ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 14ο
ΑΠΟΦΑΣΗ 845/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Σταμαδιάνο, Πρόεδρο Εφετών, Ελένη Κοτίτσα-Εισηγήτρια και Χαρίκλεια Ηλιοπούλου, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Παπαζαφείρη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην 01 Οκτωβρίου 2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΣΚΟΥΝΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ..., 3) ...., τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η πληρεξούσια δικηγόρος, Υπαπαντή Καλογεροπούλου.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΘΉΣ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ : ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «....», που εδρεύει στη .... Αττικής (οδός ....) , η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, Κωνσταντίνο Αλεπάκο και Διονύσιο Αναγνωστόπουλο.
Η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «....», με την από 29 Μαΐου 2017 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου, .../.../06.06.2017 αγωγή της, κατά των εναγομένων, 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία « ... & ΣΙΑ Ε.Ε», 2) ... ..., 3) ... ..., που απευθύνεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Η εναγομένη στην παραπάνω αγωγή, ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία « ... & ΣΙΑ Ε.Ε», με την από 30 Αυγούστου 2017, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../.../06.09.2017 και είδος δικογράφου «ΑΝΤΑΓΩΓΗ», που απευθύνεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων τις άνω, εξέδωσε τη με αριθμό 3839/218 οριστική απόφαση, με την οποία θεώρησε ως μη ασκηθείσα την δεύτερη ως άνω αγωγή και δέχθηκε κατά ένα μέρος την πρώτη .
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν, 1) η εναγομένη - ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία « ... & ΣΙΑ Ε.Ε», 2) η εναγομένη , ..., 3) ο εναγόμενος, ... του Ιωάννη, ι) με την από 12 Νοεμβρίου 2018 έφεσή τους προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών .../.../ 15.11.2018 και του παρόντος Δικαστηρίου .../.../07.10.2019, και ιι) με τους από 15 Ιουλίου 2020 πρόσθετους λόγους έφεσης, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχουν κατατεθεί με αριθμό .../.../30.07.2020, δικάσιμος των οποίων ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία οι άνω, έφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης, συνεκφωνήθηκαν και συζητήθηκαν.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων- ασκούντων πρόσθετους λόγους, δεν παραστάθηκε, αλλά προκατέθεσε τις προτάσεις τους και, με σχετική δήλωσή της, δήλωσε, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνεί να συζητηθούν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι χωρίς να παρασταθεί ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εφεσίβλητης-καθ’ης οι πρόσθετοι λόγοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν .
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Εισάγονται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, α) η από 12.11.2018 ( με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών .../.../15.11.2018) έφεση της εναγομένης - ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία « ... & ΣΙΑ Ε.Ε» και των εναγομένων ... ... και Δημήτριου ..., β) οι από 15.07.2020, με αριθμό .../.../30.07.2020, πρόσθετοι λόγοι έφεσης των άνω εκκαλούντων , κατά της με αριθμό 3839/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, που πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα των πρόσθετων λόγων σε σχέση με την έφεση . Η παραπάνω έφεση έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση και δεν έχει επέλθει διετία από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης στις 20.09.2018 έως την κατάθεση του δικογράφου της έφεσης ενώπιον του Γραμματέα του αρμοδίου Πρωτοδικείου Αθηνών στις 15.11.2018 (άρθρα 495 παρ. 1, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517 και 518 παρ. 2 ΚπολΔ). Επιπλέον, για το παραδεκτό της, προκαταβλήθηκε από τους εκκαλούντες, κατά την κατάθεσή της, το οριζόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3, εδ. Αγ ΚΠολΔ, παράβολο, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, με το με αριθμό .... ηλεκτρονικό παράβολο, όπως αναφέρεται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της, από 15.11.2018 βεβαίωση της Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, επίσης, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης, που άσκησαν οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, με το από 15.07.2020 (αρ.κατ. .../.../2020) ιδιαίτερο δικόγραφο , που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 30.07.2020 και επιδόθηκε στην καθ’ης οι πρόσθετοι λόγοι - εφεσίβλητη, στις 31.07.2020 (βλ. τη με αριθμό ....../31.07.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ...), οι οποίοι αφορούν κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση των άνω εκκαλούντων ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά (άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως και οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσία, κατά την ίδια πιο πάνω τακτική διαδικασία (άρθρα 520 παρ. 2, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
2. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 516 Κ.Πολ.Δ , ο νικητής διάδικος έχει δικαίωμα να προσβάλλει την απόφαση με έφεση εφόσον στοιχειοθετεί έννομο συμφέρον. Ο νικήσας διάδικος μπορεί να ασκήσει έφεση μόνον εφόσον υφίσταται βλάβη από την απόφαση, και ειδικότερα ο νικήσας εναγόμενος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση , αν η αγωγή εσφαλμένα απορρίφθηκε για τυπικό λόγο (λ.χ αοριστία , έλλειψη έννομου συμφέροντος) ενώ έπρεπε να απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο δηλαδή ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, πράγμα που είχε ζητήσει (Μ.Μαργαρίτης-Αντα Μαργαρίτη, Ερμ.Κ.Πολ.Δ, στο άρθρο 516, αρ.22 και 25-28, Κ.Οικονόμου, Η έφεση, στο άρθρο 516, αριθ.39 επ.).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη - καθ’ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΡΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...», με την από 29.05.2017 (αρ.κατ..../.../2017) αγωγή (εφεξής: αγωγή με στοιχείο α), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε, ότι δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας ειδών αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής και συναφών ειδών, και στα πλαίσια αυτά σύναψε με την πρώτη εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία, της οποίας η δεύτερη και τρίτος των εναγομένων τυγχάνουν ομόρρυθμη και ετερόρρυθμο μέλος αντίστοιχα, την από 26-10-2011 σύμβαση δικαιόχρησης (franchise), δυνάμει της οποίας παραχώρησε στην αντισυμβαλλόμενή της το δικαίωμα εκμετάλλευσης του νομίμως καταχωρημένου εμπορικού της σήματος «...», των διακριτικών της γνωρισμάτων καθώς και της τεχνογνωσίας της, προς τον σκοπό λιανικής πώλησης των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχει στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας, έως την 26η-10-2023. Ότι σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης συνομολογήθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι η δικαιοδόχος εταιρία, έχοντας κατανοήσει το σύστημα της δικαιοπαρόχου της, α) αναγνώριζε την σημασία της τήρησης των προδιαγραφών και μεθόδων που προβλέπονταν προς ομοιόμορφη λειτουργία του δικτύου καταστημάτων που λειτουργούσαν υπό το σήμα της ενάγουσας, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση πλήρους εφαρμογής του συστήματος αυτού δίχως αποκλίσεις από τις αρχές, προδιαγραφές και οδηγίες της δικαιοπαρόχου, β) υποχρεούταν αφ’ ενός να εφαρμόζει τις εμπορικές μεθόδους που είχε εκπονήσει η δικαιοπάροχος εταιρία, αφ’ ετέρου να τηρεί σχολαστικά τους κανόνες υγιεινής, καθαριότητας και ασφάλειας των προϊόντων, καθώς και τους χρόνους διατήρησης που υποδείκνυε η τελευταία για έκαστο είδος αυτών, υποχρεούμενη ταυτόχρονα να προβαίνει σε καταστροφή τυχόν αδιάθετων προϊόντων μετά την πάροδο της ημερομηνίας λήξεώς τους, γ) υποχρεούταν να συμμετάσχει η ίδια, το προσωπικό της και τα συνεργαζόμενα με αυτήν πρόσωπα στα εκπαιδευτικά προγράμματα και σεμινάρια εκπαίδευσης που διοργάνωνε η δικαιοπάροχος της, ως προϋπόθεση ένταξης και παραμονής στο δίκτυο καταστημάτων της ενάγουσας, και δ) υποχρεούταν να διαθέτει κατ’ αποκλειστικότητα προϊόντα που θα της προμήθευε η δικαιοπάροχος ή πρόσωπα που θα υποδείκνυε η τελευταία. Ότι περαιτέρω η ενάγουσα διατηρούσε το δικαίωμα να προβαίνει, με εκπροσώπους και επιθεωρητές , σε ελέγχους του καταστήματος της δικαιοδόχου, καθώς και σε παρακολούθηση της λειτουργίας του σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, ενώ σε περίπτωση διαπίστωσης παραβάσεων αυτών δικαιούταν αφ’ ενός να προβεί στην επιβολή των συμβατικών επιπτώσεων, και δη την ανάκληση της παρασχεθείσας έκπτωσης προμήθειας προϊόντων, αφ’ ετέρου να καταγγείλει την σύμβαση. Ότι περαιτέρω η ενάγουσα είχε συνδράμει την κατασκευή του καταστήματος όπου δραστηριοποιούταν η πρώτη των εναγόμενων εταιρία δια της παροχής άτοκου δανείου προς την τελευταία, πλην όμως οι εναγόμενοι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, παραβίαζαν συστηματικά τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την ένδικη σύμβαση, λειτουργώντας πλημμελώς το κατάστημα της δικαιοπαρόχου δίχως να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει πτώση των εργασιών του, σε αντίθεση με τα λοιπά καταστήματα του δικτύου. Ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγομένων η ενάγουσα κατήγγειλε εκτάκτως την ένδικη σύμβαση την 26η-9-2016, πλην όμως το κατάστημα της δικαιοδόχου εταιρίας εξακολουθούσε να λειτουργεί με συναφές αντικείμενο δραστηριότητας, και δη χρησιμοποιώντας το διακριτικό τίτλο, το σήμα και τα διακριτικά γνωρίσματα της δικαιοπαρόχου εταιρίας, εμφανιζόμενο ταυτόχρονα ως μέλος του δικτύου καταστημάτων της. Με βάση τα περιστατικά αυτά η παραπάνω ενάγουσα, επικαλούμενη περαιτέρω ότι η συμπεριφορά αυτή των εναγομένων είναι αθέμιτη, παράνομη και καταχρηστική, καθώς αφ’ ενός υφίσταται εξαπάτηση και δημιουργία σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού ως προς την προέλευση των προϊόντων της πρώτης εξ αυτών, αφ’ ετέρου διότι εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται την τεχνογνωσία, την φήμη και οργάνωσή της με σκοπό ανταγωνισμού και μάλιστα παρά το γεγονός ότι υφίστατο συμβατικός όρος που απαγόρευε την εκ μέρους της αντισυμβαλλομένης της άσκηση συναφούς εμπορικής δραστηριότητας επί ένα έτος μετά την καταγγελία της σύμβασης, έχει δε ως συνέπεια την δυσφήμιση του ονόματος καθώς και την απόσπαση πελατείας της, ζήτησε κατ’ ορθή εκτίμηση του αιτητικού της αγωγής, όπως διαμορφώθηκε κατόπιν νομότυπης μερικής παραίτησης εκ του αιτήματος λήψης οιουδήποτε πρόσφορου και αναγκαίου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ασφαλιστικού μέτρου που προσήκει στην προκειμένη περίπτωση, η οποία έλαβε χώρα με προφορικές δηλώσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων της που καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρα 223, 295 § 1 και 297 ΚΠολΔ): Α) η πρώτη των εναγομένων και οι καθολικοί ή ειδικοί της διάδοχοι, 1) να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον τη λειτουργία του καταστήματος της ως κατάστημα πώλησης προϊόντων ......, τη χρήση εν όλω ή εν μέρει των αναφερομένων στην αγωγή σημάτων της, καθώς και κάθε διακριτικού γνωρίσματος των προϊόντων και υπηρεσιών της, του διακριτικού τίτλου και λοιπών διακριτικών γνωρισμάτων της επιχείρησής της, είτε μεμονωμένα είτε με οιονδήποτε συνδυασμό, που σχετίζονται με το σύστημα franchise «...», 2) να απομακρύνουν από το κατάστημά της, στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό αυτού, κάθε πινακίδα, ένδειξη, έντυπο, αφίσα, διαφημιστικό φυλλάδιο, έπιπλο, σκεύος, είδος συσκευασίας και γενικώς οιοδήποτε αντικείμενο φέρει τα σήματα και διακριτικά γνωρίσματα των προϊόντων και υπηρεσιών που σχετίζονται με το σύστημα franchise «...», 3) να αφαιρέσουν οποιοδήποτε στοιχείο της εξωτερικής διαμόρφωσης του καταστήματος της που συνδέεται με το σύστημα franchise «...» και να μην χρησιμοποιούν στοιχεία εξωτερικής διαμόρφωσης του καταστήματος της, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται κάθε φορά για την εξωτερική διαμόρφωση του δικτύου καταστημάτων της ενάγουσας, 4) να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον την παρασκευή και πώληση των προϊόντων του συστήματος franchise «...», 5) να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον να χρησιμοποιούν την τεχνογνωσία που σχετίζεται με το σύστημα franchise «...», τις ειδικές προδιαγραφές που η ενάγουσα είχε παραδώσει στην πρώτη και δεύτερη των εναγομένων σχετικά με τον εξοπλισμό, τη μέθοδο ελέγχου απογραφής, τήρησης λογιστικών βιβλίων του καταστήματος (ταμειακές μηχανές, έκδοση τιμολογίων κλπ), καθώς και να επιστρέφουν όλα τα εγχειρίδια που είχαν τεθεί στην διάθεσή τους, τα αντίγραφά τους και κάθε εμπιστευτική πληροφορία που έχουν στην κατοχή τους, 6) να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον την χρήση οποιωνδήποτε στολών, πακέτων, συσκευασιών, σκευών διάθεσης των προϊόντων προς τους πελάτες καθώς και κάθε είδους εργαλείου που αποτελούν μέρος του συστήματος franchise «...», 7) να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον να προβάλλονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο ως δικαιοδόχοι, μέλος του δικτύου καταστημάτων franchise «...» στην περιοχή της Αττικής, Β) να επιτραπεί στην ίδια, εφόσον η πρώτη των εναγόμενων και οι καθολικοί ή ειδικοί της διάδοχοι δεν έχουν συμμορφωθεί εκουσίως προς το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης μετά την πάροδο τριών ημερών από την επίδοσή της, να προβεί με έξοδα της πρώτης των εναγόμενων ή των καθολικών ή ειδικών της διαδόχων της, στην αφαίρεση των ανωτέρω αναφερομένων υπό Al έως 6 στοιχείων από το κατάστημα αυτής, Γ) να απαγορευθεί στους εναγομένους, καθώς και στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους της πρώτης εξ αυτών, κάθε παρούσα ή μέλλουσα διενέργεια πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος της, Δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ενεργούντες είτε ατομικά είτε δια παρένθετων προσώπων, καθώς και ως μέλη νομικού προσώπου οιασδήποτε μορφής να παραλείπουν να χρησιμοποιούν το κατάστημα της πρώτης των εναγομένων, το οποίο κείται στο ... Αττικής και επί της διασταυρώσεως των οδών Μ. ... και ... αρ. ..., για την εμπορία και παρασκευή προϊόντων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής για ένα έτος, αρχής γενομένης από την 26η-9-2016, Ε) να διαταχθεί η δημοσίευση περίληψης της απόφασης που θα εκδοθεί σε δύο ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας προς ενημέρωση και αποκατάσταση της αλήθειας στο καταναλωτικό και επιχειρηματικό κοινό εν γένει, με δαπάνες της πρώτης των εναγομένων, και ΣΤ) να απειληθεί αφ’ ενός χρηματική ποινή ύψους 5.000,00 ευρώ σε βάρος της πρώτης των εναγομένων, αφ’ ετέρου προσωπική κράτηση διάρκειας 12 μηνών εις βάρος της δεύτερης εναγόμενης και νόμιμης διαχειρίστριάς της, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην δικαστική της δαπάνη.
Περαιτέρω, η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα -ασκούσα πρόσθετους λόγους, ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «... & ΣΙΑ ΕΕ», με την από 30.08.2017 αγωγή της (εφεξής: αγωγή με στοιχείο β), ενώπιον του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 06.09.2017, με αριθμό κατάθεσης .../.../2017 , είδος δικογράφου «ΑΝΤΑΓΩΓΗ», ισχυρίστηκε ότι η ίδια, που δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας ειδών αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής και συναφών ειδών και με νόμιμη εκπρόσωπό της την ... ..., η οποία από το έτος 2006 δραστηριοποιούταν ατομικά στην έδρα της ενάγουσας ασκώντας συναφή επιχειρηματική δραστηριότητα με την λειτουργία καφετέριας- ζαχαροπλαστείου , την 26η-10-2011 σύναψε με την εναγόμενη εταιρία την με ταυτάριθμη ημεροχρονολογία σύμβαση δικαιόχρησης (franchise), σύμφωνα με το λεπτομερώς εκτιθέμενο στο δικόγραφο περιεχόμενο και όρους. Ότι κατά την διάρκεια της σύμβασης, η ενάγουσα ακολουθούσε την εμπορική και πιστωτική πολιτική της αντιδίκου της, ενώ μεταξύ των όρων της σύμβασης ορίστηκε ότι υποχρεούταν να διαθέτει κατ’ αποκλειστικότητα προϊόντα που θα της προμήθευε η δικαιοπάροχος ή πρόσωπα που θα υποδείκνυε η τελευταία, ακόμη και αν αυτά δεν αποτελούσαν προϊόν παραγωγής της αντιδίκου της, αλλά τρίτων προσώπων. Ότι από το καλοκαίρι του έτους 2013 διαφάνηκαν προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, οφειλόμενα στην συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία, εκμεταλλευόμενη την θέση της καθώς και την οικονομική και επιχειρηματική εξάρτηση της ενάγουσας, ενεργούσε κακόπιστα και καταχρηστικά, και συγκεκριμένα α) απαιτούσε, προς εκτέλεση των παραγγελιών της δικαιοδόχου, την παραλαβή έτερων ή μεγαλύτερων ποσοτήτων προϊόντων, τα οποία έστελνε μονομερώς χωρίς να υφίσταται σχετική παραγγελία και δίχως η ενάγουσα να δύναται να τα διαθέσει , λόγω του όγκου τους στο καταναλωτικό κοινό, ενώ ταυτόχρονα προέβαινε σε προμήθεια προϊόντων παραγωγής τρίτων προσώπων με υψηλότερο τίμημα σε σχέση προς τις τιμές χονδρικής των ίδιων παραγωγών, και β) δημιουργούσε προσκόμματα στην λειτουργία του καταστήματος της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η απαγόρευση ελεύθερου καθορισμού των πωλούμενων προϊόντων βάσει των συνθηκών του καταστήματος της καθώς και η αδικαιολόγητη διακοπή της τροφοδοσίας του με προϊόντα στις 8-1-2006. Ότι ακολούθως, την 26η-9-2016 προέβη σε καταγγελία της σύμβασης δικαιόχρησης που συνέδεε τα διάδικα μέρη δίχως να συντρέχει σπουδαίος λόγος, και δη με την επίκληση περιστατικών τα οποία σε έτερες περιπτώσεις καταστημάτων του δικτύου οδήγησαν στην επιβολή ηπιότερων κυρώσεων, κατά τους ορισμούς της σύμβασης δικαιόχρησης. Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα, επικαλούμενη περαιτέρω ότι η συμπεριφορά της αντιδίκου της έλαβε χώρα με απώτερο σκοπό την οικονομική και επιχειρηματική εξόντωση της ίδιας προκειμένου να εγκαταλείψει την δραστηριότητα του καταστήματος της με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού, και δη προκειμένου να περιέλθει το τελευταίο στο δίκτυο της εναγομένης είτε απευθείας είτε μέσω τρίτων προσώπων, με συνακόλουθη κάρπωση των προσωπικών προσπαθειών της εκπροσώπου και της χρηματικής επένδυσής της, η οποία μάλιστα υπερέβη τα συμφωνηθέντα κατά το ποσό των 140.000,00 € κατόπιν απαιτήσεως της εναγομένης, είχε δε ως συνέπεια την παρουσίαση ζημιογόνων αποτελεσμάτων στις οικονομικές καταστάσεις αυτής μεταξύ των χρήσεων 2012 έως 2016, ζήτησε, κατόπιν νομότυπης ολικής μετατροπής των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής σε έντοκα αναγνωριστικά, η οποία έλαβε χώρα με προφορικές δηλώσεις της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρα 223, 295 § 1 και 297 ΚΠολΔ): Α) να αναγνωριστεί: 1) η ακυρότητα της από 26-9-2016 καταγγελίας της σύμβασης δικαιόχρησης που συνέδεε τα διάδικα μέρη εκ μέρους της εναγομένης, καθώς και ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση λύθηκε εν τοις πράγμασι την 8η-1- 2016 με υπαιτιότητα της τελευταίας, 2) ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.468.835,87 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε, α) ποσό 291.384,64 ευρώ ως αποζημίωση της θετικής ζημίας που υπέστη ένεκα της συμπεριφοράς της εναγόμενης και η οποία αντιστοιχεί στα ζημιογόνα αποτελέσματα των χρήσεων των ετών 2012 έως και 2016, β) ποσό 413.010,00 €, το οποίο αντιστοιχεί στην αποθετική της ζημία λόγω μη απόσβεσης της ισόποσης επενδύσεώς της, γ) ποσό 632.262,16 ευρώ, ως αποζημίωση της αποθετικής ζημίας που υπέστη λόγω απώλειας διαφυγόντων κερδών ως την ημεροχρονολογία λήξης της σύμβασης το έτος 2023, δ) ποσό 32.179,07 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας, και ε) ποσό 100.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, Β) να απαγορευθεί στην εναγομένη και σε όποιον έλκει εξ αυτής δικαιώματα να διενεργεί πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος της, και Γ) να επιβληθεί χρηματική ποινή ύψους 3.000,00 ευρώ σε βάρος της εναγομένης, καθώς και να απειληθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης για κάθε παράβαση του διατακτικού της εκδοθησομένης απόφασης και να καταδικαστεί η εναγομένη στην δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία, α) ως προς την από 29.05.2017 (αρ.κατ.δικ..../.../2017) πρώτη ως άνω αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΡΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...», απέρριψε ί) τα με στοιχεία Α5, Α6, Γ αιτήματα, ως αόριστα, ii) το με στοιχείο Β αίτημα ως αντιφατικό με το αίτημα περί απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων, Hi) το αίτημα με στοιχείο Δ ελλείψει έννομου συμφέροντος. Επίσης, από το αιτιολογικό της εκκαλουμενης απόφασης (φύλλο 7°, σελ.Ι'1) προκύπτει σαφώς ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο, ......, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης κατόπιν της απόρριψης των αφορούντων σε αυτόν (: τρίτο εναγόμενο) αιτημάτων με στοιχεία Γ και Δ, αν και δεν συμπεριέλαβε ειδική ως προς αυτόν απορριπτική διάταξη στο διατακτικό της εκκαλουμένης και επέβαλε με σχετική διάταξη του διατακτικού , τα δικαστικά έξοδα αυτού , σε βάρος της ενάγουσας κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., Ειδικότερα, τα αιτήματα, τα οποία αφορούν στον τρίτο εναγόμενο, με στοιχεία Γ και Δ, απορρίφθηκαν, το μεν (Γ) ως αόριστο διότι δεν προσδιορίζονται στην αγωγή έτερες πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού, στις οποίες προβαίνουν οι εναγόμενοι και δη πέραν της χρήσης σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της ενάγουσας καθώς και της λειτουργίας του καταστήματος της πρώτης εναγομένης προς παρασκευή και πώληση συναφών προϊόντων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής υπό τα στοιχεία της ενάγουσας και με κίνδυνο σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού, η παύση και μελλοντική παράλειψη των οποίων (:πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού) σχετίζεται με λοιπά αιτήματα της αγωγής, το δε (Δ) αίτημα λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, το οποίο υπήρχε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, εξέλιπε όμως στη συνέχεια, δεδομένου ότι κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (:22.11.2017) παρήλθε χρονική διάστημα πλέον του έτους από την επικαλούμενη λύση της σύμβασης στις 26.09.2009. Κατά τα λοιπά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση του, δέχθηκε την αγωγή. β) ως προς την από 30.08.2017 αγωγή της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «... & ΣΙΑ Ε.Ε», με αριθμό κατάθεσης .../.../06.09.2017 και είδος δικογράφου «ΑΝΤΑΓΩΓΗ», το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε αυτήν ως μη ασκηθείσα και ειδικότερα έκρινε ότι πρόκειται για ανυπόστατο δικόγραφο ανταγωγής και ως εκ τούτου ως μη ασκηθέν, με την αιτιολογία ότι κατατέθηκε και επιδόθηκε πέραν της προβλεπόμενης στο άρθρο 238 του Κ.Πολ.Δ προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της ως άνω προαναφερόμενης από 29.05.2017, με αρ.κατ..../.../06.06.2017, αγωγής της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ... ...» . Κατά της τελευταίας απόφασης παραπονούνται με την κρινόμενη έφεσή τους αφενός οι εναγόμενοι στην πρώτη με στοιχείο (α) αγωγή για τους περιεχόμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και αφετέρου η ενάγουσα στην δεύτερη με στοιχείο (β) αγωγή για τους περιεχόμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητούν την εξαφάνισή της, προκειμένου όσον αφορά στην με στοιχείο (α) αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της, και όσον αφορά στην με στοιχείο (β) αγωγή να γίνει δεκτή.
4. Η τακτική διαδικασία αναμορφώθηκε πλήρως μετά τη θέσπιση του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23.7.2015). Η νέα τακτική διαδικασία, η οποία είναι ενιαία και όμοια σε όλα τα πρωτοβάθμια δικαστήρια χαρακτηρίζεται από την έγκαιρη συγκέντρωση όλου του έγγραφου υλικού (διαδικαστικών και αποδεικτικών εγγράφων) στο στάδιο της προδικασίας, ενώ προκρίνεται η έγγραφη διεξαγωγή της δίκης, επιτρεπομένης μόνο εξαιρετικά της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο. Στις βασικές ρυθμίσεις της νέας τακτικής διαδικασίας εντάσσεται η υποχρεωτική επίδοση της αγωγής εντός των οριζομένων στο άρθρο 215 & 2 Κ.Πολ.Δ προθεσμιών (30 ή 60 ημέρες), χωρίς ταυτόχρονη επίδοση κλήσης, όπως υπό την προϊσχύσασα τακτική διαδικασία, και τις ήδη αναμορφωμένες με το ν. 4335/2015 ειδικές διαδικασίες. Η μη επίδοση της αγωγής εντός της ανωτέρω προθεσμίας οδηγεί στο να θεωρείται η αγωγή μη ασκηθείσα κατ' άρθρο 215 & 2 τελ. εδ. Κ.Πολ.Δ . Στη νέα τακτική διαδικασία, εξάλλου, ο ορισμός δικασίμου και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο γίνονται αργότερα και δη εντός 15 ημερών από το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας, με ορισμό δικασίμου σε προθεσμία εντός τριάντα ημερών ή εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 237 & 4 Κ.Πολ.Δ. Στα άρθρα 237 και 238 Κ.Πολ.Δ περιλαμβάνονται οι σημαντικότερες από τις νέες ρυθμίσεις, κατά τις οποίες, στο στάδιο της προδικασίας συγκεντρώνεται όλο το έγγραφο υλικό και ασκούνται όλες οι διαδικαστικές πράξεις μέσα σε αυστηρές προθεσμίες . Οι προτάσεις κατατίθενται εντός προθεσμίας 100 ημερών (ή 130 ημερών επί διαμονής στο εξωτερικό του εναγομένου ή επί εναγομένου αγνώστου διαμονής) από την κατάθεση της αγωγής (ή του εξομοιούμενου με αυτήν ενδίκου βοηθήματος π.χ. ανακοπής), ενώ καθιερώνεται και εξαιρετικά αυστηρό σύστημα συγκέντρωσης, αφού το άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ Κ.Πολ.Δ καταργήθηκε και άπαντες οι ισχυρισμοί προτείνονται με τις προτάσεις, εξαιρουμένων μόνο των ισχυρισμών, που κατατείνουν σε αντίκρουση των περιεχομένων στις προτάσεις ισχυρισμών, που προτείνονται με την προσθήκη στις προτάσεις. Εν προκειμένω, η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «... & ΣΙΑ ΕΕ» (:πρώτη εναγομένη στην πρώτη με στοιχείο α αναφερόμενη ως άνω αγωγή της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ... ...») κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το από 30.08.2017 δικόγραφο της, το οποίο αναφέρεται στο προοίμιο αυτού (κατ’ άρθρο 118 ΚΠολΔ) ως αγωγή, και το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 06.09.2017, με αριθμό κατάθεσης .../.../2017 και είδος δικογράφου «ΑΝΤΑΓΩΓΗ» και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί δυνάμει της από 09.11.2017 πράξης προσδιορισμού δικασίμου του προέδρου του Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 22ης. 11.2017, οπόταν είχε ομοίως προσδιορισθεί προς συζήτηση και η προαναφερόμενη από 29.05.2017 (αρ.κατ.δικ..../.../2017) αγωγή της ανώνυμης εταιρείας «... ... ...» . Το ως άνω δικόγραφο, παρότι έχει κατατεθεί ως ανταγωγή και ως τέτοιο απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης και επίδοσης του, κατά το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ, τηρεί ωστόσο, όλες τις προϋποθέσεις ώστε να εκτιμάται ως αγωγή και ως τέτοια να κριθεί κατά το παραδεκτό, τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της. Ειδικότερα, το ως άνω από 30.08.2017 κρινόμενο δικόγραφο, το οποίο παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία, κατά τα άρθρα 9, 18, 25 παρ.1,2 Κ. Πολ.Δ, κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 06.09.2017, με αριθμό κατάθεσης .../.../2017 , και επιδόθηκε στην εναγομένη με αυτό, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ... ...», την ίδια ημέρα, ήτοι στις 06.09.2017 ήτοι εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή του, όπως ορίζει το άρθρο 215 παρ.2 σε συνδυασμό με 237 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ (βλ. την με αριθμό ....../06.09.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ......). Ακολούθως, εκάστη των διαδίκων κατέθεσε τις προτάσεις της και προσκόμισε όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλείται με αυτές , στις 16.10.2017, ήτοι εντός της κατά το άρθρο 237 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προθεσμίας των εκατό (100) ημερών από την κατάθεση της αγωγής, και ακολούθως, εκάστη των διαδίκων κατέθεσε την προσθήκη- αντίκρουση της, εντός των κατά το άρθρο 237 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, οριζομένων δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας και συγκεκριμένα, η μεν ενάγουσα στις 30.10.2017, η δε εναγομένη στις 31.10.2017. Στη συνέχεια, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 237 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί δυνάμει της από 09.11.2017 πράξης προσδιορισμού δικασίμου του προέδρου του Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 22ης. 11.2017 οπόταν προσδιορίσθηκε προς συζήτηση και η από 29.05.2017 (αρ.κατ.δικ..../ .../2017) προαναφερόμενη με στοιχείο (α) αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ... ...». Επομένως, έχουν τηρηθεί οι αναγκαίες κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 215 και 237 του Κ.Πολ.Δ, προϋποθέσεις για την παραδεκτή και νομότυπη άσκηση αγωγής και ως τέτοια έπρεπε να κριθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο λαμβανομένου υπ’όψιν ότι ο χαρακτηρισμός του είδους του δικογράφου επαφίεται στο δικαστήριο. Εσφαλμένως, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε ως ανταγωγή το άνω δικόγραφο , και θεώρησε αυτήν ως μη ασκηθείσα λόγω εκπρόθεσμης κατάθεσης και επίδοσης της, ενώ έπρεπε να κρίνει αυτό ως αγωγή και αφού τηρούνται οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της άσκησης της, να προχωρήσει στην έρευνα του ορισμένου, νόμω και ουσία βάσιμου αυτής. Κατόπιν αυτών, κρίνεται βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης με τον οποίο η ενάγουσα με την από 30.08.2017 αγωγή, ήδη εκκαλούσα, παραπονείται για το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε ως μη ασκηθείσα την εν λόγω αγωγή. Ακολούθως, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που έκρινε και θεώρησε ως μη ασκηθείσα την ανωτέρω από 30.08.2017 (αρ.κατ..../.../2017) αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία «... & ΣΙΑ Ε.Ε», να ερευνηθεί τούτη ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της δεδομένου ότι με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή , παραδεκτά, εισήχθη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία κατά τις διατάξεις των άρθρων 9, 18, 25 § 2 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε.
5. Α/ Σύμβαση δικαιόχρησης (franchising), νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων που από άποψη οικονομικής λειτουργίας συνιστά μία μέθοδο προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότης-franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγάμενου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσης, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσης και εκμετάλλευσης καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ. Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης- πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσης του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρέωσης διαφήμισης των προϊόντων του συστήματος και της συντήρησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη. Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entry fee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεση του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωση του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεση τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης και να προμηθεύεται από τον δότη ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος τα συμβατικά προϊόντα. Όπως συνάγεται από την, κατά τα προαναφερόμενα, φύση της σύμβασης δικαιόχρησης (franchising) ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μεικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεκ των μερών στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ. ΑΚ), σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ. ) και εντολής (άρθρα 713 επ.ΑΚ ). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης προϋποθέτει πολλές φορές τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πώλησης του αναγκαιούντος εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πώλησης και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων, πρώτων υλών κ.λπ. Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης αυτής ως διαρκούς ενοχής δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθ. 382, 383 επ. ΑΚ ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ, υπέρ του οφειλέτη αλλά και του δανειστή, κανόνας αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις (ΑΠ 1801/2011 δημ. στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, προκειμένου για τη σύμβαση δικαιόχρησης, η παραβίαση της γενικότερης αυτής, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου, συνιστά πλημμελή εκ μέρους της εκπλήρωση κύριας παροχής του από τη σύμβαση. Περαιτέρω, προκειμένου για σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία συμβάσεως δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, αποτελεί κατ' αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος αλλά και η παράβαση της ως άνω γενικότερης, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου και τέλος εκείνα τα περιστατικά τα οποία, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της συμβάσεως, καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δεσμεύσεως, πράγμα που συμβαίνει π.χ. όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας (ΑΠ 1043/2015, δημ. στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση έκτακτης καταγγελίας οφειλόμενης στην αντισυμβατική συμπεριφορά του καταγγελλόμενου μέρους μπορούν από τη σύμβαση δικαιόχρησης να απορρέουν αξιώσεις αποζημίωσης υπέρ του καταγγείλαντος. Καταγγελία σύμβασης ορισμένου χρόνου, που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή με επίκληση τέτοιου λόγου, που αποδείχθηκε μεταγενέστερα, είτε μη σπουδαίος είτε αναληθής, είναι άκυρη και γι’ αυτό δεν επιφέρει τη λήξη της διαρκούς σύμβασης και ο αναιτίως καταγγέλλων συνεχίζει να δεσμεύεται από τη σύμβαση και υποχρεούται να εκτελεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ευθυνόμενος σε αποζημίωση για τη ζημία που προκαλείται στον αντισυμβαλλόμενό του. Οι άνω αξιώσεις αποζημίωσης αναφέρονται στην αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, αλλά και του διαφυγόντος κέρδους, αυτού που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντισυμβαλλόμενος από τη συνεργασία μέχρι τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου της σύμβασης (ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015, δημ. στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ) . Για την επιδίκαση δε αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ , απαιτείται και αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή και στην απόφαση όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το αιτούμενο με την αγωγή ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομοιθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετικής ζημίας κατέστη αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης. Όμως τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή και στην απόφαση και δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ , ούτε η αναφορά του συνολικά φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια και η επίκληση και αναφορά των κονδυλίων αυτών. Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται , επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει (και αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο της όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό (Ολ ΑΠ 22/1995, ΑΓΙ 60/2019 , ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/ 2016, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 1248/2010, δημ. στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 121, 122, 125 και 147 του ν.4072/2012 (ΦΕΚ Α’ 86/11.04.2012) προκύπτει ότι η προστασία του σήματος, δηλαδή κάθε σημείου επιδεκτικού γραφικής παράστασης (λ.χ λέξεις , ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια , γράμματα, αριθμοί, χρώματα, ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών εκφράσεων , το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του και τα διαφημιστικά συνθήματα) , ικανού να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων , προϋποθέτει καταχώρηση του στο μητρώο σημάτων του άρθρου 147 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 150 και 153 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι εκείνος, που κατέθεσε νομίμως σήμα, δικαιούται και συνακόλουθα νομιμοποιείται ενεργητικά ως δικαιούχος του σήματος και μέχρι τη νόμιμη διαγραφή του, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί κατά τις συναλλαγές σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί ή σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανόμενου και του κινδύνου συσχέτισης, να άρει την προσβολή, να την παραλείπει στο μέλλον, καθώς και να καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 1 ν. 146/1914 απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται προς τα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της ζημίας που προκλήθηκε, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν. 146/1914 προκύπτει ότι εκείνος ο οποίος κάνει κατά τις συναλλαγές χρήση ονόματος εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος βιομηχανικής ή εμπορικής επιχείρησης, κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, το οποίο άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης, ακόμη και αν αυτή γίνεται με μερικές παραλλαγές, εφόσον όμως αυτές δεν αποκλείουν τον εν λόγω κίνδυνο (της σύγχυσης). Ειδικότερα, διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομά του) είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός) (βλ. ΑΠ 606/2005, ΤΝΠ Νόμος). Ο διασχηματισμός και η ιδιαίτερη διακόσμηση του εμπορεύματος, κατά την έννοια της άνω διάταξης (άρθρο 13 εδ. 4 ν. 146/1914) περιλαμβάνουν τα εξωτερικά στοιχεία διαμόρφωσης, κυρίως το χρώμα ή συνδυασμούς χρωμάτων, τη συσκευασία ή περικαλύμματα του εμπορεύματος και κάθε διακριτικό στοιχείο, το οποίο έχει επικρατήσει στις συναλλαγές ως γνώρισμα του εμπορεύματος και είναι ικανό να το διακρίνει από άλλα όμοια ή ομοειδή εμπορεύματα άλλης προέλευσης (βλ. ΑΠ 1795/2014, ΤΝΠ Νόμος). Τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης, προστατεύονται από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανό να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σ’ ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών αναφορικά είτε με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση είτε με την ταυτότητα της επιχείρησης είτε με την ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης αποτελεί κοινή προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων, ενώ σε περίπτωση προσβολής τους, με τη χρησιμοποίηση τους από τρίτον, παρέχεται η από το άρθρο 13 του Ν. 146/1914 προστασία, έστω και αν δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό (βλ. ΑΠ 249/2014, ΑΠ 344/2013, ΤΝΠ Νόμος). Ωστόσο, γίνεται δεκτό περαιτέρω ότι το διακριτικό γνώρισμα προστατεύεται όχι μόνο όταν με τη χρησιμοποίηση αυτού από άλλον υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης, αλλά και όταν, μολονότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, αυτό έχει αποκτήσει τέτοια φήμη στους σχετικούς συναλλακτικούς κύκλους ως προς την ποιότητα του εμπορεύματος ή της παρεχόμενης υπηρεσίας, ώστε η χρησιμοποίηση αυτού από άλλον που παρέχει την ίδια υπηρεσία, υποδεέστερης όμως ποιότητας, δημιουργεί κίνδυνο να υποσκαφθεί η φήμη του προϊόντος ή της υπηρεσίας που παρέχει ο δικαιούχος (ΑΠ 1529/2008, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τα ανωτέρω δε προκύπτει ότι το σήμα διαφέρει ουσιωδώς από το διακριτικό γνώρισμα, και συγκεκριμένα το σήμα έχει προτεραιότητα από την τυπική πράξη της κατάθεσής του, ενώ το διακριτικό γνώρισμα από το ουσιαστικό γεγονός της καθιέρωσής του στις συναλλαγές, η οποία προϋποθέτει α) ότι το γνώρισμα έχει διακριτική δύναμη ικανή να το ξεχωρίζει από άλλο ομοειδές, και β) έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές, δηλαδή έχει καταστεί γνωστό στους συναλλακτικούς κύκλους ότι διακρίνει ορισμένο εμπόρευμα ως προερχόμενο από ορισμένη επιχείρηση (ΑΠ 371/2012, ΧρΙΔ 2012.533).
Γ/ Το άρθρο 18α Ν. 146/1914 , που προστέθηκε με το άρθρο 29 Ν. 3784/2009 (Αναθεώρηση διατάξεων του Ν. 703/1977 περί ανταγωνισμού και άλλες διατάξεις, ΦΕΚ Α' 137), το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με το ήδη καταργηθέν (με το άρθρο 2 Ν.3784/2009 ) άρθρο 2α Ν. 703/1977, όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 1 Ν. 3373/2005, ορίζει ότι: «Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται κυρίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων". Βάσει των παραπάνω γίνεται δεκτό ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνο η καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Για την υπαγωγή στην απαγόρευση του άνω άρθρου 18α Ν. 146/1914 , με την έννοια της αιφνίδιας και αδικαιολόγητης διακοπής μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων, θα πρέπει: 1) να υπάρχει σχέση οικονομικής εξάρτησης μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις, από τις οποίες προμηθεύεται ή τις οποίες προμηθεύει ακόμη και με ένα ορισμένο είδος προϊόντων, η εξάρτηση δε αυτή μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε, έχει προσαρμόσει την επιχείρησή του στις ανάγκες διαθέσεως και προωθήσεως των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, 2) η επιχείρηση αυτή να μην διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους αλλά με δυσμενέστερος όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή, έναντι των ανταγωνιστών της, θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να αντεπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της και 3) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων (ΕφΑΘ 676/2009, δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1572/2006 ΔΕΕ 2006, 760) Η παράβαση δε του ανωτέρω άρθρου (18α Ν.146/1914), όπως και του προηγηθέντος του Ν. 703/1977, συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ , έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (Εφ.Θεσσαλ. 1728/2019 πρβλ. ΟλΑΠ 2/1989 ΕΕμπΔ 1989, 657, ΑΠ 1379/2010 ΧρΙΔ 2011, 452, ΑΠ 1665/2009 ΧρΙΔ 2010, 635, ΕφΑθ 26/2010 ΔΕΕ 2010, 679, ΕφΑθ 676/2009 ό.π., ΕφΑθ 2093/2006 ΔΕΕ 2006, 757, ΕφΑθ 6042/2002 ΔΕΕ 2003, 282).
Δ/ Η ελευθερία διαμόρφωσης των τιμών αποτελεί έναν από τους βασικότερους στόχους των άρθρων 1 παράγραφος 1 ν. 703/1977 και 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ. Τα εν λόγω άρθρα μνημονεύουν ρητά, ως περιοριστικές του ανταγωνισμού, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα, καθορίζουν τις τιμές ή οποιουσδήποτε άλλους όρους συναλλαγής, Κατά πάγια νομολογία, ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών συνιστά πρόδηλο περιορισμό του ανταγωνισμού (και την κυριότερη περίπτωση εξ αντικειμένου νοθεύσεως του ανταγωνισμού). Παρομοίως, ως ιδιαίτερα σοβαρός περιορισμός του ανταγωνισμού περιγράφεται στο άρθρο 4, στοιχείο α’ του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορίες ο καθορισμός τιμών μεταπώλησης, δηλαδή οι συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως άμεσο ή έμμεσο αντικείμενό τους τον καθορισμό παγίου ή ελάχιστου επιπέδου τιμής μεταπώλησης. Συμβατικοί όροι ή πρακτικές σε κάθετες συμφωνίες, σύμφωνα με τους οποίους ορίζονται στον διανομέα οι τιμές μεταπώλησης (των προϊόντων) θεωρούνται ότι έχουν ως αντικείμενο (object) τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Στις περιπτώσεις αυτές, δηλαδή, παρέλκει η διαπίστωση του αποτελέσματος (effect) που προκαλείται στον ανταγωνισμό εκ της συγκεκριμένης συμφωνίας. Σε περίπτωση συμβατικών διατάξεων ή εναρμονισμένων πρακτικών που ενέχουν απευθείας καθορισμό τιμών μεταπώλησης, ο περιορισμός του ανταγωνισμού είναι εμφανής. Ωστόσο, ο καθορισμός των τιμών μεταπώλησης μπορεί επίσης να επιτευχθεί και με έμμεσο τρόπο. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί, μεταξύ άλλων, και η καταγγελία συμβάσεων σε συνάρτηση με τη τήρηση συγκεκριμένου επιπέδου τιμών. Περαιτέρω, τόσο οι άμεσοι, όσο και οι έμμεσοι τρόποι για την επίτευξη του καθορισμού των τιμών μπορούν να γίνουν πιο αποτελεσματικοί όταν συνδυαστούν με λήψη μέτρων για τον εντοπισμό διανομέων που εφαρμόζουν μειωμένες τιμές, όπως η εφαρμογή συστήματος παρακολούθησης τιμών, ή μέτρων που μπορεί να αποθαρρύνουν τον αγοραστή να μειώσει τις τιμές μεταπώλησης (Δ.Εφ.Αθ. 2803/2011, πρβλ. ΣτΕ 126/2012 (αναστ), ΣτΕ 2121/2013). Σε περίπτωση μη ύπαρξης (έστω κατά φαινόμενο) συμβατικών όρων, αναζητείται η συμμόρφωση των μεταπωλητών με τις αποστελλόμενες από τον προμηθευτή τιμές, η οποία διαπιστώνεται εφόσον αυτές τίθενται σε εφαρμογή. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να επιβληθεί δέσμευση ως προς τις τιμές μεταπώλησης. Συμβατές με τις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ είναι οι συνιστώμενες/ προτεινόμενες τιμές, στο μέτρο όμως που ο παραγωγός ή προμηθευτής περιορίζεται στην ανακοίνωση των τιμών αυτών στους διάνομείς/μεταπωλητές και δεν προκύπτει δέσμευση των τελευταίων για την τήρησή τους. Πρέπει επίσης να αποτρέπεται η επίταση της διαρθρωτικής ακαμψίας των τιμών που παρεμποδίζει τον ανταγωνισμό ως προς τις τιμές. Συναφώς, δεν επιτρέπονται αυστηρές καθοδηγήσεις ως προς τον καθορισμό των τιμών λιανικής . Προκειμένου περί σύμβασης δικαιόχρησης , για να διαπιστωθεί, σε κάθε κρινόμενη υπόθεση, αν υφίσταται περιορισμός του ανταγωνισμού μέσω του καθορισμού τιμών μεταπώλησης, θα πρέπει να ελεγχθούν οι σχετικοί κατ’ ιδίαν όροι των συμβάσεων δικαιόχρησης και, σε περίπτωση που οι εν λόγω όροι - αντικειμενικά ερμηνευόμενοι - δεν έχουν περιοριστικό χαρακτήρα, να εξεταστεί το ενδεχόμενο de facto συμμόρφωσης των δικαιοδόχων στις τιμές του δικαιοπαρόχου .Είναι γεγονός ότι, στο πλαίσιο μιας σύμβασης δικαιόχρησης, η συμμόρφωση των δικαιοδόχων με τις οργανωτικές αρχές του συστήματος, και ιδίως ο σεβασμός της αρχής της ομοιομορφίας, αποτελούν ουσιώδεις προϋποθέσεις για τη λειτουργία της σύμβασης δικαιόχρησης. Περαιτέρω, ο εφοδιασμός των δικαιοδόχων από τον δικαιοπάροχο με κατάλογο προτεινόμενων τιμών λιανικής δεν θεωρείται αφ’ εαυτού ότι οδηγεί σε καθορισμό τιμών μεταπώλησης, ο δικαιοπάροχος μπορεί να γνωστοποιεί ενδεικτικές λιανικές τιμές, δεν μπορεί όμως να αξιώνει (με την αποδοχή των δικαιοδόχων) την κατά κανόνα τήρηση από τους τελευταίους των προτεινόμενων από αυτόν τιμών, κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη συστηματική παρακολούθησή τους, προκειμένου να ελέγχεται η «καταλληλότητά» τους με την τιμολογιακή πολιτική του δικαιοπαρόχου . Ούτε και μπορεί να καθοδηγεί αυστηρά τους δικαιοδόχους ως προς τον καθορισμό των τιμών λιανικής διάθεσης των προϊόντων. Η πρόβλεψη μηχανισμού παρακολούθησης των λιανικών τιμών (μέσω διασυνδεδεμένου ηλεκτρονικού συστήματος μεταξύ του δικαιοπαρόχου και των δικαιοδόχων του), μπορεί κατά τις ειδικότερες σε κάθε περίπτωση συνθήκες, να συμβάλει εκ των πραγμάτων στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής καθορισμού τιμών μεταπώλησης του δικαιοπαρόχου. Ειδικότερα, επιτρέπει τον εντοπισμό δικαιοδόχων που εφαρμόζουν διαφοροποιημένες τιμές σε σχέση με τις προτεινόμενες από τον δικαιοπάροχο τιμές λιανικής ( βλ. Σ. Γιαννακάκης , Νομικό καθεστώς και πρακτική της σύμβασης δικαιόχρησης στην Ελλάδα, ΔΕΕ 11/1997 (προσκ.), αποφάσεις Επιτροπής Ανταγωνισμού 395/V/2008, 495/VI/2010,580/ VII/2013).
Ε/ Για τη στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 επ.ΑΚ και κατ' επέκταση υποχρέωσης του ζημιώσαντος, τόσο προς αποζημίωση του παθόντος (ΑΚ 297 και 298), όσο και για χρηματική ικανοποίηση της ενδεχόμενης ηθικής του βλάβης (ΑΚ 932), προϋποτίθεται ότι αφενός η (θετική ή αποθετική) ζημία και η ηθική βλάβη του παθόντος προκλήθηκαν παρανόμως (ΑΚ 914) ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη (ΑΚ 919) από ενέργεια ή παράλειψη του υπαιτίου και αφετέρου υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προπεριγραφείσας ενέργειας ή παράλειψης και της ζημίας ή/και της ηθικής βλάβης που επήλθαν. Εξάλλου, από τη ρύθμιση του άρθρου 919 ΑΚ συνάγεται ότι, η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη αποτελεί πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση. Ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, μέσω της οποίας παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης επί τη βάσει του άρθρου 919 ΑΚ , όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη θα ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Μόνον η εκ μέρους του ενός των συμβαλλομένων αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης δεν συνιστά πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης κατά την προδιαληφθείσα διάταξη, δεδομένου ότι μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής αποτελεί μεν συμπεριφορά παράνομη, αλλά δεν συνιστά αδικοπραξία υπό την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ (Ολ. ΑΠ 967/1973, ΝοΒ 22. 505, ΑΠ 506/2010, ΑΠ 87/2000, Εφ.Αθ.3258/2018, δημ. στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΣΤ/ Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους και επομένως τις περιπτώσεις αυτές με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να επικαλείται ειδικά (και στην συνέχεια να αποδεικνύει) το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 111 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ , αόριστη (ΑΠ 1563/2012, ΑΠ 1802/2012, ΑΠ 1595/2011, ΑΠ 532/2011, ΑΠ 382/2011 , δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
6. Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν, και όσον αφορά στην από 30.08.2017, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../.../ 06.09.2017 αγωγή της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία « ... & ΣΙΑ Ε.Ε», η οποία παραδεκτά εισήχθη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία κατά τις προαναφερόμενες στην με αριθμό 4 σκέψη της παρούσας, νομικές διατάξεις, κρίνεται νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 και 18 α του ν. 146/1914, 297, 298, 57, 59, 281, 914, 919 του ΑΚ, 70, 945 § 1, 947 του Κ.Πολ.Δ, πλην των ακόλουθων αιτημάτων περί αναγνώρισης του ότι η εναγομένη με την αγωγή αυτή οφείλει να καταβάλει, α) ποσό 291.384,64 ευρώ ως αποζημίωση της θετικής ζημίας που υπέστη ένεκα της συμπεριφοράς της εναγόμενης και η οποία αντιστοιχεί στα ζημιογόνα αποτελέσματα των χρήσεων των ετών 2012 έως και 2016, β) ποσό 413.010,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην ζημία της λόγω μη απόσβεσης της ισόποσης επενδύσεώς της, γ) ποσό 632.262,16 ευρώ, ως αποζημίωση της αποθετικής ζημίας που υπέστη λόγω απώλειας διαφυγόντων κερδών ως την ημεροχρονολογία λήξης της σύμβασης το έτος 2023, δ) ποσό 32.179,07 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας. Ειδικότερα, το ανωτέρω αίτημα με στοιχείο (α) είναι αόριστο διότι, ενώ η ενάγουσα επικαλείται ως λόγο της θετικής ζημίας της, κατά τα έτη 2012, 2014, 2015, 2016, το ότι δεν της είχε παραχωρηθεί από την εναγομένη δικαιοπάροχο ικανό περιθώριο κέρδους, εκθέτει μόνο το ύψος της ζημίας της ανά έτος, όπως αυτό καταγράφηκε στα τηρούμενα από αυτήν βιβλία, αναφέροντας μόνο ότι τούτο οφείλεται είτε στην υψηλή τιμή χονδρικής πώλησης των προϊόντων από την εναγομένη δικαιοπάροχο προς αυτήν (:ενάγουσα), είτε στην απαγόρευση από την εναγομένη, να μεταπωλεί (:η ενάγουσα) τα προϊόντα σε κατά τι μικρότερες τιμές από αυτές που την υποχρέωνε η εναγομένη, είτε στην άρνηση της εναγομένης να μειώσει τα ανταλλάγματα που ελάμβανε από την ενάγουσα, υπολογίζοντας αυτά όχι επί των αγορών αλλά επί του τζίρου είτε στο ότι δεν προβαίνει σε συμψηφισμό του υπέρογκου ποσού που δαπάνησε (:η ενάγουσα) για την διαμόρφωση του καταστήματος, είτε στην επιβολή προμήθειας μεγαλύτερων ποσοτήτων προϊόντων από αυτές που είχε πράγματι ανάγκη η ενάγουσα για την ομαλή λειτουργία του καταστήματος της. Ωστόσο, τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν καθιστούν ορισμένο το αίτημα της διότι δεν προσδιορίζει με ποιο τρόπο το καθένα των ανωτέρω συνδέεται με συγκεκριμένο ύψος ζημίας της. Ειδικότερα, δεν εκθέτει τις ετήσιες ποσότητες ανά είδος προϊόντων , που της προμήθευε η εναγομένη και αντίστοιχα τις τιμές που την χρέωνε η τελευταία ανά είδος καθώς επίσης και τις ετήσιες πωλήσεις από την ίδια (:ενάγουσα) με τις αντίστοιχες τιμές πώλησης που την υποχρέωνε να μεταπωλεί τα προϊόντα προς τους τρίτους -πελάτες της ενάγουσας ανά έτος ώστε από την αντιπαραβολή να προκύπτει ότι οι τιμές χονδρικής δεν άφηναν κανένα περιθώριο κέρδους και σε τι ποσό επερχόταν ζημία της λαμβανομένων υπ’όψιν και των λειτουργικών εξόδων της ενάγουσας, ούτε αναφέρει τις επιπλέον ετήσιες ποσότητες ανά είδος προϊόντων, που της προμήθευσε μονομερώς η εναγομένη χωρίς παραγγελία εκ μέρους της ενάγουσας και οι οποίες δεν πωλήθηκαν προς τρίτους με την αντίστοιχη αξία που πλήρωσε η ενάγουσα και κατά την οποία ζημιώθηκε. Επίσης, δεν εκθέτει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης σχετικά αφενός με το ότι η τελευταία δεν μείωσε τα ανταλλάγματα που ελάμβανε από την ενάγουσα, και αφετέρου με το ότι δεν προβαίνει σε συμψηφισμό του υπέρογκου, κατά τον ισχυρισμό της, ποσού που δαπάνησε (:η ενάγουσα) για την διαμόρφωση του καταστήματος, τα οποία να συνδέονται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ζημία της. Περαιτέρω, κρίνεται ως μη νόμιμο, το ανωτέρω με στοιχείο (β) αίτημα περί επιδίκασης ποσού 413.010,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην ζημία της λόγω μη απόσβεσης της ισόποσης επένδυσής της , εκ του οποίου, ποσό 353.000 ευρώ αντιστοιχεί στη δαπάνη διαμόρφωσης του καταστήματος και 60.000 ευρώ στην αξία των ήδη υπαρχόντων στο κατάστημα, κλιματιστικών, τζαμαρίας συστήματος εξαερισμού . Αναφορικά με το ποσό των 353.000 ευρώ διότι, όπως η ίδια αναφέρει στο δικόγραφό της , αυτή συνέχισε να λειτουργεί στο ίδιο κατάστημα, όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία της επιχείρηση , και κατά τη συνεπή εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς, η ζημία της ενάγουσας συνίσταται στο επιπλέον ποσό που δαπάνησε για την διαμόρφωση του καταστήματος της ως λειτουργόν με το σύστημα δικαιόχρησης καθ’υπόδειξη της εναγομένης σε σχέση με το αυτοτελές και ανεξάρτητο από το σύστημα δικαιόχρησης κατάστημα της μετά τη διακοπή της συνεργασίας της με την εναγόμενη. Ενώ κατά το ποσό των 60.000 ευρώ, είναι ομοίως, μη νόμιμο διότι η ισόποση δαπάνη για την αγορά κλιματιστικών , εξαερισμού υαλοπινάκων δεν συνέχεται αιτιωδώς με την συμπεριφορά της εναγομένης αφού πρόκειται για δαπάνη που έγινε κατά το χρόνο λειτουργίας προηγούμενης επιχείρησης καφενείου- ζαχαροπλαστείου, που εκμεταλλευόταν η ενάγουσα πριν από την συνεργασία της με την εναγόμενη. Περαιτέρω, απορριπτέο ως αόριστο κρίνεται το ανωτέρω με στοιχείο (γ) αίτημα περί αποζημίωσης ποσού των 632.262,16 ευρώ λόγω διαφυγόντων κερδών. Ειδικότερα, για τον προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών της , η ενάγουσα λαμβάνει ως βάση στην ένδικη αγωγή της το συνολικό ανά έτος ποσό, που αντιστοιχεί στον κύκλο εργασιών εκάστου των ετών 2012 έως 2015 και υπολογίζει ως κέρδος, ποσοστό 10 % επί αυτού, που αντιστοιχεί, όπως ισχυρίζεται, στον μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους , όπως αυτός υπολογίζεται κατά αντικειμενικό τρόπο από τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 32 ν. ν.2238/1994 και αφαιρώντας από το ποσό του πραγματοποιηθέντος κύκλου εργασιών του έτους 2013, το ποσό των 5.413,35 ευρώ που ήταν το κέρδος της για το έτος αυτό. Ενώ για το επόμενο χρονικό διάστημα, από την καταγγελία της επίδικης σύμβασης έως την συμβατική λήξη της , ήτοι από το έτος 2016 έως 2023 λαμβάνει ως βάση για τον προσδιορισμό του ετήσιου κύκλου εργασιών, τον μέσο όρο των προηγούμενων τεσσάρων ετών και το ίδιο ποσοστό κέρδους, προσδιορισθέν κατά τον ανωτέρω τρόπο. Με τα ως άνω αναφερόμενα από την ενάγουσα , στοιχεία δεν προσδιορίζονται με τρόπο ορισμένο στο δικόγραφο της αγωγής τα διαφυγόντα κέρδη αυτής διότι έπρεπε να αναφέρονται τα πραγματικά κέρδη που αυτή προσδοκούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και όχι αυτά, που προσδιορίζονται κατά αντικειμενικό τρόπο από τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, εκθέτοντας τις ποσότητες προϊόντων που θα πωλούσε ανά έτος, τις τιμές πώλησης κάθε είδους , το κόστος απόκτησης αυτών ανά έτος ώστε να προσδιορισθεί το συνολικό κέρδος της αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης καθώς και τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του κέρδους και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει , βάσει των οποίων καθίσταται πιθανό το προσδοκώμενο διαφυγόν κέρδος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ενώ για το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα, η ζημία της ενάγουσας συνίσταται στη διαφορά ανάμεσα στα καθαρά έσοδα της από τη λειτουργία του αυτοτελούς και ανεξάρτητου από το σύστημα δικαιόχρησης καταστήματος της μετά τη διακοπή της συνεργασίας της με την εναγομένη ( 26.09.2016) και στα καθαρά έσοδα που θα προσδοκούσε σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων εάν λειτουργούσε ομαλά η επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης έως 26.10.2023. Οσον αφορά στο με στοιχείο (δ) αίτημα της αγωγής κρίνεται προεχόντως ως αόριστο και ως εκ τούτου απορριπτέο διότι η ενάγουσα δεν αναφέρει ότι οι πελάτες που συναλλάσσονταν με το κατάστημα της ως ενταγμένο στο σύστημα δικαιόχρησης της εναγομένης παρέμειναν στην τελευταία και μετά τη λύση της σύμβασης δικαιόχρησης ώστε να έχει ωφέλεια η τελευταία από αυτούς λαμβανομένου μάλιστα υπ’όψιν ότι η ενάγουσα δεν στερήθηκε τη λειτουργία της επιχείρησης της, αλλά συνέχισε να δραστηριοποιείται εντός του ίδιου χώρου με το ίδιο αντικείμενο δηλαδή να εκμεταλλεύεται το ίδιο κατάστημα πουλώντας είδη άρτου, αρτοσκευασμάτων, γλυκισμάτων και καφέ δηλαδή επιχείρησης ομοειδούς με το σύστημα δικαιόχρησης της εναγομένης με αποτέλεσμα να αποκομίζει εισοδήματα η ίδια.
Ζ/ Από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που καθίστανται κοινά για την απόδειξη των ισχυρισμών και του άλλου διαδίκου (άρθρο 346 του Κ.Πολ.Δ) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ.3, 339 και 395 του Κ.Πολ.Δικ: ΑΠ 60/2008, ΑΠ 1201/2007, δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π Νόμος), έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα (Ολ.ΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988. 75, Ολ.ΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30. 441, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010, ΑΠ 722/2004, δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 152/2002 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 § 1 αρ. 3, 447, 448 § 2 και 457 § 4 ΚΠολΔ), για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς όμως να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54. 849. ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006. 173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔνη 41. 980), τις καταθέσεις των μαρτύρων ...., οι οποίες περιέχονται στις με αριθμούς ..... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ....., που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα της πρώτης προαναφερόμενης αγωγής και οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων της (βλ. τις με αριθμούς ....εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....), τις καταθέσεις των μαρτύρων ...., οι οποίες περιέχονται στις με αριθμούς .... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ...., που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα της πρώτης προαναφερόμενης αγωγής προς αντίκρουση των περιεχομένων στις προτάσεις των εναγόμενων ισχυρισμών και οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων της (βλ. τις με αριθμούς .... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....), χωρίς να ασκεί έννομη συνέπεια το ότι αυτές ελήφθησαν στις 31.10.2017 ήτοι κατά την τελευταία ημέρα λήξης της οριζόμενης με το άρθρο 237 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, προθεσμίας, αφού έχουν τηρηθεί οι αναφερόμενες στο άνω άρθρο προϋποθέσεις, παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εκκαλούσα, τις καταθέσεις των μαρτύρων ...., εκ των οποίων οι πρώτες τέσσερις περιέχονται στις με αριθμούς .... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ν. Ιωνίας και η τέταρτη στην με αριθμό .... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Αθηνών, ..., που προσκομίζουν με επίκληση οι εναγόμενοι και οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντίδικου τους (βλ. την με αριθμό .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ....), τις καταθέσεις των μαρτύρων ...., εκ των οποίων οι πρώτες δύο περιέχονται στις με αριθμούς .... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ν. Ιωνίας και η τρίτη στην με αριθμό .... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας , .... που προσκομίζουν με επίκληση οι εναγόμενες προς αντίκρουση των περιεχομένων στις προτάσεις της ενάγουσας ισχυρισμών και οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκων τους (βλ. την με αριθμό .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....), τις ομολογίες των διαδίκων, είτε ρητές (άρθρ. 352 ΚΠολΔ) είτε σιωπηρές (άρθρ. 261 ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο και δίχως απόδειξη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα-εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΡΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...», η οποία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας ειδών αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής και συναφών ειδών, σύναψε με την εναγομένη-ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία « ... & ΣΙΑ Ε.Ε», της οποίας η ... ..., δεύτερη εναγόμενη στην με στοιχείο (α) αγωγή, τυγχάνει ομόρρυθμη εταίρος, την από 26-10-2011 σύμβαση δικαιόχρησης (franchise), δυνάμει της οποίας παραχώρησε στην αντισυμβαλλόμενη της το δικαίωμα εκμετάλλευσης του νομίμως καταχωρημένου εμπορικού της σήματος «...», το οποίο έχει γίνει δεκτό αμετακλήτως δυνάμει της υπ’ αριθμόν 8767/1996 απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, των διακριτικών της γνωρισμάτων, ήτοι της επωνυμίας «......» καθώς και της τεχνογνωσίας της, προς τον σκοπό λιανικής πώλησης των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχει στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας, έως την 26η-10-2023. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι η δικαιοδόχος θα λειτουργούσε το ιδιόκτητο κατάστημα της, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Μ. ... και ... στο Ν. ... Αττικής, ως μέρος του δικτύου των καταστημάτων franchise της δικαιοπαρόχου, ενώ μεταξύ των διαδίκων συνομολογήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) ότι η δικαιοδόχος εταιρεία, έχοντας κατανοήσει το σύστημα της δικαιοπαρόχου, αναγνωρίζει τη σημασία τήρησης των προδιαγραφών που προτείνει η δικαιοπάροχος για την ομοιόμορφη λειτουργία των καταστημάτων και την πώληση ελεγμένων προϊόντων, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση τήρησης των μεθόδων της δικαιοπαρόχου, όπως αυτές θα ισχύουν (άρθρα 1.3 και 1.4 της σύμβασης), β) ότι η δικαιοδόχος υποχρεούται να εφαρμόζει πλήρως το σύστημα της δικαιοπαρόχου δίχως να επιτρέπεται απόκλιση από τις αρχές, προδιαγραφές και οδηγίες αυτού, καθώς και τις εμπορικές μεθόδους που έχει εκπονήσει η δικαιοπάροχος, υποχρεούμενη ταυτόχρονα αφ’ ενός να τηρεί σχολαστικά τους χρόνους διατήρησης των προϊόντων που της υποδεικνύονται εκάστοτε από τη δικαιοπάροχο για κάθε είδος, αφ’ ετέρου να καταστρέφει τα εξ αυτών αδιάθετα μετά την πάροδο του εκάστοτε χρόνου διατήρησης, με επισήμανση ειδικώς για τον άρτο, τα είδη κρουασαντερί, σάντουιτς, αρτοσκευάσματα και φουρνιστά προϊόντα, τα οποία η δικαιοδόχος είχε την δυνατότητα να διαθέτει εντός της ημέρας παραλαβής τους, τηρώντας παράλληλα τους κανόνες υγιεινής, καθαριότητας και ασφάλειας των προϊόντων που διαθέτει στο κοινό (άρθρο 7 της σύμβασης), γ) ότι η δικαιοδόχος αναγνωρίζει την ουσιαστική σημασία της εντατικής και συνεχούς εκπαίδευσης των συνεργατών της προς λειτουργία του καταστήματος της, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση συμμετοχής του προσωπικού της στα προγράμματα και σεμινάρια βασικής εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης που οργανώνει η δικαιοπάροχος, η ολοκληρωμένη και επιτυχής συμμετοχή στα οποία αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη και παραμονή ενός υποψηφίου στο σύστημα δικαιόχρησης (άρθρο 8), δ) ότι η δικαιοδόχος όφειλε να διαθέτει κατ’ αποκλειστικότητα προϊόντα παραγωγής της δικαιοπαρόχου καθώς και τρίτων προσώπων, τα οποία θα της προμήθευε η τελευταία ή τα υποδεικνυόμενα από αυτήν πρόσωπα, ενώ η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης συνεπαγόταν την καταβολή ποινικής ρήτρας στην δικαιοπάροχο, αποτελώντας ταυτόχρονα λόγο καταγγελίας της σύμβασης (άρθρο 11), ε) ότι καμία νέα παραγγελία εκ μέρους της δικαιοδόχου δεν θα γινόταν δεκτή εάν προηγουμένως η τελευταία δεν είχε εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες οφειλές της, καθώς επίσης καθ’ ο διάστημα θα εξακολουθούσε να υφίσταται παράβαση κάποιου όρου της ένδικης σύμβασης (άρθρο 14), στ) ότι η δικαιοπάροχος δικαιούται να προβαίνει, ακόμη και δίχως προηγούμενη προειδοποίηση, σε ελέγχους του καταστήματος της δικαιοδόχου καθώς και σε παρακολούθηση της λειτουργίας του με εκπροσώπους και επιθεωρητές της, οι οποίοι θα συνέτασσαν ακολούθως δελτίο επιθεώρησης εις διπλούν, όπου θα σημειωνόταν τυχόν παρατηρήσεις και θα συνυπογραφόταν από τον εκπρόσωπο ή τον υπεύθυνο του καταστήματος της δικαιοδόχου, διατηρώντας ταυτόχρονα το δικαίωμα να απομακρύνουν όσα προϊόντα διαπίστωναν πως είναι ακατάλληλα προς διάθεση στο κοινό, ενώ περαιτέρω η διαπίστωση της μη ορθής λειτουργίας και διαχείρισης του καταστήματος της δικαιοδόχου συνεπαγόταν την ανάκληση του παρασχεθέντος κινήτρου καλής λειτουργίας, το οποίο είχε οριστεί ως ποσοστό έκπτωσης επί του τιμήματος των τιμολογίων προμήθειας προϊόντων, κυμαινόμενου αναλόγως με το είδος της παράβασης (άρθρο 18), ζ) ότι η δικαιοδόχος υποχρεούται να μην προσφέρει εντός του καταστήματος της προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ανήκουν στο σύστημα δικαιόχρησης της δικαιοπαρόχου (άρθρο 19), η) ότι η παράβαση οιουδήποτε όρου παρείχε στη δικαιοπάροχο το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν ενδεικτικά η μη καταβολή των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη δικαιοπάροχο αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης, την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών ή την εξυπηρέτηση των πελατών κλπ ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η φήμη και η ενιαύσια εμφάνιση του συστήματος , η παρεμπόδιση της άσκησης ελέγχου εκ μέρους της δικαιοπαρόχου, η διατάραξη της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που θα οφείλεται σε υπαίτια κατ' εξακολούθηση παράβαση από την δικαιοδόχο των όρων της σύμβασης, η μη παρακολούθηση από την δικαιοδόχο, τον διευθυντή του καταστήματος και το προσωπικό της των υποχρεωτικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων και σεμιναρίων βασικής εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης που οργανώνει η δικαιοπάροχος (άρθρο 25), καθώς και ότι η) σε περίπτωση καταγγελίας της ένδικης σύμβασης παύει η υποχρέωση της δικαιοπαρόχου να προμηθεύει τη δικαιοδόχο με προϊόντα και να παρέχει υπηρεσίες, η δε δικαιοδόχος υποχρεούται να αφαιρέσει αμέσως όλα τα σημεία που φέρουν το σήμα και τα διακριτικά γνωρίσματα της δικαιοπαρόχου και να επιστρέφει κάθε σχετικό έντυπο υλικό, να παύσει να χρησιμοποιεί την επιχειρηματική της οργάνωση και να καταβάλει άμεσα στη δικαιοπάροχο κάθε τυχόν οφειλόμενο χρηματικό ποσό (άρθρο 26). Το δε κόστος της σχετικής προσαρμογής του καταστήματος της δικαιοδόχου στο δίκτυο franchise, προβλέφθηκε πως θα ανερχόταν στο ποσό των 250.000,00 ευρώ με δυνατότητα απόκλισης ± 10%, όπως προκύπτει από το από 26-10-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο ορίστηκε περαιτέρω ότι το κατασκευαστικό τμήμα των εργασιών θα γινόταν βάσει ενιαίων προσφορών από υπεργολάβο κοινής επιλογής των διαδίκων, ενώ μέρος του κόστους αυτών, ύψους 140.000,00 ευρώ, θα εξοφλούταν από την δικαιοπάροχο για λογαριασμό της δικαιοδόχου υπό την μορφή παροχής άτοκου δανείου, καταβλητέου σε μηνιαίες δόσεις, ύψους εκάστης 2.000,00 ευρώ. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η δικαιοδόχος εταιρεία, κατόπιν εγκατάστασης στο προεκτεθέν κατάστημά της και εκκίνησης της λειτουργίας του ως μέρος του δικτύου δικαιόχρησης της δικαιοπαρόχου εταιρείας, από την έναρξη σχεδόν της συνεργασίας τους, δεν τηρούσε συμβατικές της υποχρεώσεις, οι οποίες θεωρούνταν κατά τα ως άνω περιεχόμενα στην ένδικη σύμβαση κρίσιμες τόσο για την ομαλή λειτουργία του καταστήματος της δικαιοδόχου, όσο και την ανάπτυξη της επιχείρησης, αλλά και του δικτύου της δικαιοπαρόχου. Συγκεκριμένα, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων παρέλειπε κατά την έναρξη λειτουργίας του καταστήματος της να εκπαιδεύσει το προσωπικό της, ενώ δεν μεριμνούσε και για την έγκαιρη έκδοση της άδειας λειτουργίας του καταστήματος της, λόγος για τον οποίο η δικαιοπάροχος απέστειλε σχετικά τις από 12-01-2012 και 01- 03-2012 εξώδικες δηλώσεις, με τις οποίες διαμαρτυρόταν για την μη εκπαίδευση του προσωπικού καθώς και της δεύτερης εναγομένης στην με στοιχείο (α) αγωγή, ως υπεύθυνης λειτουργίας του καταστήματος της, καθώς και την από 31-03-2013 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία διαμαρτυρόταν, μεταξύ άλλων, για το γεγονός ότι το κατάστημα της δικαιοπαρόχου λειτουργούσε επί ενάμιση περίπου έτος δίχως να έχει λάβει άδεια λειτουργίας, το οποίο εν τέλει έλαβε την με αριθμό πρωτ. .... άδεια λειτουργίας του Δήμου Ν. ... Αττικής. Παράλληλα, με την τελευταία εξώδικη δήλωση η δικαιοπάροχος επέβαλε, βάσει του προεκτεθέντος συμβατικού της δικαιώματος, διακοπή της παρασχεθείσας προς την δικαιοδόχο έκπτωσης επί των προμηθευομένων προϊόντων και δη του κινήτρου καλής λειτουργίας ως έκπτωση ποσοστού ύψους 8% επί των τιμολογίων πώλησης προϊόντων για χρονικό διάστημα τριάντα ημερών, βάσει των πορισμάτων ελέγχου που διενεργήθηκε την 25η-5- 2013 από εκπρόσωπο της δικαιοπαρόχου, όπου διαπιστώθηκε η κατοχή ληγμένων προϊόντων (πιτάκια στο ψυγείο με ημερομηνία παραλαβής την 16η- 05-2013 και λήξης στις 22-05-2013, ως προς τα οποία είχε αφαιρεθεί η ετικέτα λήξης, η κακή τοποθέτηση σιροπιαστών προϊόντων μαζί με κουλούρια βουτύρου καθώς και η προμήθεια του καταστήματος της δικαιοδόχου με προϊόντα τρίτων προμηθευτών. Στο σημείο αυτό μάλιστα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ως άνω κύρωση επιβλήθηκε το πρώτον παρά την διαπίστωση α) ύπαρξης βρώμικου δαπέδου, ακατάλληλων προϊόντων καθώς και ακάλυπτων τελάρων ψωμιού, β) ληγμένου προϊόντος (κέικ σοκολάτας) από 27-02-2013 καθώς και η συναποθήκευση, χωρίς κριτήρια υγιεινής, λαχανικών και αρτοσκευασμάτων, και γ) ληγμένων προϊόντων (κέικ μπανάνας και λοιπών ειδών ζαχαροπλαστικής) από 23-03-2013 και 29-03-2013, καθώς και η συναποθήκευση ακατάλληλων προϊόντων με υγιή, κατά τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στο κατάστημα της δικαιοπαρόχου την 5η-6- 2012, 5η-3- 2013 και 1η-5-2013 αντίστοιχα. Ωστόσο, παρά την επιβολή της προαναφερθείσας συμβατικής κύρωσης, η δικαιοπάροχος ετερόρρυθμη εταιρεία εξακολούθησε να παραβιάζει τους όρους της ένδικης σύμβασης, όπως διαπιστώθηκε κατά την διάρκεια ελέγχων στις 06-06-2013 -όπου βρέθηκαν μπαγιάτικα προϊόντα (λουκουμαδάκια 6 ημερών, καρυδόπιτες 6 και 7 ημερών, τούρτα τυραμισού 8 ημερών κλπ), καθώς και ληγμένα προϊόντα στο ψυγείο προς διάθεση στον καταναλωτή (ενδ. σοκολατάκια μπανάνα ληγμένα από 11-05-2013, γάλα .... ληγμένο από 05-06-2013 -, στις 04- 10-2013 -όπου διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν ποτήρια και καπάκια ποτηριών καφέ τρίτου προμηθευτή- και στις 21-10-2015 -όπου βρέθηκε να διατίθεται προς πώληση φαγητό κατόπιν παρέλευσης του χρόνου και εκτός του χώρου διατηρήσεως αυτού (μπεν μαρί), με αποτέλεσμα η δικαιοπάροχος να επιβάλει εκ νέου και επί τη βάσει των πορισμάτων της τελευταίας έκθεσης ελέγχου παρόμοια συμβατική κύρωση στην αντισυμβαλλόμενή της και δη για ίδιο χρονικό διάστημα, δυνάμει της από 23-10- 2015 εξώδικης δήλωσής της, η οποία παρατάθηκε με νεότερη εξώδικη δήλωσή της μέχρι την 9η-12-2015, κατόπιν επανελέγχου που διενεργήθηκε στις 05-11-2015, ότε και διαπιστώθηκε η ύπαρξη ακατάλληλων προϊόντων [δέκα τεμαχίων πεϊνιρλί], τα οποία και αποσύρθηκαν από τον εκπρόσωπο της δικαιοπαρόχου. Λόγω δε της επιβολής των προεκτεθεισών συμβατικών κυρώσεων, δημιουργήθηκαν οφειλές της δικαιοδόχου, οι οποίες περί το τέλος του έτους 2015 είχαν ανέλθει στο ποσό των 4.429,65 ευρώ. Πλην όμως, παρά την αποστολή της από 08-12- 2015 εξώδικης δήλωσης, με την οποία η δικαιοπάροχος ζητούσε από την αντισυμβαλλόμενη της να προβεί σε διευθέτηση της ανωτέρω οφειλής, η τελευταία ουδέν έπραξε προς τούτο, αλλά αντιθέτως το εκ μέρους της οφειλόμενο ποσό εν συνεχεία αυξήθηκε σε 8.341,68 ευρώ, κατόπιν συνυπολογισμού ανεξόφλητων τιμημάτων αγορών προϊόντων, με συνέπεια η δικαιοπάροχος να παύσει να δέχεται και να εκτελεί παραγγελίες της δικαιοδόχου στις αρχές του έτους 2016 δυνάμει της από 08-1-2016 εξώδικης δήλωσής της. Η δε, θεωρώντας την ανωτέρω ενέργεια ως de facto καταγγελία της σύμβασης, ήγειρε κατά της δικαιοπαρόχου αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου η τελευταία να άρει την διακοπή της τροφοδοσίας του καταστήματος της, η οποία ωστόσο απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθμό 8750/2016 απόφασης του προεκτεθέντος Δικαστηρίου, καθώς έγινε δεκτό ότι το ανωτέρω γεγονός δεν οφειλόταν σε καταχρηστική συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου εταιρίας, αλλά αντιθέτως στην συμπεριφορά της δικαιοδόχου. Πέραν όμως των ανωτέρω διαπιστώσεων εκ μέρους των εκπροσώπων της δικαιοπαρόχου εταιρίας, στο πλαίσιο της με αριθμό πρωτ. Ε..... εντολής ελέγχου του Ε.Φ.Ε.Τ., η οποία εκδόθηκε κατόπιν υποβολής της με αριθμό πρωτ. .... επώνυμης καταγγελίας καταναλωτή (το όνομα του οποίου αναφέρεται στην από 29-7- 2016 απάντηση της δικαιοδόχου) λόγω προβλημάτων υγείας που παρουσίασε ο ίδιος και η σύζυγός του σε εγγύς χρόνο από την κατανάλωση προϊόντων από το κατάστημα της δικαιοδόχου, την 29η-7-2016 διενεργήθηκε έλεγχος από την προεκτεθείσα αρχή στο κατάστημα της δικαιοπαρόχου, κατά τον οποίο διαπιστώθηκαν πλημμέλειες υγιεινής στις υποδομές και στον εξοπλισμό του (ανοικτά σιφώνια δαπέδου, σπασμένος και ακάθαρτος κάδος απορριμμάτων), η ύπαρξη ανοικτών σάκων ζάχαρης, με συνεπαγόμενο κίνδυνο επιμόλυνσης, αλλά και ζώντων περιστεριών καθώς και ακαθαρσιών εξ αυτών στους εσωτερικούς χώρους του καταστήματος (με την επισήμανση ότι τα περιστέρια ευρίσκονταν ακόμη και πίσω από τον πάγκο εξυπηρέτησης των πελατών), καθώς και έλλειψη εκπαίδευσης του προσωπικού σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας των τροφίμων, λόγος για τον οποίο τα αρμόδια όργανα εισηγήθηκαν την επιβολή διοικητικού προστίμου (βλ. το προσκομιζόμενο από τη δικαιοπάροχο σχετικό έγγραφο ελέγχου που της χορηγήθηκε κατόπιν αίτησης της με την από 21.9.2017 εισαγγελική εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών), με αποτέλεσμα η δικαιοπάροχος να προβεί σε έκτακτη καταγγελία της ένδικης σύμβασης franchise δυνάμει της από 26-9- 2016 εξώδικης δήλωσής της. Συνεπώς, ο λόγος για τον οποίο η δικαιοπάροχος εταιρεία διέκοψε αρχικά και δη στις αρχές του έτους 2016 την τροφοδοσία του καταστήματος της δικαιοδόχου, αλλά και στη συνέχεια προέβη στην παραπάνω καταγγελία της ένδικης σύμβασης για παραβάσεις αυτής από την πλευρά της δικαιοδόχου, ήταν σπουδαίος και επήλθε μετά από επανειλημμένες προσπάθειες και οχλήσεις για την εύρυθμη συνέχιση της συνεργασίας των διαδίκων. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τον ισχυρισμό των εναγομένων στην με στοιχείο (α) αγωγή περί του ότι η αντίδικός τους, τόσο με την προεκτεθείσα διακοπή της τροφοδοσίας, όσο και με την εν γένει συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια ισχύος της ένδικης σύμβασης δικαιόχρησης, ενήργησε εκμεταλλευόμενη τη θέση ισχύος της, με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού και με απώτερο στόχο να εξαναγκάσει τη δικαιοδόχο να της παραχωρήσει το κατάστημά της προς ιδία εκμετάλλευσή του. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός περί της καταχρηστικότητας του όρου της ένδικης σύμβασης αναφορικά με την υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας προϊόντων εκ μέρους της δικαιοπαρόχου καθώς και των υποδεικνυόμενων από την τελευταία προμηθευτών, ο οποίος είχε ως συνέπεια την αυθαίρετη επιβολή αυξημένων τιμών επί των πωλούμενων στην δικαιοδόχο προϊόντων τρίτων προσώπων σε σχέση με τις τρέχουσες τιμές χονδρικής πώλησης αυτών, πέραν του γεγονότος ότι προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον δεν εξηγείται για ποιον λόγο η δικαιοδόχος δεν ήγειρε νωρίτερα σχετική αγωγή κατά της αντιδίκου της προς ικανοποίηση των επικαλούμενων προσβληθέντων δικαιωμάτων της, κρίνεται απορριπτέος ενόψει του γεγονότος ότι συνάδει με τη φύση της σύμβασης δικαιόχρησης, όπως έχει διαμορφωθεί από την πρακτική της αγοράς και οριοθετηθεί από το εσωτερικό και κοινοτικό δίκαιο, καθόσον η τελευταία εμπεριέχει, κατά λογική αναγκαιότητα, σημαντική δέσμευση της ελευθερίας των δικαιοδόχων ενόψει της ένταξής τους σε ένα «σύστημα» που χαρακτηρίζεται από απόλυτη ομοιομορφία και συνεπώς, η δικαιοδόχος ήταν υποχρεωμένη να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες και την λειτουργία του καταστήματος της, την εμφάνιση αυτού, τα προϊόντα, που χρησιμοποιεί και γενικά όλα τα στοιχεία, που συνθέτουν την ουσία και την εικόνα του δικτύου καταστημάτων franchise προς τους καταναλωτές, προς τον σκοπό διατήρησης της ομοιομορφίας, της ταυτότητάς του και συνακόλουθα της φήμης αυτού. Ο δε ισχυρισμός της δικαιοδόχου περί του ότι η αντίδικός της προέβη σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, ενόψει του γεγονότος ότι έτερα καταστήματα του δικτύου παρουσιάζουν παρόμοιες αντισυμβατικές συμπεριφορές, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς επιχειρείται να θεμελιωθεί πρωτίστως σε προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγομένων φωτογραφίες, όπου απεικονίζονται περιστέρια είτε πλησίον της εξόδου είτε εκτός του χώρου έτερων καταστημάτων, δίχως περαιτέρω να προκύπτει ότι κατά την λειτουργία αυτών διαπιστώθηκε η υποβολή παραπόνων εκ μέρους του καταναλωτικού κοινού. Τέλος, ο ισχυρισμός της δικαιοδόχου περί του ότι οι ενέργειες της δικαιοπαρόχου εταιρίας έλαβαν χώρα προκειμένου η τελευταία να εκδιώξει την δικαιοδόχο από το δίκτυο franchise προκειμένου να καρπωθεί προς ίδιο συμφέρον την επένδυση της δικαιοδόχου και δη την εκμετάλλευση του. καταστήματος της είτε επ’ ονόματί της είτε διαμέσου τρίτων προσώπων, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον από το από 26-10-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, στο οποίο συμβλήθηκε η δεύτερη εναγομένη στην με στοιχείο (α) αγωγή ως μισθώτρια καθώς και η δικαιοπάροχος ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, προκύπτει ότι το κατάστημα της δικαιοδόχου είχε εκμισθωθεί από τρίτο πρόσωπο μέχρι την 30η-11-2026, ενώ περαιτέρω συμπεριλήφθηκε όρος που προέβλεπε ότι η δικαιοπάροχος δικαιούταν να υπεισέλθει στα δικαιώματα της μισθωτικής σχέσης σε περίπτωση διακοπής της συνεργασίας των διαδίκων στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης franchise, όρος που παρέμεινε ωστόσο ανενεργός παρά την προεκτεθείσα καταγγελία, καθώς το εν λόγω κατάστημα βρίσκεται ακόμα στην κατοχή της δικαιοδόχου, όπου μάλιστα ασκεί συναφή δραστηριότητα.
Ωστόσο, παρά την προεκτεθείσα καταγγελία της ένδικης σύμβασης δικαιόχρησης καθώς και την έκδοση της με αριθμό 3168/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί συναφούς προς την υπό κρίση αγωγή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της δικαιοπαρόχου εταιρίας, δυνάμει της οποίας απαγορεύθηκε στην δικαιοδόχο η συνέχιση της λειτουργίας του καταστήματος της υπό στα διακριτικά σήματα και γνωρίσματα της αντιδίκου της, η τελευταία συνέχισε αφ’ ενός να χρησιμοποιεί τα προαναφερθέντα στοιχεία της δικαιοπαρόχου, αφ’ ετέρου να εμφανίζεται ως μέλος των καταστημάτων του δικτύου της, κρίση που επιρρωνύεται αφ’ ενός από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγόμενων στην με στοιχείο (α) αγωγή , φωτογραφίες του καταστήματος της πρώτης εξ αυτών, όπου εμφαίνεται απλώς η κάλυψη του σήματος «...» με κάλυμμα μαύρου χρώματος, αφ’ ετέρου από την υποβολή παραπόνων εκ μέρους καταναλωτή περί τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2016, ο οποίος ανήρτησε δημοσίευση στον διαδικτυακό τόπο της ενάγουσας και με την οποία παραπονούταν για την μη δωρεάν διάθεση άρτου εκ μέρους του καταστήματος της δικαιοδόχου στο πλαίσιο του προγράμματος κοινωνικής εταιρικής ευθύνης «...», το οποίο εφαρμόζεται στα καταστήματα του δικτύου franchise της ενάγουσας με σκοπό την ενίσχυση ευπαθών κοινωνικών ομάδων, ότε και διαπιστώθηκε ότι το προσωπικό της δικαιοδόχου είχε αποκρύψει στον εν λόγω καταναλωτή πως δεν αποτελούσε πλέον μέλος του συστήματος δικαιόχρησης «...», δημιουργούμενου εξ αυτού του λόγου αθέμιτου ανταγωνισμού διαμέσου της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης, καθώς και απόσπασης πελατείας αλλά και κινδύνου σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού ως προς την προέλευση των προϊόντων της δικαιοδόχου, ενόψει και της συνέχισης επαγγελματικής δραστηριοποίησης της τελευταίας με παρεμφερές αντικείμενο. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, μετά από συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του, αναγνώρισε, ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης δικαιόχρησης είναι νόμιμη και έγινε για σπουδαίο λόγο και ότι η εναγομένη δικαιοδόχος υποχρεούται να μην χρησιμοποιεί το σήμα και τα διακριτικά γνωρίσματα της δικαιοπαρόχου , ορθά έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα , με το δεύτερο λόγο της έφεσής της μετά των προσθέτων αυτής λόγων , είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω, η λύση της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης επήλθε στις 26-9-2016 , ήτοι σε χρόνο προγενέστερο του συμβατού χρόνου, με έγκυρη, βάσιμη και αληθή καταγγελία της δικαιοπαρόχου για σπουδαίο λόγο, αφού τα ανωτέρω περιστατικά που συγκροτούν τον σπουδαίο λόγο, καθιστούν αντισυμβατική συμπεριφορά της δικαιοδόχου κατά τα προεκτεθέντα και σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της σύμβασης καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για την δικαιοπάροχο τη συνέχιση της σύμβασης δικαιόχρησης. Περαιτέρω, αβασίμως η δικαιοδόχος επιχειρεί να θεμελιώσει καταχρηστικότητα στην γενόμενη καταγγελία επικαλούμενη ότι η δικαιοπάροχος εταιρία, υποχρέωνε αυτήν να πωλεί τα παρεχόμενα σε αυτήν (:δικαιοδόχο) προϊόντα σε δεσμευτικά προκαθορισμένες τιμές, δίχως να λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες της οικείας αγοράς όπου εδράζεται το κατάστημα της δικαιοδόχου, καθώς και στο ότι την υποχρέωνε να προμηθεύεται από αυτήν προϊόντα σε ποσότητες μεγαλύτερες από αυτές που είχε πράγματι ανάγκη για την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος της. Τούτο διότι, και αληθής υποτιθέμενος ο λόγος αυτός , δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση εκ μέρους της δικαιοπαρόχου, καταγγελίας της σύμβασης δικαιόχρησης αφού οι κατά τα ανωτέρω λόγοι της εν λόγω καταγγελίας αφορούν στην κατά τα ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά που επέδειξε η ίδια η δικαιοδόχος και στην από μέρους αυτής παράβαση των συμφωνηθέντων όρων. Επομένως , η καταγγελία της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης έγινε για σπουδαίο λόγο λόγω της υπαίτιας παράβασης των προαναφερόμενων συμβατικών υποχρεώσεων από την δικαιοδόχο αλλά και της παράβασης της ως άνω γενικότερης, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοδόχου να συμμορφώνεται στη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της συμβάσεως, με αποτέλεσμα να έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας. Ούτε προέκυψε ότι η επίδικη καταγγελία εκ μέρους της δικαιοπαρόχου σχετίζεται με την επικαλούμενη από τη δικαιοδόχο, επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής και διακριτικής μεταχείρισης,ούτε με αυτήν (:καταγγελία) επήλθε αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων αφού αυτή έγινε κατόπιν πολλών προειδοποιήσεων προς την δικαιοδόχο για την αντισυμβατική συμπεριφορά της, που δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης από υπαιτιότητα της τελευταίας. Η δικαιοδόχος ετερόρρυθμη εταιρεία, ως ενάγουσα στην με στοιχείο (β) αγωγή , ισχυρίζεται ότι με βάση την εμπειρία της στο χώρο λειτουργίας επιχείρησης καφέ και της μεγάλης επένδυσης, την οποία πραγματοποίησε για την ίδρυση και λειτουργία του καταστήματος, είχε την προοπτική για μια επιτυχή πορεία , πλην όμως η υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης δικαιοπαρόχου έβλαψε τη φήμη, την εμπορική της και επαγγελματική της αξιοπιστία αφού, όπως εκθέτει, η βίαιη διακοπή της τροφοδοσίας , ο εκδιωγμός της από το δίκτυο δικαιόχρησης, και η λειτουργία του καταστήματος χωρίς επιγραφή προσβάλει τη φήμη και εμπορική αξιοπιστία της στην οικεία αγορά και στην ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, κατόπιν των όσων αποδείχθηκαν, δεν προέκυψε ότι η καταγγελία της σύμβασης έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο και ότι η από αυτήν λήξη της σύμβασης και λειτουργίας του καταστήματος υπό το συγκεκριμένο σύστημα δικαιόχρησης οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης δικαιοπαρόχου και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους της εναγομένης δικαιοπαρόχου, ούτε προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρείας ώστε να επέρχεται πρόκληση ηθικής βλάβης της τελευταίας από την ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης που να συνίσταται στην προσβολή της φήμης, της εμπορικής αξιοπιστίας, και του μέλλοντος της. Επίσης , ως ενάγουσα η δικαιοδόχος επικαλείται προσβολή προσωπικότητας της διαχειρίστριας αυτής καθότι, όπως ισχυρίζεται, η κακή φήμη της εταιρείας αντανακλά και στο πρόσωπο της διαχειρίστριας. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αβασίμως διότι πέραν του ότι η διαχειρίστρια της δικαιοδόχου εταιρείας δεν είναι διάδικος στην προκειμένη με στοιχείο (β) αγωγή , στην περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας νομικού προσώπου, χρηματική ικανοποίηση δικαιούται το ίδιο το νομικό πρόσωπο ως αμέσως ζημιωθέν και όχι ο εκπρόσωπος ή διαχειριστής αυτού, ο οποίος είναι εμμέσως ζημιωθείς, όπως εν προκειμένω. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της δικαιοδόχου ότι η δικαιοπάροχος δεν έχει έννομο συμφέρον προς δικαστική επιδίωξη των αξιώσεων της διότι έχει παύσει να χρησιμοποιεί την ονομασία, το σήμα και τα διακριτικά γνωρίσματα της δικαιοπαρόχου ,δεν ευσταθεί διότι η αφαίρεση και παύση της χρήσης αυτών έγινε στα πλαίσια της προσωρινής δικαστικής προστασίας, που ζήτησε η ενάγουσα στην με στοιχείο (α) αγωγή δικαιοπάροχος με την από 13.01.2017 (αρ.κατ......./2017) σχετική αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 3618/2017 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε προσωρινά η δικαιοδόχος εταιρεία να παύσει και να παραλείπει στο μέλλον τη λειτουργία του καταστήματος της ως κατάστημα πώλησης προϊόντων της δικαιοπαρόχου και η οποία (: απόφαση) ισχύει προσωρινά μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κύριας δίκης .
Από τα άρθρα 176, 189, 190 παρ. 3 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ηττάται ο διάδικος, όπως όταν απορρίπτεται η αγωγή του, καταδικάζεται στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του, μετά την υποβολή από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος ακόμη και όταν δεν έχει υποβληθεί κατάλογος εξόδων. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, που καθιερώνει το άρθρο 176 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες με τον τελευταίο λόγο της έφεσής τους, πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, επικαλούμενοι, ότι εσφαλμένα επέβαλε σε βάρος τους, τη δικαστική δαπάνη , η επιβολή της οποίας συνιστά , κατά τα επικαλούμενα από αυτούς, «αδικαιολόγητη τιμωρία». Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά το μέρος που αφορά στις διαδίκους, ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «... & ΣΙΑ Ε.Ε» και ... ..., κρίνεται αβάσιμος διότι με την εκκαλουμένη, με βάση την αρχή της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 του Κ.Πολ.Δ, τα δικαστικά έξοδα της νικήσασας αντιδίκου τους ανώνυμης εταιρίας «......» ορθώς επιβλήθηκαν σε αυτές ως ηττηθείσες , και συγκεκριμένα στην εταιρεία με την επωνυμία «... & ΣΙΑ Ε.Ε» ως ηττηθείσα πρώτη εναγομένη στην από 29.05.2017 αγωγή της εταιρίας «... ... ...» (αγωγή με στοιχείο α) και ως ηττηθείσα ενάγουσα στην από 30.08.2017 αγωγή (αγωγή με στοιχείο β) και στην ... ... ως ηττηθείσα δεύτερη εναγομένη στην από 29.05.2017 αγωγή της εταιρίας «... ... ...» (αγωγή με στοιχείο α) , εφόσον για την επιδίκασή τους υποβλήθηκε σχετικό αίτημα (βλ. και ΑΠ 192/2016, δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οσον αφορά στον τρίτο εναγόμενο στην από 29.05.2017 (με στοιχείο α) αγωγή, ......, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή αυτή, αυτός αβασίμως ισχυρίζεται με το σχετικό λόγο έφεσης ότι η δικαστική δαπάνη της αντιδίκου τους επιβλήθηκε σε αυτόν καθώς τούτο δεν προκύπτει από την εκκαλουμένη, αλλά αντίθετα προκύπτει από το διατακτικό της εκκαλουμένης ότι τα δικαστικά έξοδα αυτού επιβλήθηκαν σε βάρος της ηττηθείσας ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ... ...». Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη από 12.11.2018 έφεσή, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών .../2018 και του παρόντος Δικαστηρίου .../.../2019 μετά των από 15.07.2020 πρόσθετων λόγων έφεσης, που έχουν κατατεθεί με αριθμό .../.../2020, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της, που αφορά στην απόφανση της εκκαλουμένης ότι η από 30.08.2017 (αρ.κατ..../.../2017) αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, ήτοι κατά το μέρος που θεώρησε ως μη ασκηθείσα την από 30.08.2017 (αρ.κατ..../.../2017) αγωγή της ετερόρρυθμης εταιρεία με την επωνυμία «... &ΣΙΑ ΕΕ» και ως προς τη δικαστική δαπάνη, που θα καθοριστεί εξαρχής. Αφού δε, κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η ανωτέρω από 30.08.2017 (αρ.κατ. .../.../2017) αγωγή, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στην οικεία θέση της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί για τους αναλυτικά προαναφερόμενους λόγους και να επιβληθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία «... & ΣΙΑ Ε.Ε» , λόγω της ήττας της και αναλογικά προς αυτήν, ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αντιδίκου της και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ , ΑΠ 77/2014, ΑΠ 1515/2007, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Σημειώνεται δε, ότι ειδικότερα όσον αφορά στον τρίτο εναγόμενο της πρώτης αναφερόμενης αγωγής με στοιχείο (α) , ήδη τρίτο εκκαλούντα, ορθώς με την εκκαλουμένη απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αυτόν κατά την αιτιολογία της εκκαλουμένης, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω. Τέλος, λόγω της παραδοχής της άνω έφεσης και της μερικής νίκης της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που προκαταβλήθηκε από αυτήν κατά την κατάθεσή της, στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 12.11.2018 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών .../2018 και του παρόντος Δικαστηρίου .../.../2019 μετά των από 15.07.2020 πρόσθετων λόγων έφεσης, που έχουν κατατεθεί με αριθμό .../.../2020.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη, με αριθμό 3839/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος μόνο που αφορά στην από 30.08.2017 (αρ.κατ..../.../2017) αγωγή της ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «... &ΣΙΑ ΕΕ».
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την άνω αγωγή.
Απορρίπτει αυτήν.
Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια (1.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 07 Ιανουαρίου 2021 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι, στις 11 Φεβρουαρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ