφορά τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στην διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν προ της εφαρμογής του Ν. 4093/2012 και των αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν, προβλέπεται, επίσης, μερική, κατά το ήμισυ περίπου καταβολή. Εξάλλου, η μερική μόνον συμμόρφωση «ομολογείται», κατά τα ήδη εκτεθέντα, και από τον ίδιο τον νομοθέτη στην αιτιολογική έκθεση, ο οποίος επιχειρεί να την δικαιολογήσει, με την παράθεση αποκλειστικώς δημοσιονομικού χαρακτήρα λόγων, οι οποίοι καθιστούν προς το παρόν ανέφικτη την πλήρη συμμόρφωση. Οι λόγοι όμως αυτοί δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικές τις επίμαχες αναδρομικές ρυθμίσεις αφενός διότι όμοιοι λόγοι είχαν προσβληθεί και είχαν αξιολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις δίκες εφ' ων εκδόθηκαν οι επίμαχες ακυρωτικές αποφάσεις (Σ.τ.Ε. 2192/2014, σκ. 17 και 21, 2193/2014 σκ. 16 και 20, 2194/2014 σκ. 15 και 19, 2195/2014 σκ. 15 και 19, 2196/2014 σκ. 16 και 20), αφετέρου και εν πάση περιπτώσει διότι τέτοιοι λόγοι δεν απαλλάσσουν τον κοινό νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση από την υποχρέωση τηρήσεως της συνταγματικής διατάξεως για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Ως εκ τούτων, οι προπαρατεθείσες διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 86 του Ν. 4307/2014, καθώς και της απολύτως συναφούς διάταξης της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω Υ.Α., αντίκεινται στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος (Σ.τ.Ε. Ολ. 1125 – 1128/2016, με τις οποίες ακυρώθηκε η ανωτέρω 2/88371/ΔΕΠ/17.11.2014 κοινή απόφαση) και, συνεπώς, ως τέτοιες, δεν είναι εφαρμοστέες, ούτε, ομοίως, η ακυρωθείσα από το Ανώτατο Δικαστήριο Υπουργική Απόφαση.

Επειδή, εξάλλου, όπως κρίθηκε με την 258/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το ακυρωτικό αποτέλεσμα των 1125–1128/2016 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας καταλαμβάνει και τους απόστρατους στρατιωτικούς των ενόπλων δυνάμεων, ενώ σε περίπτωση αδράνειας του νομοθέτη για συμμόρφωση προς αυτές, μετά την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 86 του Ν. 4307/2014, αναβιώνουν οι, προ του Ν. 4093/2012, διατάξεις του Ν. 3205/2003, με τις οποίες είχαν εισαχθεί, ενιαία για όλες τις κατηγορίες στρατιωτικών, ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις.

Επειδή, ακολούθως, στο άρθρο 10 του Ν. 4575/2018 (Φ.Ε.Κ. Α’ 192) ορίζεται ότι: «Καταβολή εφάπαξ χρηματικού ποσού στα στελέχη Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας. 1. Στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής και για όσο χρόνο αυτά ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 31.12.2016, καταβάλλεται εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.7.2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση το άρθρο 86 του ν. 4307/2014 (Α΄ 246). Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 31.12.2016. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής καθορίζεται ο χρόνος, η διαδικασία, οι προβλεπόμενες από τις κείμενες διατάξεις κρατήσεις και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα σχετικά με την καταβολή του ποσού της προηγούμενης παραγράφου. 3. Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν τις αποδοχές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 155 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74)». Σε εκτέλεση δε της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η οικ.2/88411/ΔΕΠ/4.12.2018 (Φ.Ε.Κ. Β’ 5435/4.12.2018) Κοινή Υπουργική Απόφαση («Καταβολή εφάπαξ χρηματικού ποσού στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής»), στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι: «1. Το χρηματικό ποσό που απορρέει από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4575/2018 (Α΄ 192) για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής και για όσο χρόνο αυτά ήταν στην ενέργεια, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως και 31-12-2016, θα καταβληθεί εφάπαξ μέχρι την 27-1-2019. Στις περιπτώσεις που κατά τους σχετικούς υπολογισμούς προκύψει, συνολικά, αρνητικό χρηματικό ποσό αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη. 2. Η καταβολή του ανωτέρω ποσού θα γίνει με ξεχωριστή μισθοδοτική κατάσταση, όπου το εν λόγω ποσό θα εμφανίζεται συνολικά για κάθε δικαιούχο, από τους οικείους εκκαθαριστές των αρμοδίων Υπηρεσιών των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Προστασίας του Πολίτη, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Η εν λόγω κατάσταση αποστέλλεται μέχρι την 21η του μήνα καταβολής στην Ενιαία Αρχή Πληρωμής κατά τα ισχύοντα. 3. Στις περιπτώσεις που δικαιούχοι ήταν εν ενεργεία στελέχη κατά ένα μέρος του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (από 1-8-2012 έως και 31-12-2016) η εκκαθάριση και πληρωμή του εν λόγω χρηματικού ποσού για το διάστημα αυτό θα γίνει από την Υπηρεσία, στην οποία υπηρέτησαν κατά το χρόνο της ενέργειας (συμπεριλαμβανομένου του χρονικού διαστήματος των τρίμηνων αποδοχών, σε περίπτωση επιλογής τους). 4. Για τον υπολογισμό του ποσού της παρ. 1 λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες υπηρεσιακές μεταβολές των στελεχών που είχαν μισθολογικές συνέπειες και έλαβαν χώρα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, οπότε και προσαρμόζεται αναλόγως το ποσό που αφορά το εν λόγω διάστημα» και στο άρθρο 3 ότι: «Σε περίπτωση που τα πρόσωπα του άρθρου 1 έχουν λάβει σε εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων ποσά που αντιστοιχούν σε αυτά που θα λάμβαναν εάν δεν είχαν μεσολαβήσει οι μισθολογικές διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) και του άρθρου 86 του ν. 4307/2014 (Α΄ 246), τα ποσά αυτά συμψηφίζονται με το εφάπαξ χρηματικό ποσό του ίδιου άρθρου, κατά το μέρος που αναφέρονται στο ίδιο χρονικό διάστημα, εξαιρουμένων των σχετικών επιδικασθέντων τόκων. Ο εν λόγω συμψηφισμός θα λάβει χώρα και κατά την εκτέλεση σχετικών δικαστικών αποφάσεων που τυχόν θα εκδοθούν μετά την ημερομηνία εφάπαξ καταβολής του εν λόγω χρηματικού ποσού, εφόσον αυτές αναφέρονται (εν όλω ή εν μέρει) στο ίδιο χρονικό διάστημα».

Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (Σ.τ.Ε. 3696/2015, 2156/2015, 2898/2014). Ακόμη, ναι μεν η Διοίκηση μπορεί, είτε να ανακαλέσει την ως άνω παράνομη πράξη, εκδίδοντας νέα νόμιμη πράξη, προσδίδοντας, μάλιστα, σε αυτήν αναδρομική δύναμη, είτε να εκδώσει τη νέα αυτή νόμιμη πράξη μετά την ακύρωση, με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, της αρχικής παράνομης πράξης, με αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις αυτές, να μην υφίσταται πλέον παράνομη διοικητική πράξη και να διασπάται, έτσι, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας, πλην, σε περίπτωση που η αρχικώς εκδοθείσα παράνομη διοικητική πράξη έχει εφαρμοσθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι την έκδοση της νεότερης νόμιμης πράξης, εξακολουθεί να υφίσταται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω παρανομίας και της ζημίας και, συνεπώς, εξακολουθεί να συντρέχει η προαναφερθείσα προϋπόθεση. Η προϋπόθεση δε αυτή συντρέχει πολύ περισσότερο στην περίπτωση που δεν εκδοθεί τελικώς νόμιμη διοικητική πράξη (Σ.τ.Ε. 1268/2013, 305/2010, 1841/2007, 1749/2003, 3422/1999 επταμ.). Εξάλλου, η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.), περιλαμβάνει την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος, δηλαδή την αποκατάσταση τόσο της ζημίας, την οποία υπέστη η περιουσία του ζημιωθέντος που υπήρχε κατά τον χρόνο της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή της υλικής ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, όσο και της ζημίας, την οποία υπέστη ο ζημιωθείς μέσω της στέρησης, συνεπεία της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, παροχών, τις οποίες, μετά πιθανότητας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, αυτός θα αποκόμιζε στο μέλλον, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου (Σ.τ.Ε. 3258/2015, 4387/2014, 3713/2010, 920/2009, 2512/2008, 1553/2006 κ.ά.).

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες, αξιωματικοί εν αποστρατεία του Στρατού Ξηράς, Πολεμικής Αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού, υπέστησαν περικοπές στις αποδοχές τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.1, περ. 31 έως 33 του Ν. 4093/2012. Κατά τον χρόνο της αποστρατείας τους, ο καθένας έλαβε από το κατά περίπτωση Μετοχικό Ταμείο το ανάλογο εφάπαξ βοήθημα, που υπολογίσθηκε επί του βασικού μισθού και του κατά περίπτωση χρονοεπιδόματος, επιδόματος ειδικής απασχόλησης και θέσης υψηλής ευθύνης, όπως αυτά διαμορφώθηκαν βάσει των διατάξεων του Ν. 4093/2012. Στη συνέχεια, χορηγήθηκε στους ενάγοντες συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα από τα ως άνω Μετοχικά Ταμεία, βάσει των διατάξεων του Ν. 4307/2014 (σχετ. τα εντάλματα πληρωμής εφάπαξ βοηθήματος του Μετοχικού Ταμείου Ναυτικού, τις συμπληρωματικές πράξεις απονομής εφάπαξ λόγω νέας εισοδηματικής πολιτικής και η από 19.3.2019 βεβαίωση του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας). Ήδη, με την κρινόμενη αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στις 30.12.2014 (σχετ. η ……/30.12.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……), οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει εντόκως σε καθέναν από αυτούς τα αναγραφόμενα στην αγωγή ποσά, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., ως αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από τις παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς τους, πράξεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και, ειδικότερα, από την καταβολή σε αυτούς μειωμένου εφάπαξ βοηθήματος, λόγω μείωσης των αποδοχών τους, κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως 31.12.2014, κατ’ εφαρμογή των σχετικών με τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας μισθολογικών διατάξεων του Ν. 4093/2012. Ειδικότερα, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι το εναγόμενο παρανόμως παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αποκατάσταση των αποδοχών τους για το επίδικο χρονικό διάστημα σε συμμόρφωση με τις 2194 και 2195/2014 ακυρωτικές αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ακυρώθηκε η οικ.2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, καθ’ ο μέρος αφορούσε την αναδρομική μείωση των αποδοχών των στρατιωτικών, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημία από τη διαφορά ανάμεσα στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που έπρεπε να λάβουν, με βάση τις αποδοχές που θα έπρεπε να τους καταβληθούν σε πλήρη συμμόρφωση προς τις ανωτέρω ακυρωτικές αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, και στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που έλαβαν, με βάση τις αποδοχές που πράγματι τους καταβλήθηκαν.

Επειδή, με την παραπάνω 16791/2019 απόφασή του, αφού λήφθηκε υπόψη ότι: α) με την 2192/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 31 - 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, και μάλιστα αναδρομικώς από 1.8.2012, καθώς και της απολύτως συναφούς προς αυτές διάταξης της περίπτωσης 37, αντίκεινται προς την απορρέουσα εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 9 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στρατιωτικών, β) με την 1125/2016 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκαν αντίθετες στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 86 του Ν. 4307/2014 κατά το αναδρομικό τους μέρος, καθώς και η απολύτως συναφής διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου και γ) εν προκειμένω, στους ενάγοντες χορηγήθηκε αρχικώς εφάπαξ βοήθημα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και, περαιτέρω, συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4307/2014, το Δικαστήριο έκρινε ότι μη νομίμως περιορίσθηκε η εν λόγω παροχή συνεπεία της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, επομένως, το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., τη διαφορά μεταξύ του αθροίσματος του αρχικώς και του συμπληρωματικώς καταβληθέντος σε αυτούς εφάπαξ βοηθήματος και του εφάπαξ βοηθήματος που οι ίδιοι δικαιούνται, υπολογιζομένου τούτου χωρίς την εφαρμογή των ανωτέρω αντισυνταγματικών διατάξεων. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση του Δικαστηρίου, όσον αφορά την έκταση της ζημίας των εναγόντων και ενόψει των διατάξεων των άρθρων 10 και 15 του Ν. 4575/2018, υποχρεώθηκαν οι ενάγοντες να προσκομίσουν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου βεβαιώσεις των αρμόδιων υπηρεσιών των αντίστοιχων για κάθε ενάγοντα Μετοχικών Ταμείων, στις οποίες θα αναφέρονταν: α) το ακριβές ποσό στο οποίο θα έπρεπε να ανέλθει το εφάπαξ βοήθημα καθενός από αυτούς, εάν αυτό υπολογιζόταν με βάση τις διατάξεις για το ύψος των αποδοχών τους που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και του άρθρου 86 του Ν. 4307/2014, καθώς και ο ακριβής τρόπος υπολογισμού του ποσού αυτού, β) εάν επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή στα εν λόγω ποσά, ένεκα των άρθρων 10 – 15 του Ν. 4575/2018 και της 170285/0092 κοινής απόφασης («Καταβολή εφάπαξ χρηματικού ποσού στα πρόσωπα του άρθρου 15 του ν. 4575/2018», Φ.Ε.Κ. Β’ 5503/7.12.2018) των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών και γ) ποιο είναι το τελικώς δικαιούμενο, για καθέναν εξ αυτών, εφάπαξ βοήθημα κατόπιν όλων των ανωτέρω υπολογισμών, αφαιρουμένων των ποσών που εν τω μεταξύ τους έχουν καταβληθεί είτε αρχικώς είτε συμπληρωματικώς, εντόκως ή ατόκως, από την ίδια ή παρόμοια αιτία.

Επειδή, σε συμμόρφωση προς τα ως άνω διαταχθέντα, περιήλθαν στο Δικαστήριο: α) το ……/11.12.2019 έγγραφο του Διευθυντή Ε.ΛΟ.Α.Ν. του Μετοχικού Ταμείου Ναυτικού, σύμφωνα με το οποίο η διαφορά μεταξύ του εφάπαξ που δικαιούνταν να λάβουν οι 1ος ως και 29ος των εναγόντων, σύμφωνα με το μισθολογικό καθεστώς των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων που ίσχυε πριν από τις μειώσεις των νόμων 4093/2012 και 4307/2014, και αυτού που έλαβαν, σύμφωνα με το μισθολογικό καθεστώς των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων που ίσχυε, μετά τις μειώσεις των παραπάνω νόμων, ανέρχεται, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων στα πληρωτέα (καθαρά) ποσά των 10.969,25 ευρώ στον 1ο ενάγοντα, των 8.968,24 ευρώ στον 2ο, των 10.412,11 ευρώ στον 3ο, των 9.305,35 ευρώ στον 4ο, των 5.269,97 ευρώ στον 5ο, των 3.893,97 ευρώ στον 6ο, των 5.430,88 ευρώ στον 7ο, των 5.363,16 ευρώ στον 8ο, των 5.385,73 ευρώ στον 9ο, των 5.363,16 ευρώ στον 10ο, των 5.269,97 ευρώ στον 11ο, των 3.758,73 ευρώ στον 12ο, των 7.480,26 ευρώ στον 13ο, των 2.569,21 ευρώ στον 14ο, των 2.547,47 ευρώ στον 15ο, των 2.530,71 ευρώ στη 16η, των 2.504,55 ευρώ στη 17η, των 2.534,99 ευρώ στην 18η, των 2.455,93 ευρώ στη 19η, των 2.455,93 ευρώ στην 20η, των 2.265,44 ευρώ στην 21η, των 2.285,75 ευρώ στην 22η, των 2.460,34 ευρώ στην 23η, των 2.285,75 ευρώ στην 24η, των 8.856,70 ευρώ στην 25η, των 5.027,67 ευρώ στην 26η, των 5.269,97 ευρώ στον 27ο, των 5.429,14 ευρώ στον 28ο και των 3.146,82 ευρώ στον 29ο των εναγόντων, β) η από 16.12.2019 βεβαίωση του Ε.ΛΟ.Α.Α. του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας, από την οποία προκύπτει ότι η ως άνω διαφορά εφάπαξ ανέρχεται στο πληρωτέο (καθαρό) ποσό των 2.191,28 ευρώ στον 30ο ενάγοντα, γ) το ……/16.12.2019 έγγραφο της Διευθύντριας του Ε.ΛΟ.Α.Σ., από το οποίο προκύπτει ότι η παραπάνω διαφορά εφάπαξ ανέρχεται στο πληρωτέο (καθαρό) ποσό των 4.574,04 ευρώ στον 31ο ενάγοντα και δ) το ……/16.12.2019 έγγραφο της Διευθύντριας του Ε.ΛΟ.Α.Σ., από το οποίο προκύπτει ότι η παραπάνω διαφορά εφάπαξ ανέρχεται στο πληρωτέο (καθαρό) ποσό των 3.580,02 ευρώ στον 32ο ενάγοντα. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ζημία των εναγόντων από τις παράνομες πράξεις των οργάνων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται στα ποσά των 10.969,25 ευρώ για τον 1ο ενάγοντα, των 8.968,24 ευρώ για τον 2ο, των 10.412,11 ευρώ για τον 3ο, των 5.269,97 ευρώ για τον 5ο, των 3.893,97 ευρώ για τον 6ο, των 5.430,88 ευρώ για τον 7ο, των 5.363,16 ευρώ για τον 8ο, των 5.385,73 ευρώ για τον 9ο, των 5.363,16 ευρώ για τον 10ο, των 5.269,97 ευρώ για τον 11ο, των 3.758,73 ευρώ για τον 12ο, των 7.480,26 ευρώ για τον 13ο, των 2.569,21 ευρώ για τον 14ο, των 2.547,47 ευρώ για τον 15ο, των 2.530,71 ευρώ για τη 16η, των 2.504,55 ευρώ για τη 17η, των 2.534,99 ευρώ για τη 18η, των 2.455,93 ευρώ για τη 19η, των 2.455,93 ευρώ για την 20η, των 2.265,44 ευρώ για την 21η, των 2.285,75 ευρώ για την 22η, των 2.460,34 ευρώ για την 23η, των 2.285,75 ευρώ για την 24η, των 8.856,70 ευρώ για την 25η, των 5.027,67 ευρώ για την 26η, των 5.269,97 ευρώ για τον 27ο, των 5.429,14 ευρώ για τον 28ο, των 3.146,82 ευρώ για τον 29ο, των 2.191,28 ευρώ για τον 30ο, των 4.574,04 ευρώ για τον 31ο και των 3.580,02 ευρώ για τον 32ο εξ αυτών, κατά μερική αποδοχή των αιτημάτων της αγωγής, και στο ποσό των 9.305,35 ευρώ για τον 4ο ενάγοντα, για τον οποίο, όμως, το επιδικαστέο ποσό ανέρχεται, ενόψει του αιτήματος της αγωγής (άρθρο 73 παρ. 1 και 80 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.), σε 3.587,86 ευρώ. 

Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο, στις 30.12.2014, ως την εξόφληση. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ’ του Κ.Δ.Δ.). 

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, στις 30.12.2014, ως την εξόφληση, τα ποσά των δέκα χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (10.969,25 ευρώ) στον 1ο ενάγοντα, των οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα οκτώ ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (8.968,24 ευρώ) στον 2ο, των δέκα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα ευρώ και ένδεκα λεπτών (10.412,11 ευρώ) στον 3ο, των τριών χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (3.587,86 ευρώ) στον 4ο, των πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (5.269,97 ευρώ) στον 5ο, των τριών χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (3.893,97 ευρώ) στον 6ο, των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών (5.430,88 ευρώ) στον 7ο, των πέντε χιλιάδων τριακοσίων εξήντα τριών ευρώ και δεκαέξι λεπτών (5.363,16 ευρώ) στον 8ο, των πέντε χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (5.385,73 ευρώ) στον 9ο, των πέντε χιλιάδων τριακοσίων εξήντα τριών ευρώ και δεκαέξι λεπτών (5.363,16 ευρώ) στον 10ο, των πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (5.269,97 ευρώ) στον 11ο, των τριών χιλιάδων επτακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (3.758,73 ευρώ) στον 12ο, των επτά χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (7.480,26 ευρώ) στον 13ο, των δύο χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και είκοσι ενός λεπτών (2.569,21 ευρώ) στον 14ο, των δύο χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα επτά ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (2.547,47 ευρώ) στον 15ο, των δύο χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (2.530,71 ευρώ) στη 16η, των δύο χιλιάδων πεντακοσίων τεσσάρων ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (2.504,55 ευρώ) στη 17η, των δύο χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (2.534,99 ευρώ) στην 18η, των δύο χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (2.455,93 ευρώ) στη 19η, των δύο χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (2.455,93 ευρώ) στην 20η, των δύο χιλιάδων διακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (2.265,44 ευρώ) στην 21η, των δύο χιλιάδων διακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (2.285,75 ευρώ) στην 22η, των δύο χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (2.460,34 ευρώ) στην 23η, των δύο χιλιάδων διακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (2.285,75 ευρώ) στην 24η, των οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτών (8.856,70 ευρώ) στην 25η, των πέντε χιλιάδων είκοσι επτά ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (5.027,67 ευρώ) στην 26η, των πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (5.269,97 ευρώ) στον 27ο, των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών (5.429,14 ευρώ) στον 28ο, των τριών χιλιάδων εκατόν σαράντα έξι ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (3.146,82 ευρώ) στον 29ο, των δύο χιλιάδων εκατόν ενενήντα ενός ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (2.191,28 ευρώ) στον 30ο, των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και τεσσάρων λεπτών (4.574,04 ευρώ) στον 31ο και των τριών χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα ευρώ και δύο λεπτών (3.580,02 ευρώ) στον 32ο των εναγόντων.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

 

Ο δικαστής Η γραμματέας

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΘΕΚΛΑ ΚΑΤΡΗ

 

Ακριβές αντίγραφο

 

Αθήνα ..........................

 

Η Προϊσταμένη του 19ου τμήματος