ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ

ΤΜΗΜΑ Γ΄ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 84/2024

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στα Χανιά στις 25 Μαΐου 2023, ημέρα Πέμπτη και ώρα 12.30’, με δικαστή την Ελένη - Αγγελική Λουκά, Εφέτη Δ.Δ. και με τη συμμετοχή του Γραμματέα Βασιλείου Βαμβουνάκη, δικαστικού υπαλλήλου,

για να δικάσει την έφεση με αριθμό κατάθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων ….-2021 και αριθμό βιβλίου ενδίκων μέσων ….2021,

των: 1) ... ... του ..., 2) ... ... του ... και 3) ... ... του ..., κατοίκων Δημοτικής Κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας …. του Δήμου …(οδός ….), ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της ... ... χήρας ... ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Aμαλίας Πρωτοπαπαδάκη,

κατά του Δήμου ….., που εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Ε ..., η οποία κατέθεσε στις 24-5-2023 έγγραφη δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., περί μη εμφανίσεώς της ακροατήριο, και κατά της 86/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων.

Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Το Δικαστήριο, αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα, σκέφθηκε κατά το νόμο.

Η κρίση του είναι η εξής:

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε παράβολο 100 ευρώ (σχετ. το έντυπο ηλεκτρονικού παραβόλου με κωδικό ….), επιδιώκεται η εξαφάνιση της 86/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απορρίφθηκε η .../2014 κοινή αγωγή της αποβιώσασας μετά την άσκηση της αγωγής ... ..., χήρας ... ... (δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων) και των τελευταίων κατά του εφεσίβλητου Δήμου ….. Με την αγωγή τους αυτή, μετά τη μετατροπή του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η ως άνω αποβιώσασα και οι εκκαλούντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εφεσίβλητου Δήμου να καταβάλει, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, νομιμοτόκως από την γέννηση της αξίωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής, α) στον δεύτερο εξ αυτών (... ...) το ποσό των 2.480,19 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη η οικία συνιδιοκτησίας τους, από τις παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς τους, ενέργειες των οργάνων του ως άνω Δήμου στα πλαίσια της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου τους για τη διαπλάτυνση της οδού ... ..., στις ..., κατόπιν της 1/2003 πράξης εφαρμογής και β) σε καθέναν από τους πρώτο (... ...), δεύτερο (... ...) και τρίτη (... ...) των εκκαλούντων και στη δικαιοπάροχο αυτών αποβιώσασα ... ..., το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπέστησαν από την ίδια ως άνω αιτία.

2. Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, η ... ..., χήρα ... ..., απεβίωσε μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής και τη δίκη ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου συνέχισαν οι ήδη εκκαλούντες, ως νόμιμοι κληρονόμοι αυτής, οι οποίοι, συνεπώς, νομιμοποιούνται προς άσκηση της υπό κρίση εφέσεως και για λογαριασμό της θανούσας.

3. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ. – Ν. 2717/1999, Α’ 97), ορίζει στο άρθρο 92, όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3659/2008 (Α’ 77), ότι: «1. Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό. 2. Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν σε χρηματικές διαφορές, αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. … Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το αμφισβητούμενο με την έφεση ποσό (όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 25 του ν. 4274/2014, Α’ 147). Αν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά ως προς καθένα από τα ποσά αυτά. …». Ενόψει της παραπάνω διατάξεως, στην περίπτωση που το ένδικο βοήθημα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η είσπραξη ποσού τόσο για αποζημίωση λόγω περιουσιακής ζημίας, όσο και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απορριφθεί, για το εκκλητό της πρωτόδικης απόφασης λαμβάνονται υπόψη τα δύο κονδύλια (της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης) αθροιστικώς και τούτο, διότι, στην περίπτωση αυτή, η αξίωση του ζημιωθέντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πηγάζει από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός, στο οποίο στηρίζει αυτός, ως αντικείμενο της αυτής δίκης και την αξίωσή του για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και, συνεπώς, το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης δεν είναι διακεκριμένο και αυτοτελές, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 92 παρ. 2 εδ. γ΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, έναντι του ποσού της αποζημίωσης (βλ. ΣτΕ 7/2017). Συνεπώς, ως προς τον δεύτερο εκκαλούντα (... ...), εφόσον το αντικείμενο της προκείμενης διαφοράς αφορά το σύνολο του αιτούμενου με την αγωγή ποσού, ύψους 7.480,19 ευρώ, (δηλαδή τόσο το ποσό αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία, ύψους 2.480,19 ευρώ, όσο και εκείνο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 5.000 ευρώ), το οποίο και υπερβαίνει το όριο του εκκλητού που τάσσεται από την ως άνω διάταξη, η εκκαλούμενη απόφαση είναι εκκλητή και η κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως προς αυτόν και πρέπει να εξεταστεί κατ’ ουσίαν. Όμως, ως προς την αποβιώσασα ... ..., χήρα ... ..., και τους λοιπούς εκκαλούντες (... ... και ... ...), εφόσον τα αιτούμενα με την αγωγή τους ποσά δεν υπερβαίνουν το όριο του εκκλητού των 5.000 ευρώ που τάσσεται από την προαναφερθείσα διάταξη, η εκκαλουμένη απόφαση είναι ανέκκλητη και, για τον λόγο αυτόν που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η κρινόμενη έφεση πρέπει ως προς αυτούς να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

4. Επειδή, στο μεν άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Π.Δ. 456/84, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. ...», στο δε άρθρο 106 αυτού ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Επιπροσθέτως, στο άρθρο 932 του ΑΚ ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ...».

5. Επειδή, περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 276 του ν. 3463/2006 «Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων» (Α´ 114), που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. καταργείται». Περαιτέρω, ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), που σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και στους Ο.Τ.Α., οι οποίοι, άλλωστε, εξαιρούνται από την εφαρμογή του ν.δ. 496/1974 «Περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.» (Α΄ 204) κατά το άρθρο 56 παρ. 1 αυτού (πρβλ. ΣτΕ 2655/2013, 3329/2012), ορίζει τα εξής [όπως τα κάτωθι άρθρα ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 177 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) από 1-1-2015, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ιδίου νόμου] στο άρθρο 90: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. …» και άρθρο 91: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. …». Εξάλλου, στο ν. 4270/2014 ορίζεται πλέον στο άρθρο 140 ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου … παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. …» και στο άρθρο 141 ότι: «Η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη … ».

6. Επειδή, τέλος, στην παρ. 2 του άρθρου 75 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 3900/2010 (Α´ 213) και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 70 αυτού, από 1-1-2011, ορίζεται ότι: «Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής επέρχονται, ως προς τον εναγόμενο, από την επίδοσή της σε αυτόν από τον ενάγοντα. Η παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο διακόπηκε, αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε περίπτωση άσκησης αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ., για την ικανοποίηση χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, για τη διακοπή της παραγραφής της ένδικης αξίωσης απαιτείται η επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. με επιμέλεια του ενάγοντος. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο ενάγων παραλείψει να επιδώσει την αγωγή, η διακοπή της παραγραφής της αξίωσής του δύναται να επέλθει από την επίδοση αντιγράφου της αγωγής στο εναγόμενο με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, κατά το άρθρο 128 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., αν αυτή διενεργηθεί πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής (πρβλ. ΣτΕ 1531/2023 Ολ.). Περαιτέρω, στον ίδιο ως άνω Κώδικα ορίζεται στο άρθρο 96 ότι: «1. ... 2. Επιτρέπεται η προβολή, στην κατ’ έφεση δίκη, νέων πραγματικών ισχυρισμών, εφόσον αφορούν κεφάλαια τα οποία είχαν αμφισβητηθεί στην πρωτόδικη δίκη και η μη προβολή τους κατ’ αυτήν κρίνεται δικαιολογημένη. 3. Για τα αιτήματα και τους πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται παραδεκτώς σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, μπορούν οι διάδικοι να προσκομίσουν και να επικαλεστούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και το δικαστήριο να διατάξει συμπληρωματική απόδειξη.», στο άρθρο 145 παρ. 1 ότι: «Κάθε διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, εκτός αν ο νόμος που διέπει τη σχέση ορίζει διαφορετικά. Οι άλλοι διάδικοι έχουν δικαίωμα να ανταποδείξουν», στο άρθρο 150 ότι: «1. Τα έγγραφα … πρέπει απαραιτήτως να προσάγονται στο δικαστήριο ως την προηγούμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία γίνεται η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Η προσαγωγή τους σε μεταγενέστερη συζήτηση επιτρέπεται μόνον όταν, κατά ειδικώς αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου, η έγκαιρη προσαγωγή τους ήταν αδύνατη. 2. Η γραμματεία βεβαιώνει, στο σώμα των κατά την προηγούμενη παράγραφο αποδεικτικών μέσων, την ημερομηνία της προσαγωγής τους» και στο άρθρο 151 ότι: «Το δικαστήριο με απόφασή του, μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του αποδεικτικό μέσο». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων υπό το φως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α΄ 256), για το παραδεκτό της προβολής νέων πραγματικών ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη, πρέπει να γίνεται επίκληση στην δίκη αυτή και των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το δικαιολογημένο της μη προβολής τους πρωτοδίκως (ΣτΕ 1982/2012, 1763/2011, 3178/2010, 2213/2007), ενώ επίκληση και προσαγωγή στην κατ’ έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται και προς απόδειξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως, εφόσον η μη επίκληση και προσαγωγή τους στην πρωτοβάθμια δίκη κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένη, ενόψει σχετικών ισχυρισμών του επικαλούμενου τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία όταν τα τελευταία δεν είναι οψιγενή (ΣτΕ 1848, 2468/2008 Ολομ., 70/2019,1226/2019, 2681/2019, 2157/2017, 1218/2012, 4947 - 4948/2012, 4564/2011, 264, 2544, 3354/2010, κ.ά.). Επιτρέπεται επίσης η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ’ έφεση νέων αποδεικτικών μέσων, εφόσον αυτά είναι οψιγενή (ΣτΕ 36 - 37/2007, 1223/2005, 579/2003 7μ.), έχουν δηλαδή προκύψει σε ημερομηνία μεταγενέστερη της πρωτόδικης απόφασης ακόμη και όταν αφορούν απόδειξη ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως (ΣτΕ 2681/2019, 70/2019, 661/2016, 4141/2015, 4947-8/2012 3560/2011, κ.ά.). Επίσης, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 145 παρ. 1 και 151 του Κ.Δ.Δ., ο διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζονται οι ισχυρισμοί του, διαφορετικά αυτοί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Εξάλλου, κατά ρητή πρόβλεψη της προπαρατεθείσης διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 150 του Κ.Δ.Δ., τα έγγραφα και οι μαρτυρικές καταθέσεις πρέπει απαραιτήτως να προσάγονται στο δικαστήριο έως την προτεραία της πρώτης συζήτησης της υποθέσεως σε κάθε βαθμό, άλλως δεν μπορούν να αποτελέσουν στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως και να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΣτΕ 661/2016, πρβλ. ΣτΕ 1758/2014 κ.ά.). Πάντως, σε κάθε περίπτωση, εναπόκειται στην κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να διατάξει, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από διάδικο, με προδικαστική απόφασή του τη συμπλήρωση των αποδείξεων (ΣτΕ 952/2011 7μ., 1982/2012, 1018/2014, 661/2016 κ.ά.).

7. Επειδή, με την αγωγή που άσκησε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο δεύτερος εκκαλών (ως προς τον οποίο ασκείται παραδεκτώς η κρινόμενη έφεση) μαζί με την αποβιώσασα ... ... και τους λοιπούς εκκαλούντες, ιστόρησε ότι είναι συνιδιοκτήτες ενός γεωτεμαχίου, συνολικής έκτασης 6.262,72 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της τέως Κοινότητας ... της Δ.Ε. ... ... του Δήμου …., στη θέση «…» και επί της οδού ... ... αρ. .., το οποίο απέκτησαν δυνάμει εξ αδιαθέτου διαδοχής του ... ..., συζύγου της θανούσας και πατρός των λοιπών, για το οποίο εκκρεμεί μεν η αποδοχή κληρονομιάς, αλλά το νέμονται αδιατάρακτα από το έτος 1996. Με το από 25-4-1989 Προεδρικό Διάταγμα (Δ΄ …) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη της περιοχής «...» του πρώην Δήμου ... και ήδη Δήμου … και βάσει των υποβληθεισών δηλώσεων ιδιοκτησίας, πλην των δικών τους, καθώς φέρονταν ως απολεσθείσες, συντάχθηκε η ../1994 πράξη εφαρμογής, η οποία κυρώθηκε διορθωμένη με την ….απόφαση του Νομάρχη Χανίων. Περαιτέρω, με το από …. Προεδρικό Διάταγμα (Δ΄ ….) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη της περιοχής «….» του πρώην Δήμου ... ... και ήδη Δήμου και βάσει των υποβληθεισών δηλώσεων ιδιοκτησίας, συντάχθηκε η ../2003 πράξη εφαρμογής, η οποία κυρώθηκε διορθωμένη με την …. απόφαση του Νομάρχη Χανίων. Ο ανωτέρω εκκαλών υποστήριξε ότι η ιδιοκτησία τους, σύμφωνα με τους πίνακες που συνοδεύουν τις προαναφερόμενες πράξεις εφαρμογής, βρίσκεται στην μεν πρώτη στο Ο.Τ. ... και επί της οδού ... ... αρ. ..., στη δε δεύτερη στο Ο.Τ. ... επί της ίδιας οδού και στον αριθμό .. και ότι, δυνάμει των εν λόγω πράξεων, ρυμοτομήθηκε, με την πρώτη, έκταση συνολικού εμβαδού 3.277,78 τ.μ., ενώ με τη δεύτερη, έκταση συνολικού εμβαδού 202 τ.μ., καθώς και ότι τα ανωτέρω τμήματα, τα οποία είναι όμορα, ρυμοτομήθηκαν για τη διαπλάτυνση της ως άνω οδού, που βρίσκεται επί της προσόψεως των εν λόγω ακινήτων. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι, στις 12-6-2012, επιχειρήθηκε να γίνει επέμβαση στο ακίνητό του από όργανα του εφεσίβλητου Δήμου ή κατ’ εντολή αυτών, προκειμένου να εφαρμοστεί η 1/2003 πράξη εφαρμογής, για την οποία είχε ήδη προσφύγει στις αρμόδιες υπηρεσίες και η οποία αφορούσε στην κατεδάφιση του μεγαλύτερου μέρους της οικίας του, η οποία ήταν παντελώς αυθαίρετη και παράνομη και συνοδεύθηκε από σειρά αξιόποινων πράξεων, όπως εξύβριση και απειλή. Η δε παρανομία των οργάνων του εφεσίβλητου Δήμου έγκειται, κατά τους ισχυρισμούς του, και στο ότι προχώρησαν στην κατεδάφιση της οικίας του, χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί απόφαση αποβολής τους από το αρμόδιο δικαστήριο. Πέραν, όμως, τούτου, όπως προέβαλε, η εμπάθεια και η αυθαιρεσία των οργάνων του εφεσίβλητου ήταν έκδηλη και στις 30 και 31 Ιουλίου του έτους 2012, οπότε προέβησαν στην κατεδάφιση του ρυμοτομούμενου τμήματος της διώροφης οικίας του, χωρίς να λάβουν μέτρα προστασίας του εναπομείναντος κτίσματος, με αποτέλεσμα η οικία του να υποστεί ζημιές, για την αποκατάσταση των οποίων ο ίδιος κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.480,19 ευρώ. Προσέθεσε ότι οι ανωτέρω παράνομες πράξεις των οργάνων του εφεσίβλητου Δήμου, όχι μόνο είναι παράνομες, αλλά τιμωρούνται και κατά τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (αυτοδικία, απειλή, διατάραξη οικιακής ειρήνης, φθορά ξένης ιδιοκτησίας κ.λπ.) και, για τους λόγους αυτούς, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Δήμου να του καταβάλει, νομιμοτόκως, κατ’ άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., το ποσό των 2.480,19 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη λόγω της κατεδάφισης της οικίας του και το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη από τις ως άνω παράνομες ενέργειες των οργάνων του εφεσιβλήτου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, έκρινε με την εκκαλούμενη απόφασή του ότι η ως άνω αγωγή ήταν απορριπτέα λόγω παραγραφής. Στην κρίση αυτή κατέληξε το δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη ότι για τη διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων δεν αρκούσε μόνον η κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της αγωγής αλλά απαιτείτο, επιπλέον, η επίδοσή του στον εναγόμενο με επιμέλεια των εναγόντων και ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 του ν. 2362/1995 πενταετής παραγραφή των ένδικων αξιώσεων, η οποία άρχισε από το τέλος του οικονομικού έτους 2012 εντός του οποίου έλαβαν χώρα τα ιστορούμενα ζημιογόνα γεγονότα, συμπληρώθηκε το αργότερο στις 31-12-2017, χωρίς μέχρι τότε να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου επίδοση της κρινόμενης αγωγής στον εναγόμενο Δήμο, ενώ η επίδοση στον τελευταίο της …. κλήσης για τη συζήτηση της υπόθεσης με επιμέλεια της Γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου διενεργήθηκε στις 29-11-2018, ήτοι σε χρόνο, κατά τον οποίο η παραγραφή είχε συμπληρωθεί.

8. Επειδή, ο δεύτερος εκκαλών, ως προς τον οποίο ασκείται παραδεκτώς η κρινόμενη έφεση, ζητά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, διότι, όπως υποστηρίζει, εσφαλμένως κρίθηκε με αυτήν ότι η ένδικη αξίωσή του είχε υποπέσει την κατά νόμο πενταετή παραγραφή. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η αγωγή, που κατέθεσε από κοινού με τους λοιπούς εκκαλούντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιδόθηκε με δική τους επιμέλεια στις 29-1-2015 στον ήδη εφεσίβλητο Δήμο, όπως προκύπτει από την ….2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων ... ..., φέροντας υπογραφές τόσο της δικαστικής επιμελήτριας ... ..., η οποία εκτέλεσε την επίδοση, όσο και της παραλαβούσας Αντιδημάρχου.... Ωστόσο, ο Δήμος δεν απέστειλε, ως είχε υποχρέωση, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον διοικητικό φάκελο στον οποίο θα περιλαμβανόταν, ως είναι αυτονόητο, η έκθεση επίδοσης της επιδοθείσας αγωγής, όπου είχε τεθεί, κατά τα ανωτέρω, η σφραγίδα και η υπογραφή της δικαστικής επιμελήτριας και του Δήμου. Περαιτέρω, προβάλλει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε που δεν ανέβαλε, κατ’ άρθρο 155 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., την έκδοση οριστικής απόφασής του προκειμένου ο εναγόμενος δήμος να προσκομίσει ενώπιόν του τον κατ’ άρθρο 129 παρ.1 του Κ.Δ.Δ., διοικητικό φάκελο, ώστε να αχθεί σε ασφαλή κρίση στα πλαίσια του αυτεπάγγελτου ελέγχου των σχετικών με την παραγραφή ζητημάτων, καθώς εκ της έκθεσης επιδόσεως της επιδοθείσας αγωγής θα διαπίστωνε ευχερώς τον λόγο διακοπής της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους. Τέλος, ισχυρίζεται ότι παραδεκτώς προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η ….2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων ... ..., από την οποία αποδεικνύεται η επίδοση της αγωγής με επιμέλειά του την 29-1-2015.

9. Επειδή, το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής, μετά από την αντικατάσταση της παρ. 2 του άρθρου 75 του Κ.Δ.Δ., με το άρθρο 19 του ν. 3900/2010, απαιτείται, εκτός από την κατάθεση της αγωγής και επίδοση αυτής στον εναγόμενο εντός της προθεσμίας παραγραφής, β) η διακοπή της παραγραφής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί από τον ενάγοντα (πρβλ. ΑΠ 3/2020, ΣτΕ 3260/2015) και εν προκειμένω, ο τελευταίος δεν επικαλέσθηκε τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής με την επίδοση, επιμελεία του, εντός της προθεσμίας παραγραφής αντιγράφου της υπό κρίση αγωγής στον εφεσίβλητο, γ) ενόψει της μη επίκλησης από τον δεύτερο εκκαλούντα, κατά τα ανωτέρω, της διακοπής της προθεσμίας παραγραφής, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να εκδώσει προδικαστική απόφαση για την προσκόμιση αποδεικτικού στοιχείου του ισχυρισμού του, δ) σε κάθε περίπτωση και παρά τη μη επίκληση του ως άνω ισχυρισμού, ο εκκαλών αυτός δεν απέδειξε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι διέκοψε την πενταετή παραγραφή της ένδικης αξίωσής του, πριν από τη συμπλήρωσή της, στις 31-12-2017, με την προσκόμιση - προαποδεικτικώς - πριν από τη συζήτηση της αγωγής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έλαβε χώρα στις 11-12-2019, της σχετικής έκθεσης επίδοσης της αγωγής στον εφεσίβλητο Δήμο, και το οποίο προσκομίσθηκε το πρώτον ενώπιον του παρόντος Εφετείου, ε) εσφαλμένως ο δεύτερος εκκαλών μεταθέτει το βάρος απόδειξης της διακοπής της προθεσμίας παραγραφής στον εφεσίβλητο Δήμο, προβάλλοντας την παράλειψή του να το προσκομίσει με τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και στ) το ως άνω στοιχείο υπήρχε κατά τη συζήτηση πρωτοδίκως της υπόθεσης, οπότε υπήρχε δυνατότητα προσκόμισής του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συνεπώς, αφού δεν είναι οψιγενές έγγραφο, δεν δικαιολογείται η προσκόμισή του το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη (πρβλ. ΣτΕ 70/2019, 2157/2017, 3132/2014, 1218/2012), κρίνει (το Δικαστήριο) ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του και όσα περί του αντιθέτου προβάλλει ο δεύτερος εκκαλών με την κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

10. Επειδή, κατ' ακολουθίαν, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά το μέρος που ασκείται από τον δεύτερο εκκαλούντα και ως απαράδεκτη κατά το μέρος που ασκείται από τους λοιπούς εκκαλούντες, να απαλλαγούν δε αυτοί, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, από τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.). Τέλος, να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ.).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την έφεση.

Διατάσσει την κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του καταβληθέντος παραβόλου.

Απαλλάσσει τους εκκαλούντες από τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στα Χανιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 29-3-2024.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ  

ΕΛΕΝΗ-ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΟΥΚΑ 

 

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ  

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗΣ

 

Ακριβές αντίγραφο

Χανιά,……………………….

 

O Γραμματέας