ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΒΟΛΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 8/2024

 

Δικαστής : Χρήστος Ανυφαντής, Πρωτόδικης

Δικηγόροι : Σπύρος Μπαλατσούκας - Τριαντάφυλλος Εμμανουηλίδης

 

I. Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4046/2012 εγκρίθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του.

Με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι «Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου». Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε υπό του τίτλο «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις» του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα «υφιστάμενες» σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου «existing») συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο «Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι» προβλέπει τα εξής: «Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας».

Στη συνέχεια, κατ εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012, εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012 (Π.Υ.Σ.) που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Α 38/28.2.2012, για τη «ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012». Στο άρθρο 5 αυτής, το οποίο κωδικοποιήθηκε ως άρθρο 334 του π.δ. 80/2022, ορίζεται ότι: «1. Από 14.2.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990. 2. Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/ και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται».

Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ. από τις 14 Φεβρουάριου 2012 οι συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και μέχρι τότε θεωρούνταν ορισμένου χρόνου θα θεωρούνται στο εξής ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, οπότε σε περίπτωση λύσης αυτών θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920. Επίσης, ότι καταργούνται οι λεγάμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία (βλ. Ολ.Α.Π. 11/2017).

Οι ίδιες δε ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 και άρθρου 5 της, κατ’ εξουσιοδότηση του τελευταίου, Π.Υ.Σ. 6/2012 συνιστούν διατάξεις αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου (βλ. Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Έκδοση 2019, παρ. 29, Κ. Μπακόπουλος, Συμβολές στο Εργατικό Δίκαιο, Έκδοση 2017), καθώς αποσκοπούν στην προστασία του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος. Τούτο διότι (και) οι εισαγόμενες με αυτές ρυθμίσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύστημα ρυθμίσεων και μέτρων τα οποία εκτείνονται σε ένα μεγάλο φάσμα τομέων της δημόσιας πολιτικής και περιγράφονται αναλυτικά στο ως άνω Μνημόνιο, του οποίου το σχέδιο εγκρίθηκε με το ν. 4046/2012, και αποσκοπούν, όπως αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του τελευταίου, στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της διόγκωσης του δημοσίου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, μέσω, μεταξύ άλλων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, μείωσης του κόστους εργασίας και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Πρόκειται δηλαδή για μέτρα τα οποία, κατά νομοθετική επιλογή, ελήφθησαν υπό όλως εξαιρετικές περιστάσεις, προ του κινδύνου στάσης πληρωμών και κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας με απρόβλεπτες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες [βλ. Ολ.ΣτΕ 2307/2014 (σκέψη αρ. 23) ΝΟΜΟΣ και περί της συνταγματικότητας, μεταξύ άλλων, της συγκεκριμένης διάταξης]. Υπό τη φύση τους αυτή, ως αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου, οι ίδιες ως άνω διατάξεις παρεμβαίνουν στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων τόσο σε εταιρίες του δημοσίου ή του ευρύτερου δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα. Εξάλλου, στο πεδίο εφαρμογής των ίδιων διατάξεων εντάσσεται, κατά τα προεκτιθέμενα, το σύνολο των εταιριών, όπως σαφώς αναφέρεται στο κείμενο του προαναφερόμενου «Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» (και δη στο μέρος αυτού που τιτλοφορείται στο Κεφάλαιο Ε ως «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις», στην παράγραφο 29 «[...] Το πακέτο των μέτρων για την αγορά εργασίας το οποίο θα εφαρμοσθεί συμπεριλαμβάνει: Διαρθρωτικά μέτρα για το επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων [...] Αφαίρεση της "μονιμότητας" σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες [...]»), αλλά και σαφώς συνάγεται από το σκοπό που ρητά αναφέρεται ότι εξυπηρετεί, ήτοι, κατά τα ήδη εκτιθέμενα, την επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας εν γένει της αγοράς εργασίας. Εξαιτίας δε του γεγονότος ότι οι ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/ 2012 και άρθρου 5 της, κατ εξουσιοδότηση του τελευταίου, Π.Υ.Σ. 6/2012, συνιστούν διατάξεις αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου, που αποβλέπουν στη διασφάλιση του ρυθμιστικού προνομίου του κρατικού νομοθέτη έναντι των κοινωνικών εταίρων, δεν επιτρέπεται για το μέλλον, μετά την έναρξη ισχύος τους (μετά την 14η.2.2012), η επαναδιαπραγμάτευση των καταργηθεισών ρητρών μονιμότητας, ήτοι δεν επιτρέπεται η εκ νέου θέσπιση τέτοιων ρητρών που εισάγουν περιορισμούς του εργοδοτικού δικαιώματος καταγγελίας, τουλάχιστον με κανονισμό εργασίας ή σ.σ.ε., στις επιχειρήσεις που, κατά τα ανωτέρω, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της (βλ. Δ. Ζερδελή, ό.π., Κ. Μπακόπουλο, ό.π.).

II. Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ν. 4354/ 2015, το οποίο εφαρμόζεται και για τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, συμπεριλαμβανομένων των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας (άρθρο 7 παρ. 1 περ. στ του ίδιου νόμου), ορίζονται τα εξής: «1. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών, από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, απαιτείται υπηρεσία ως εξής: α. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. υπηρεσία τριών (3) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο, β. Για τους υπαλλήλους των Τ.Ε. και Π.Ε. υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Για την μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων από το κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. 3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο εξέλιξη του υπαλλήλου γίνεται με πράξη του αρμόδιου για τον διορισμό οργάνου που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. α. Ως προϋπηρεσία που αναγνωρίζεται για την εξέλιξη των υπαλλήλων που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 του παρόντος, λαμβάνεται η υπηρεσία που προσφέρεται σε φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 7 των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών είναι να μην έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για την χορήγηση καμίας άλλης οικονομικής παροχής ή αναγνώρισης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών πραγματοποιείται με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου οργάνου και τα οικονομικά αποτελέσματα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών».

Από τη γραμματική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης σαφώς προκύπτει ότι όταν η προϋπηρεσία χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αυτή μηδενίζεται και η μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων δεν μπορεί να έχει ως βάση την μέχρι τότε διανυθείσα προϋπηρεσία, στην περίπτωση που ο υπάλληλος έχει ήδη καταστεί συνταξιούχος και μάλιστα λαμβάνει έστω και ποσοστό της συντάξεώς του. Εντούτοις, ο υπάλληλος που συνταξιοδοτείται και εξακολουθεί να εργάζεται στην ίδια θέση που κατείχε πριν τη συνταξιοδότησή του χωρίς να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του από τον εργοδότη δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως στον μισθό του πρωτοδιοριζόμενου υπάλληλου, αφού στο νόμο δεν προβλέπεται αντίστροφη μισθολογική εξέλιξη, ήτοι μετάβαση από ανώτερο σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, ανεξαρτήτως του ότι δεν μπορεί να αξιοποιήσει την προηγούμενη προϋπηρεσία του, την οποία χρησιμοποίησε για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, για την περαιτέρω μισθολογική του εξέλιξη σε τυχόν επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο.

Διαφορετική προσέγγιση και ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων θα είχε ως αποτέλεσμα ο μισθωτός ο οποίος συνταξιοδοτείται αλλά συνεχίζει να εργάζεται στον ίδιο εργοδότη να στερείται νόμιμες απολαβές τις οποίες είχε ήδη κατοχυρώσει πριν τη συνταξιοδότησή του, για την παροχή, και μετά την απονομή σύνταξης, ίσης ποσότητας και ίδιας ποιότητας εργασίας και οι οποίες (απολαβές) είχαν ήδη υπολογιστεί (αναγνωριστεί) με βάση την εργασιακή του εμπειρία (προϋπηρεσία) και άρα την αποδοτικότητά του, ήτοι στοιχεία τα οποία είχαν αναγνωριστεί πριν την αναγνώριση του δικαιώματος απονομής σύνταξης και τα οποία δεν μεταβάλλονται από το γεγονός και μόνο της αναγνώρισης του δικαιώματος αυτού.

Με διαφορετική διατύπωση, κατά την ερμηνεία που το Δικαστήριο τούτο προκρίνει ως ορθότερη, η μη αξιοποίηση του χρόνου προϋπηρεσίας που λήφθηκε υπόψη για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος αφορά μόνο την περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη του μισθωτού, μετά την απονομή σύνταξης, στον ίδιο ή σε διαφορετικό εργοδότη, και δεν επηρεάζει τις ήδη κατοχυρωμένες πριν τη συνταξιοδότηση μισθολογικές απολαβές, εφόσον ο μισθωτός εξακολουθεί να παρέχει την εργασία του στον ίδιο εργοδότη και στα πλαίσια της ίδιας εργασιακής σχέσης και μετά τη συνταξιοδότησή του, αφού στην τελευταία περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα εκ νέου αναγνώρισης της προϋπηρεσίας του. Τούτο δε συνάγεται ευθέως και από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 11 του ν. 4354/2015, όπου γίνεται αποκλειστικά λόγος για μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και όχι το αντίστροφο, ήτοι για μετάπτωση του υπαλλήλου από ανώτερο σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο.

III. Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 1264/1982, όπως διατάξεις των παραγράφων 5,6, 7,8, 9 και 10 διαμορφώθηκαν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 88 του ν. 4808/2021, «[...] 5. Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) των μελών της διοίκησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Αστικού Κώδικα, β) των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 του Αστικού Κώδικα, διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης που διορίζει το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 69 του Αστικού Κώδικα ή, γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 10. 6. Η παραπάνω προστασία παρέχεται στην ακόλουθη έκταση: α) εάν η οργάνωση έχει ως διακόσια (200) μέλη, προστατεύονται πέντε (5) μέλη της διοίκησης, β) εάν η οργάνωση έχει ως χίλια (1.000) μέλη, προστατεύονται επτά (7) μέλη της διοίκησης, γ) εάν η οργάνωση έχει περισσότερα από χίλια (1.000) μέλη προστατεύονται εννέα (9) μέλη της διοίκησης. 7. Τη σειρά των μελών που προστατεύονται ορίζει το καταστατικό. Εάν το καταστατικό δεν το προβλέπει ειδικά, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος ο Αναπληρωτής Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος, ο Γενικός Γραμματέας ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας, ο Ταμίας και οι λοιποί κατά την τάξη της εκλογής. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων συνδικαλιστικών οργανώσεων στον ίδιο εργοδότη, ο συνολικός αριθμός των προστατευόμενων μελών, που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από το διπλάσιο του αντίστοιχου αριθμού που αναφέρεται στις περ. α, β και γ της παρ. 6. Στην περίπτωση αυτήν, ο αριθμός των μελών της διοίκησης της κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης που προστατεύεται προκύπτει από τη διαίρεση του μεγίστου αριθμού κατά το προηγούμενο εδάφιο, δια του ποσοστού των μελών της οργάνωσης που ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη διοίκησης επί του συνόλου των μελών όλων των οργανώσεων που ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη διοικήσεων. Εφόσον προκύπτουν δεκαδικοί αριθμοί, στρογγυλεύονται στον αμέσως μεγαλύτερο ακέραιο και ο συνολικός αριθμός προστατευόμενων μελών, που εργάζονται στην επιχείρηση, αυξάνεται αναλόγως. [,..]10. Η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προσώπων που προστατεύονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, επιτρέπεται υπό τους όρους της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1483/1984 (Α 153). Για τον δικαστικό έλεγχο των απολύσεων αυτών εφαρμόζονται η διαδικασία και οι προθεσμίες της παρ. 4 του άρθρου 22. Η αγωγή επιδίδεται τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει προσδιορισθεί για τη συζήτησή της. Πρόσθετες παρεμβάσεις, μπορούν να ασκούνται και προφορικά, ενώπιον του ακροατηρίου, πριν από την έναρξη της συζήτησης της αγωγής».

Επομένως μετά την τροποποίηση της παρ. 10 του ν. 1264/1982 με το άρθρο 88 του ν. 4808/2021, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των προστατευόμενων στο άρθρο 14 του ν. 1264/1982 προσώπων μπορεί να γίνει εφόσον συντρέχει γενικά σπουδαίος λόγος, δοθέντος ότι με την ανωτέρω τροποποίηση καταργήθηκαν οι περιοριστικά αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις για τις οποίες και μόνου επιτρεπόταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδάφιο δεύτερο του ν. 3198/1955, όπως ερμηνεύθηκε υπό την ισχύ του άρθρου 64 του ν. 4808/2021, και κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 325 παρ. 2 π.δ. 80/2022, «Εργαζόμενοι που υπάγονται στην ασφάλιση για χορήγηση σύνταξης οποιοσδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, δύνανται είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία τους από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση το 40% —και όσοι δεν είναι επικουρικά ασφαλισμένοι, το 50%— της αποζημίωσης που δικαιούνται με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς προειδοποίηση από τον εργοδότη. Για την αποζημίωση που χορηγείται κατά τα ανωτέρω στους εργαζομένους που αποχωρούν ή απομακρύνονται εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα όσα ορίζονται από τις διατάξεις του Τμήματος αυτού».

Η τελευταία διάταξη καθιερώνει, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, και σπουδαίο λόγο λύσης της σύμβασης εργασίας (βλ. Ολ.Α.Π. 26/1992, Ολ.Α.Π. 1110/1986), παρέχουσα το δικαίωμα, με αντιστάθμισμα την καταβολή αποζημίωσης, στον εργοδότη να καταγγείλει λόγω συνταξιοδότησης τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 1264/1982, λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας δοθέντος ότι μετά την τελευταία τροποποίηση της διάταξης της παραγράφου 10 του άρθρου 14 του ως άνω νόμου καταργήθηκε η περιοριστική απαρίθμηση των περιπτώσεων δυνατότητας καταγγελίας και πλέον αρκεί και μόνον η ύπαρξη σπουδαίου λόγου.

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγοντες εκθέτουν ότι ανάμεσα σε αυτούς και την εναγόμενη καταρτίστηκαν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, και, ειδικότερα, ότι ο πρώτος εξ αυτών προσελήφθη, δυνάμει της από 3.12.2001 σύμβασης με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου μηχανικού Π.Ε., ο δεύτερος εξ αυτών, δυνάμει της από 1.4.1987 σύμβασης με την ειδικότητα του οικονομολόγου Π.Ε. και ο τρίτος εξ αυτών, δυνάμει της από 1.8.2003 σύμβασης με την ειδικότητα του Τεχνίτη Ύδρευσης Δ.Ε. Ότι, κατόπιν αίτησης των εναγόντων προς τον Ε.Φ.Κ.Α., απονεμήθηκε σε έκαστο εξ αυτών σύνταξη γήρατος με εξαγορά πλασματικών ετών ασφάλισης και με μηνιαία παρακράτηση ποσού από το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης για την εξόφληση του τιμήματος της εξαγοράς, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής. Ότι, λόγω της παράλληλης διατήρησης των θέσεων εργασίας τους, καταβλήθηκε σε αυτούς μειωμένη σύνταξη κατά ποσοστό 30%, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 4387/2016, και πιο συγκεκριμένα στον πρώτο εξ αυτών ποσό 985,56 ευρώ, στον δεύτερο εξ αυτών ποσό 855,32 ευρώ και στον τρίτο εξ αυτών ποσό 652,65 ευρώ. Ότι, αρχικά, η εναγομένη, ενόψει του ότι απονεμήθηκε σε αυτούς σύνταξη γήρατος κατόπιν αίτησής τους, προέβη, μονομερώς, σε μεταβολή της μισθολογικής τους κατάστασης, κατατάσσοντάς τους στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο του ν. 4354/2015, με αποτέλεσμα οι αποδοχές τους από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2023 και εντεύθεν να διαμορφωθούν ως εξής: α) για τον πρώτο των εναγόντων στο ποσό των 2.336,64 ευρώ μικτά (=1.092 ευρώ βασικός μισθός + 290 ευρώ επίδομα θέσης ευθύνης + 954,64 ευρώ προσωπική διαφορά) και, αντίστοιχα, 1.781,19 ευρώ, καθαρά, ενώ ο ίδιος έως τον Φεβρουάριο του έτους 2023 μισθοδοτούνταν με βάση το 17ο μισθολογικό κλιμάκιο και, συγκεκριμένα, λάμβανε 3.280,64 ευρώ μικτά (=2.036 ευρώ βασικός μισθός + 290 ευρώ επίδομα θέσης + 954,64 ευρώ προσωπική διαφορά), β) για τον δεύτερο των εναγόντων στο ποσό των 1.830.09 ευρώ μικτά (=1.092 ευρώ βασικός μισθός + 50 ευρώ οικογενειακή παροχή + 688,09 ευρώ προσωπική διαφορά) και, αντίστοιχα, 1.464,65 ευρώ, καθαρά, ενώ ο ίδιος έως τον Φεβρουάριο του έτους 2023 μισθοδοτούνταν με βάση το 19ο μισθολογικό κλιμάκιο και, συγκεκριμένα, λάμβανε 2.892.09 ευρώ μικτά (=2.154 ευρώ βασικός μισθός + 50 ευρώ οικογενειακή παροχή + 688.09 ευρώ προσωπική διαφορά) και γ) για του τρίτο εξ αυτών στο ποσό των 1.327,79 ευρώ μικτά (=858 ευρώ βασικός μισθός + 469,79 ευρώ προσωπική διαφορά) και, αντίστοιχα, 1.046,41 ευρώ, καθαρά, ενώ ο ίδιος έως του Φεβρουάριο του έτους 2023 μισθοδοτούνταν με βάση το 11ο μισθολογικό κλιμάκιο και, συγκεκριμένα, λάμβανε 1.807,79 ευρώ μικτά (=1.458 ευρώ βασικός μισθός + 469,79 ευρώ προσωπική διαφορά). Ότι, ακολούθως, την 1η.7.2023, η εναγομένη, κατόπιν απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας 12 εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, λόγω του ότι οι ανωτέρω εργαζόμενοι είχαν συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος. Ότι οι ίδιοι (οι ενάγοντες) έλαβαν γνώση της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους την 3η.7.2023, οπότε η εναγόμενη κοινοποίησε εξώδικα με δικαστικό επιμελητή την καταγγελία στον καθένα τους. Ότι στον ισχύοντα Οργανισμό της εναγομένης, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ αριθ. 46514/21.3.2022 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας- Στερεάς Ελλάδας (Φ.Ε.Κ. Β 1311), προβλέπεται η αυτοδίκαιη απόλυση των εργαζομένων, εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις για την απονομή σύνταξης γήρατος, ωστόσο η σχετική διάταξη δεν εφαρμόζεται από την 14η.2.2012 και εφεξής καθότι συνιστά ρήτρα μονιμότητας και επομένως αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 6 του ν. 4046/ 2012 και 5 της Π.Υ.Σ. 6/2012. Ότι, με βάση την ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση, οι συμβάσεις εργασίας τους κατέστησαν συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ότι, κατόπιν των ανωτέρω, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την εναγόμενη είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β του ν. 3198/1955. Ότι, επιπλέον, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη, διότι η εναγόμενη, η οποία απασχολεί συνολικά 168 εργαζομένους, προέβη ταυτόχρονα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (1.7.2023), σε ομαδικές απολύσεις, συνολικά 12 εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, χωρίς να τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπει ο ν. 1387/1983 για τις ομαδικές απολύσεις. Ότι, επιπρόσθετα, όσον αφορά τον πρώτο των εναγόντων, η απόλυσή του είναι άκυρη, διότι η εναγόμενη, παρότι γνώριζε ότι αυτός, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, είχε την ιδιότητα του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του νομίμως συνεστημένου και λειτουργούντος σωματείου εργαζομένων Δ.Ε.Υ.Α. Ν. Μαγνησίας, προέβη στην καταγγελία, αν και συνέτρεχαν οι τιθέμενες από τη ρύθμιση του άρθρου 14 του ν. 1264/1982 προϋποθέσεις προστασίας του, λόγω της ανωτέρω συνδικαλιστικής του ιδιότητας.

Με βάση το ιστορικό αυτό, και κατόπιν παραδεκτού, κατ άρθρα 223, 295 παρ. 1 εδ. β 297 και 591 του Κ.Πολ.Δ., περιορισμού του υπό στοιχ. Β κύριου και του υπό στοιχ. Β επικουρικού αιτήματος της αγωγής, τα οποία αμφότερα αφορούν μισθούς υπερημερίας, από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και αναπτύσσεται περαιτέρω με τις έγγραφες προτάσεις τους, οι ενάγοντες ζητούν: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθενός εξ αυτών, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, σύμφωνα με τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές, και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή 300 ευρώ ως προς τον καθένα εξ αυτών για κάθε ημέρα που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες καθενός εξ αυτών, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει τις αποδοχές του μηνός Ιουλίου 2023, υπολογιζόμενες δίχως την περικοπή στην οποία προέβη μονομερώς από τον μήνα Μάρτιο 2023, και πιο συγκεκριμένα: γ1) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 3.280 ευρώ, γ2) στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 2.892,09 ευρώ και γ3) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 2.400 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστησαν απαιτητά, άλλως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και έως την ολοσχερή τους εξόφληση, δ) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει στους ενάγοντες μισθούς υπερημερίας από τον Αύγουστο 2023 έως και τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, ο οποίος προσδιορίζεται σε δώδεκα μήνες από την κατάθεση αυτής, ήτοι έως τον Ιούλιο του έτους 2024, και συγκεκριμένα: δ1) στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 39.360 ευρώ (=3.280 ευρώ x 12 μήνες), δ2) στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 34.704 ευρώ (=2.892 ευρώ χ 12 μήνες), δ3) στον τρίτο εξ αυτών, το ποσό των 26.326,92 ευρώ (=2.193,91 ευρώ χ 12 μήνες), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και έως την ολοσχερή τους εξόφληση, ε) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στους ενάγοντες τις μισθολογικές διαφορές των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μάιου και Ιουνίου 2023, και συγκεκριμένα: ε1) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 3.776 ευρώ [= 944 ευρώ (=3.280,64-2.336,64) x 4 μήνες], ε2) στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 4.248 ευρώ (= 1.062 ευρώ (=2.892,09 ευρώ - 1.830,09) χ 4 μήνες και ε3) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 2.400 ευρώ [=600 ευρώ (=1.927,79 ευρώ -1.267,79) χ 4 μήνες], με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και έως την ολοσχερή τους εξόφληση.

Άλλως, όλως επικουρικά, εφόσον ήθελε γίνει δεκτό ότι η εναγόμενη νομίμως προέβη από τον Μάρτιο του έτους 2023 στην περικοπή των αποδοχών τους, οι ενάγοντες ζητούν: α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει τις αποδοχές του μηνός Ιουλίου 2023, και συγκεκριμένα: α1) στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 2.336,64 ευρώ, α2) στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 1.830,09 ευρώ και α3) στον τρίτο εξ αυτών, το ποσό των 1.267,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστησαν απαιτητά, άλλως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και έως την ολοσχερή τους εξόφληση, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει σε αυτούς (ενάγοντες) μισθούς υπερημερίας από τον Αύγουστο 2023 έως και τον χρόνο συζήτησης της αγωγής ο οποίος προσδιορίζεται σε δώδεκα μήνες από την κατάθεση αυτής, ήτοι έως τον Ιούλιο του έτους 2024, και συγκεκριμένα: β1) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 28.039,68 ευρώ (=2.336,64 ευρώ χ 12 μήνες), δ2) στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 21.961,08 ευρώ (=1.830,09 ευρώ x 12 μήνες), δ3) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 15.213,48 ευρώ (=1.267,79 ευρώ χ 12 μήνες), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και έως την ολοσχερή τους εξόφληση.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, καταρχάς, ασκείται παραδεκτά, πλην του υπό στοιχ. Β (στο δικόγραφο της αγωγής) κύριου και επικουρικού αιτήματος, κατά το μέρος τους που αφορούν μισθούς υπερημερίας και για μετά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής διάστημα, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 13 Ιανουαρίου 2024 έως Ιούλιο 2024, δοθέντος ότι για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν έχουν συντρέξει ακόμη, κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά που καθιστούν υπερήμερη την εναγομένη ως προς την αποδοχή της εργασίας των εναγόντων και, ως εκ τούτου, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ασκείται πρόωρα.

Περαιτέρω, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής μαζί με την έκθεση κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και την πράξη προσδιορισμού συζήτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης (άρθρο 126 παρ. 1 περ. γ Κ.Πολ.Δ.) στις 9.10.2023 [...], και, δεδομένου ότι το αντικείμενο αυτής αφορά αξιώσεις εκ της επικαλούμενης ακυρότητας των φερόμενων ως καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έχει ασκηθεί εντός της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 (άρθρο 340 π.δ. 80/2022), λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 της υπ αριθ. 38992/2023 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β 5384/9.9.2023) με τίτλο «Ρύθμιση δικονομικών και λοιπών ζητημάτων που προκύπτουν από την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών που έχουν την έδρα τους στις Περιφερειακές Ενότητες Καρδίτσας, Μαγνησίας, Σποράδων και Τρικάλων, καθώς και του Ειρηνοδικείου Φαρσάλων της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας της Περιφέρειας Θεσσαλίας, για το χρονικό διάστημα από 8 έως και 13 Σεπτεμβρίου 2023, δυνάμει της υπ αρ. 38991οικ./8.9.2023 (Β 5382) απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης», ορίστηκε ότι «1. Υπό την επιφύλαξη της παρ. 2, το χρονικό διάστημα από 8 έως και 13 Σεπτεμβρίου 2023, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία των δικαστηρίων και εισαγγελιών που έχουν την έδρα τους στις Περιφερειακές Ενότητες Μαγνησίας, Σποράδων, Καρδίτσας και Τρικάλων, καθώς και του Ειρηνοδικείου Φαρσάλων της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας της Περιφέρειας Θεσσαλίας, λόγω της κακοκαιρίας με την ονομασία «Daniel» δυνάμει της υπ αρ. 38991οικ./8.9.2023 (Β 5382) απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον δικαστηρίων και συναφών εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων που έχουν την έδρα ή κατοικία τους στις ανωτέρω περιοχές, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Επομένως, η προθεσμία που αφετηριάστηκε την 4η.7.2023, ήτοι την επόμενη ημέρα από την κοινοποίηση (που έλαβε χώρα την 3η.7.2023) σε έκαστο των εναγόντων της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ήτοι τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της... [...], συμπληρώθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, την 10η.10.2023, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων της εναγομένης ως αβάσιμων κατ ουσίαν, δοθέντος ότι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της τελευταίας (εναγομένης), δυνάμει της οποίας αποφασίστηκε η λύση της εργασιακής σχέσης των εναγόντων, όπως και η ανάρτηση αυτής στο διαδίκτυο και, συγκεκριμένα, στην ιστοσελίδα «ΔΙΑΥΓΕΙΑ», δεν επιφέρει αυτομάτως και τα αποτελέσματα της καταγγελίας, η οποία συνιστά αυτοτελή δικαιοπραξία, και, ειδικότερα, μονομερή απευθυντέα δήλωση βούλησης, που στην περίπτωση των νομικών προσώπων, όπως εν προκειμένω, πρέπει να γίνει από το φυσικό εκείνο πρόσωπο ή πρόσωπα που, σύμφωνα με τον νόμο και το καταστατικό, εκφράζουν τη βούληση και το εκπροσωπούν στις σχέσεις του με τους τρίτους.

Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται οι εργατικές διαφορές, όπως η προκειμένη (άρθρο 614 περ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ενώπιον του παρόντος αρμοδίου καθ ύλην και κατά τόπου Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9,16 αρ. 2, 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στις υπό στοιχ. I, II και III μείζονες σκέψεις της παρούσας, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330, 341,345,346,361,653, 655 και 656 Α.Κ., 321,323,324,325, 330 και 334 π.δ. 80/2022, 68, 69 παρ. 1 περ. α, 70, 176, 904 παρ. 1 και 2, 907, 908 παρ. 1, 910 παρ. 4, 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την επισήμανση ότι κατά το μέρος που ζητείται η ακύρωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθενός ενάγοντος, και για του λόγο ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στις διατάξεις του ν. 1387/1983 για της ομαδικές απολύσεις, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, οι επίδικες καταγγελίες έγιναν από την εναγόμενη λόγω συνταξιοδότησής τους, χωρίς επιπλέον, να αναφέρεται ότι έγιναν παράλληλα και για λόγους οικονομικούς υπό το πρόσχημα της συνταξιοδότησης, και, επομένως, ενόψει ότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έγιναν αποκλειστικά για λόγους που ανάγονται στο πρόσωπο των εναγόντων, δεν συναριθμούνται στις ομαδικές απολύσεις και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου (βλ. Κ. Λαναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εφαρμογή - Νομολογία - Ερμηνεία, 2020).

Σημειώνεται, επίσης, ότι όσον αφορά το παρεπόμενο αίτημα να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και ως προς το υπό στοιχ. Β κύριο και επικουρικό αίτημα της αγωγής, μετά την τροπή αυτών από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι οι αποφάσεις με αναγνωριστικό χαρακτήρα δεν αναπτύσσουν εκτελεστότητα [βλ. Εφ.Αιγ. 68/2021 ΝΟΜΟΣ, Απαλλαγάκη / Σταματόπουλος, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 495- 1054 - Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), άρθρο 904].

Πρέπει, συνεπώς, κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δοθέντος ότι για το παραδεκτό της συζήτησης οι ενάγοντες ενημερώθηκαν πριν την άσκηση της αγωγής για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση.

V. [...] [Α]ποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου ως υπάλληλοι. Ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών, γεννηθείς την 20ή.1.1959, προσλήφθηκε στις 3.12.2001, με την ειδικότητα του Ηλεκτρολόγου-Μηχανικού Π.Ε., έχοντας φθάσει στον βαθμό του προϊσταμένου Η/Μ Ύδρευσης. Ο δεύτερος εξ αυτών, γεννηθείς την 9η.10.1958, προσλήφθηκε στις 14.2.1986, με την ειδικότητα του οικονομολόγου Π.Ε., ενώ ο τρίτος εξ αυτών, γεννηθείς την 8η.9.1957, προσλήφθηκε στις 1.8.2003, με την ειδικότητα του τεχνίτη ύδρευσης Δ.Ε. Με αίτησή του, καθένας των εναγόντων, ζήτησε από τον Ε.Φ.Κ.Α. να του χορηγήσει σύνταξη γήρατος. Ακολούθως, για μεν τον πρώτο των εναγόντων εκδόθηκε η υπ αριθ. .../30.6.2022 απόφαση του Διευθυντή του Ε.Φ.Κ.Α., δυνάμει της οποίας από 1.1.2022 χορηγήθηκε σύνταξη σε αυτόν, το μεικτό ποσό της οποίας, λόγω διατήρησης της θέσης εργασίας του στην εναγόμενη, ήταν μειωμένο κατά 30%. Αντίστοιχα, για τον δεύτερο των εναγόντων εκδόθηκε η υπ αριθ. ..../25.8.2022 απόφαση του Διευθυντή του Ε.Φ.Κ.Α., δυνάμει της οποίας από 1.1.2022 χορηγήθηκε σύνταξη σε αυτόν, το μεικτό ποσό της οποίας, λόγω διατήρησης της θέσης εργασίας του στην εναγόμενη, ήταν μειωμένο κατά 30%. Επίσης, και για τον τρίτο των εναγόντων εκδόθηκε η υπ αριθ. ..../26.5.2022 απόφαση του Διευθυντή του Ε.Φ.Κ.Α., δυνάμει της οποίας από 1.11.2021 χορηγήθηκε σύνταξη σε αυτόν, το μεικτό ποσό της οποίας, λόγω διατήρησης της θέσης εργασίας του στην εναγόμενη, ήταν μειωμένο κατά 30%.

Περαιτέρω, οι ως άνω συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, όπως και όλων των υπαλλήλων της εναγομένης, υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του ισχύοντα Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ αριθ. 46514/21.3.2022 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας (Φ.Ε.Κ. Β 1311/2022), στο άρθρο 6 του οποίου ορίζεται, όπως οριζόταν και στο αντίστοιχο άρθρο 6 του προϊσχύσαντος Οργανισμού (Φ.Ε.Κ. Β 1539/2013), ότι «Αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σύμβασης. 1. Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια και χωρίς προειδοποίηση ή καταγγελία την ημέρα που ο εργαζόμενος θα συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, όπως αυτές καθορίζονται και απαιτούνται από τους ισχύοντες κάθε φορά νόμους. 2. Αν ο εργαζόμενος παρά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας δεν συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ημέρες εργασίας για τη συνταξιοδότησή του, το Δ.Σ., μετά από αίτησή του, μπορεί να παρατείνει την εργασιακή σύμβαση μέχρι την συμπλήρωση των ημερών αυτών, όχι όμως πέρα από το 70ό έτος ηλικίας του».

Εντούτοις, η ανωτέρω διάταξη του ισχύοντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης, όπως και η αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, η οποία θεσπίζει ρήτρα μονιμότητας, αφού επιφέρει περιορισμό του εργοδοτικού δικαιώματος καταγγελίας, καθιστώντας, καταρχάς, τις ρυθμιζόμενες από τον Οργανισμό συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενόψει του ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν όρος για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος λειτουργεί όχι μόνον ως ανώτατη άλλα και ως κατώτατη διάρκεια της σύμβασης, δεν μετέβαλε το χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, οι οποίες εξακολούθησαν και μετά τούτα να συνιστούν συμβάσεις αορίστου χρόνου, ενόψει του ανίσχυρου, ως προς τον εν λόγω όρο, τόσο του από 13.6.2013 Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης (Φ.Ε.Κ. Β 1539/2013) όσο και του από 14.3.2022 Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης (Φ.Ε.Κ. Β 1311/2022), δεδομένης της φύσης των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 και άρθρου 5 της κατ εξουσιοδότηση του τελευταίου, Π.Υ.Σ. 6/2012 (το οποίο κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 334 του π.δ. 80/2022), ως αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου διατάξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε, δυνάμει της υπ αριθ. ..../16.6.2023 απόφασής του, η οποία αναρτήθηκε στον διαδικτυακό τόπο του προγράμματος «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» με ΑΔΑ:..., να εγκρίνει τη λύση της εργασιακής σύμβασης δώδεκα (12) μισθωτών, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, στους οποίους είχε αναγνωριστεί το δικαίωμα απονομής σύνταξης, από 1.7.2023, ενώ σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης η εναγόμενη διά του νομίμου εκπροσώπου της, ήτοι του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της ..., προέβη σε έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων.

Εντούτοις, ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του νόμου (άρθρο 330 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 323 παρ. 1, 2, 3 και 4 του π.δ. 80/2022) και, ειδικότερα, δεν καταβλήθηκε στους ενάγοντες η νόμιμη αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 325 παρ. 2 του π.δ. 80/2022, αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις εργασίας τους να εξακολουθούν να παράγουν τις έννομες συνέπειες τους.

Περαιτέρω, έως τον μήνα Φεβρουάριο 2023, οι μισθολογικές απολαβές των εναγόντων με βάση την προϋπηρεσία τους είχαν διαμορφωθεί ως εξής: α) για τον πρώτο των εναγόντων στο ποσό των 3.280,64 ευρώ μεικτά (υπαγωγή στο 17ο μισθολογικό κλιμάκιο με βασικό μισθό 2.036 ευρώ, πλέον επιδόματος θέσης 290 ευρώ, πλέον προσωπικής διαφοράς 954,64 ευρώ), β) για τον δεύτερο των εναγόντων στο ποσό των 2.892,09 ευρώ μεικτά (υπαγωγή στο 19ο μισθολογικό κλιμάκιο με βασικό μισθό 2.154 ευρώ, πλέον οικογενειακής παροχής 50 ευρώ, πλέον προσωπικής διαφοράς 688,09 ευρώ) και γ) για τον τρίτο των εναγόντων στο ποσό των 1.927,79 ευρώ μεικτά (υπαγωγή στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο με βασικό μισθό 1.458 ευρώ, πλέον προσωπικής διαφοράς 469,79 ευρώ).

Ωστόσο, η εναγόμενη από τον Μάρτιο του έτους 2023 και εντεύθεν, πληροφορούμενη ότι οι ενάγοντες είχαν συνταξιοδοτηθεί, προέβη μονομερώς στη μεταβολή της μισθολογικής τους κατάστασης, κατατάσσοντας αυτούς στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο, με αποτέλεσμα οι αποδοχές των εναγόντων να διαμορφωθούν ως εξής: α) για μεν τον πρώτο εξ αυτών στο ποσό των 2.336,64 ευρώ μικτά (=1.092 ευρώ βασικός μισθός, πλέον 290 ευρώ επίδομα θέσης ευθύνης, πλέον 954,64 ευρώ προσωπική διαφορά) και, αντίστοιχα, πληρωτέες αποδοχές (καθαρά) 1.781,19 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν από την εναγόμενη, β) για τον δεύτερο εξ αυτών στο ποσό των 1.830,09 ευρώ μικτά (=1.092 ευρώ βασικός μισθός, πλέον 50 ευρώ οικογενειακή παροχή, πλέον 688,09 ευρώ προσωπική διαφορά) και, αντίστοιχα, πληρωτέες αποδοχές (καθαρά) 1.464,65 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν από την εναγόμενη και γ) για τον τρίτο εξ αυτών στο ποσό των 1.327,79 ευρώ μικτά (=858 ευρώ βασικός μισθός, πλέον 469,79 ευρώ προσωπική διαφορά), και, αντίστοιχα, πληρωτέες αποδοχές (καθαρά) 1.046,41 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν από την εναγόμενη.

Ενόψει δε του ότι η συνταξιοδότηση των εναγόντων δεν συνεπάγεται την αυτοδίκαιη μετάπτωση στον μισθό του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, σύμφωνα με τα προειρημένα στην υπό στοιχ. II μείζονα σκέψη της παρούσας, δοθέντος ότι αυτοί εξακολουθούν να εργάζονται στον ίδιο εργοδότη, στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα και μετά τη συνταξιοδότησή τους, η υπαγωγή τους από την εναγόμενη στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο ήταν μη νόμιμη και, επομένως, η τελευταία οφείλει σε αυτούς την προκύπτουσα μισθολογική διαφορά για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 2023, και, συγκεκριμένα: α) στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 3.776 ευρώ [= 944 ευρώ (=3.280,64 - 2.336,64) χ 4 μήνες], β) στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 4.248 ευρώ (= 1.062 ευρώ (=2.892,09 -1.830,09) χ 4 μήνες και γ) στον τρίτο εξ αυτών, το ποσό των 2.400 ευρώ [=600 ευρώ (=1.927,79 - 1.327,79) χ 4 μήνες].

Περαιτέρω, ενόψει της μη αποδοχής της εργασίας των εναγόντων από πλευράς της εναγομένης από την ημέρα απόλυσής τους (1η.7.2023) έως τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (12.1.2024), η τελευταία, όσον αφορά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατέστη υπερήμερη και, ως εκ τούτου, εφόσον ως προς τους ενάγοντες δεν αποδείχθηκε, ούτε η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι μεσολάβησε γεγονός διακοπτικό της υπερημερίας της, η τελευταία υποχρεούται να τους απασχολεί, υπό τα ίδια καθήκοντα και αρμοδιότητες, όπως και πριν την από 1.7.2023 καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκάστου εξ αυτών και οφείλει σε αυτούς μισθούς υπερημερίας και συγκεκριμένα: α) στον πρώτο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 20.996,09 ευρώ [= 19.683,84 (=3.280,64 ευρώ χ 6 μήνες (Ιούλιος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος 2023) + 1.312,25 ευρώ (=3.280,64 ευρώ / 25 χ 10 ημέρες μηνός Ιανουαρίου 2024)], β) στον δεύτερο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 18.509,37 ευρώ [= 17.352,54 (=2.892,09 ευρώ χ 6 μήνες (Ιούλιος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος 2023) + 1.156,83 ευρώ (=2.892,09 ευρώ / 25 χ 10 ημέρες μηνός Ιανουαρίου 2024)] και γ) στον τρίτο εξ αυτών συνολικό το ποσό των 12.337,85 ευρώ [= 11.566,74 (=1.927,79 ευρώ χ 6 μήνες (Ιούλιος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος 2023) + 771,11 ευρώ (=1.927,79 ευρώ / 25 χ 10 ημέρες μηνός Ιανουαρίου 2024)].

Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή θα πρέπει να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ ουσίαν, και ενόψει τούτου: α) θα πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 1.7.2023 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκάστου των εναγόντων, β) θα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία των εναγόντων, με τα ίδια καθήκοντα και αρμοδιότητες, όπως και πριν την 1η.7.2023, και να καταδικασθεί, κατ άρθρο 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε χρηματική ποινή ύψους 100 ευρώ για κάθε εργάσιμη ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την αμέσως ως άνω υποχρέωσή της, ως προς έκαστο των εναγόντων (για το ότι το Δικαστήριο μπορεί, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 946 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να προσδιορίσει τη χρηματική ποινή για κάθε ημέρα ή εβδομάδα ή άλλη χρονική μονάδα παράβασης της υποχρέωσης εκτέλεσης της επιτασσόμενης πράξης (βλ. Α.Π. 1291/2019 ΝΟΜΟΣ)], έστω και εάν, στην προκειμένη περίπτωση, δεν προσδιορίζεται ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, που συνιστά νομικό πρόσωπο, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτή η επιβολή της υποχρεωτικής εκ του ως άνω άρθρου 946 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. σωρευτικής καταδίκης σε προσωπική κράτηση (βλ. Α.Π. 1167/1999 ΕλλΔνη 2000, 361), γεγονός πάντως που δεν παρεμποδίζει την επιβολή χρηματικής ποινής, αφού η τελευταία βαρύνει την περιουσία του νομικού προσώπου, όπως η εναγομένη, και επομένως νομίμως απαγγέλλεται κατ’ αυτής (βλ. Α.Π. 1618/1998 ΕλλΔνη 2001,115), γ) θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα από 1.7.2023 έως 12.1.2024 (χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής) μισθούς υπερημερίας και συγκεκριμένα: γ1) στον πρώτο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 20.996,09 ευρώ, γ2) στον δεύτερο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 18.509,37 ευρώ και γ3) στον τρίτο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 12.337,85 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως προς έκαστο επιμέρους κονδύλιο του συνόλου των ανωτέρω χρηματικών ποσών, ως προς έκαστο των εναγόντων, από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα στον οποίο αφορά (άρθρο 655 εδ. α του Α.Κ., περί του ότι η αξίωση του εργαζομένου για επιδίκαση μισθών υπερημερίας δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί απαίτηση που έχει καθαρά μισθολογικό χαρακτήρα και, επομένως, οφείλονται τόκοι από την ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί καθεμία περιοδική παροχή-μηνιαίος μισθός, χωρίς να απαιτείται όχληση, διότι για την εκπλήρωση της παροχής υφίσταται δήλη ημέρα, βλ. Εφ.Αθ. 30/2018 ΝΟΜΟΣ), δ) θα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στους ενάγοντες τη μισθολογική διαφορά, που οφείλει σε καθέναν από αυτούς, για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 2023, και συγκεκριμένα: δ1) στον πρώτο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 3.776 ευρώ, δ2) στον δεύτερο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 4.248 ευρώ και δ3) στον τρίτο εξ αυτών, συνολικά το ποσό των 2.400 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως προς έκαστο επιμέρους κονδύλιο του συνόλου των ανωτέρω χρηματικών ποσών, ως προς έκαστο των εναγόντων, από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα στον οποίο αφορά.

Περαιτέρω, πρέπει το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής να γίνει δεκτό μόνο ως προς την ανωτέρω υπό στοιχ. Β’ καταψηφιστική διάταξη της απόφασης, διότι η καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης ως προς τη συγκεκριμένη διάταξή της μπορεί να προκαλέσει στους ενάγοντες σημαντική ζημία. Αντίθετα, το παρεπόμενο αίτημα να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση και ως προς την ανωτέρω υπό στοιχ. δ καταψηφιστική διάταξή της πρέπει να απορριφθεί, διότι αφενός δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 910 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. και αφετέρου δεν υφίσταται κίνδυνος πρόσκλησης σημαντικής ζημίας στους ενάγοντες από την καθυστέρηση στην εκτέλεσή της (άρθρο 908 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων κρίνεται ότι, ενόψει της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, πρέπει, κατ άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ., να συμψηφιστούν μεταξύ τους, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

[ ΠΗΓΗ  : ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ  ]