ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

ΤΡΙΜΕΛΕΣ

(Aκυρωτική διαδικασία)

Αριθμός απόφασης: ΑΑ90/2024

 

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με δικαστές τους: Ευστράτιο Βαρβαρίδη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Παύλο Τζιαχρή, Ανδρέα Ταγαράκη, Εφέτες Δ.Δ. και με γραμματέα την Μαρία Κασσωτάκη, δικαστική υπάλληλο, 

γ ι α να δικάσει την από 30-12-2021 αίτηση ακύρωσης με αριθμό κατάθεσης (…………./30-12-2021), 

τ ω ν: 1) Α……….., κατοίκου ………. (οδός …….., αριθμ. ……..), 2) Μ……….., κατοίκου ……. (οδός ………., αριθμ. …..) και 3) Ε………., κατοίκου ………. (οδός …………, αριθμ. …………), οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Τρικάλων, Δήμου Θανάσουλα, 

κ α τ ά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), με την επωνυμία «ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ………..», που εδρεύει στη ……….. (οδός ………, αριθμ. ……..) και εκπροσωπείται νόμιμα από την Πρόεδρό του, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της έκθεσης του Εισηγητή Εφέτη Δ.Δ., Παύλου Τζιαχρή.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτουσών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση ακύρωσης.

Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τη δικογραφία.

Σκέφθηκε σύμφωνα με το Νόμο.

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό ………../29-12-2021 e-Παράβολο).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση των υπ’ αριθμ. ……./4-11-2021, ………/4-11-2021 και …………/4-11-2021 αποφάσεων της Προέδρου του Δ.Σ. του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας ……….., με τις οποίες, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 (ΦΕΚ 130 Α΄) και της υπ’ αριθμ. Δ1α/ΓΠ.οικ.50933/13-8-2021 απόφασης του Υπουργού Υγείας και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας «Διαδικασία και λόγοι απαλλαγής από την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού» (ΦΕΚ 3794/τ. Β΄/14-8-2021), επιβλήθηκε, αντίστοιχα, σε βάρος των αιτουσών το ειδικό διοικητικό μέτρο της αναστολής των καθηκόντων τους για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, όπως και κάθε άλλης, συναφούς μ’ αυτές, πράξης ή παράλειψης. Όμως, η αόριστη μνεία στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, ως συμπροσβαλλόμενης και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 3 του π.δ. 18/ 1989, να ερευνήσει την υπόθεση και από την άποψη αυτή (ΣτΕ Ολομ. 1090/2023, 1485/2022, 1303/2019). 

3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, η οποία αφορά διαφορά που ανεφύη από την θέση δημοσίου υπαλλήλου σε αναστολή σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 702/1977 (ΦΕΚ 268 Α´), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2944/2001 (ΦΕΚ 222 Α´), και 5Α του ν. 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ 213 Α´).

4. Επειδή, οι προσβαλλόμενες πράξεις θέτουν το ίδιο νομικό ζήτημα, δεδομένου ότι στις αιτούσες επιβλήθηκε το ειδικό διοικητικό μέτρο αναστολής καθηκόντων για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 206 του ν. 4820/2021, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, για τους ίδιους λόγους, ήτοι λόγω μη συμμόρφωσής τους στην υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού κατά της covid-19. Επομένως, οι αιτούσες παραδεκτώς ομοδικούν, εφόσον θεμελιώνουν την αίτηση στην ίδια νομική και πραγματική βάση και παραδεκτώς ζητούν την ακύρωση αυτοτελών πράξεων, οι οποίες είναι μεταξύ τους συναφείς, αφού αφορούν στο ίδιο αντικείμενο και θέτουν ρύθμιση κατ’ επίκληση των ίδιων πραγματικών και νομικών λόγων (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 436/2022, ΣτΕ 717/2022, 2379/2022, 2489/2022). Ως εκ τούτου, νομίμως καταβλήθηκε ενιαίο παράβολο από τις αιτούσες. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 12-5-2022 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Ν………, αντίγραφο της πράξης της Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή της υπόθεσης κοινοποιήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στο καθ’ ου Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας ………… Συνεπώς, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση παρά τη μη παράσταση του καθ’ ν.π.δ.δ. κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.

5. Επειδή, το άρθρο 32 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α΄) ορίζει στην παράγραφο 1 ότι: «Η δίκη καταργείται αν μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου η προσβαλλόμενη πράξη ή η δικαστική απόφαση ανακλήθηκε, ακυρώθηκε ή εξαφανίσθηκε» και στην παράγραφο 2 ότι: «Καταργείται ομοίως η δίκη αν μετά την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως και έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε για οποιοδήποτε λόγο να ισχύει, εκτός αν ο αιτών επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που δικαιολογεί την συνέχιση της δίκης». Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ο δικονομικός κανόνας της κατάργησης της δίκης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, έχει παύσει να ισχύει η προσβληθείσα με την αίτηση ακύρωσης πράξη ή παράλειψη. Δεδομένου όμως ότι στις περιπτώσεις αυτές η προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη δεν ανατρέπεται εξ υπαρχής, αλλά παύει να ισχύει για το μέλλον, με την αναφερθείσα διάταξη προβλέπεται ότι οι τυχόν βλαπτικές για τον αιτούντα διοικητικής φύσης συνέπειες, που προκλήθηκαν κατά τον χρόνο ισχύος της και που διατηρούνται, συνιστούν λόγο συνέχισης της δίκης, εάν ο αιτών τις επικαλεσθεί και τις αποδείξει, προκειμένου να επιτύχει με την ακύρωση της πράξης την άρση των εν λόγω συνεπειών (ΣτΕ Ολομ. 1740/2015, ΣτΕ 716/2022, 2489/2022, 93/2021, 196/2020).

6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με τις υπ’ αριθμ. ……/1-11-2022, ……./21-3-2022 και ………../20-9-2022 αποφάσεις της Προέδρου Δ.Σ. του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας ……….., ήρθη η αναστολή καθηκόντων των αιτουσών από 1-11-2022, 17-9-2022 και 20-3-2022 αντίστοιχα, λόγω νόσησης. Ωστόσο, παρά τη λήξη ισχύος των προσβαλλόμενων πράξεων, οι αιτούσες έχουν ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 2 του π.δ. 18/1989. Και τούτο διότι, όπως προβλήθηκε στο ακροατήριο και αναπτύσσεται και με το κατατεθέν την 23-4-2024 υπόμνημα, οι προσβαλλόμενες πράξεις εξακολουθούν να καταλείπουν σε αυτές δυσμενείς συνέπειες, από την άποψη της βαθμολογικής και μισθολογικής τους εξέλιξης, καθόσον σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 (ΦΕΚ 130 Α΄), ο χρόνος αναστολής άσκησης των καθηκόντων τους δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας (ΣτΕ 2489/2022), αυτές δε οι δυσμενείς συνέπειες διατηρούνται και μετά τη λήξη της ισχύος τους και δεν μπορούν να αρθούν παρά μόνο με την ακύρωση των πράξεων αυτών.

7. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι οι αιτούσες είναι μόνιμοι υπάλληλοι του καθ’ ου Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας ……… και συγκεκριμένα κατηγορίας/κλάδου ΔΕ Επιμελητών η πρώτη, ΔΕ Διοικητικού η δεύτερη και ΤΕ Φυσικοθεραπευτών η τρίτη. Με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις της η Πρόεδρος Δ.Σ. του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας ………., αφού έλαβε υπόψη ότι οι ως άνω υπάλληλοι κατά την 4-11-2022 δεν έλαβαν την πρώτη ή τη μοναδική δόση εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού COVID-19, καθώς δεν επέδειξαν τα προβλεπόμενα από το άρθρο 205 του ν. 4820/2021 επέβαλε σε βάρος τους το ειδικό διοικητικό μέτρο της αναστολής καθηκόντων, για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 και με την επισήμανση ότι, κατά το χρόνο της αναστολής των καθηκόντων τους, ο οποίος δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, δεν θα καταβάλλονται σε αυτές οι αποδοχές τους και ότι η αναστολή αίρεται, με όμοια απόφαση, υπό την προϋπόθεση της ολοκλήρωσης του εμβολιαστικού κύκλου, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και στον προβλεπόμενο χρόνο. Με την κρινόμενη αίτηση και το κατατεθέν την 23-4-2024 υπόμνημα, ζητούν την ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, για το λόγο ότι οι διατάξεις των άρθρων 205 και επ. του ως άνω νόμου, επί των οποίων αυτές ερείδονται, αντιβαίνουν σε συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Το δε καθ’ ου ν.π.δ.δ., με τις υπ’ αριθμ. ………./8-9-2022 απόψεις του υπεραμύνεται της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων και ζητά την απόρριψη της αίτησης.

8. Επειδή, στο υπό τον τίτλο «Υποχρέωση επίδειξης πιστοποιητικού ή βεβαίωσης εμβολιασμού ή νόσησης» άρθρο 205, εντεταγμένο στο Κεφάλαιο Γ «Επείγουσες ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού COVID-19», του ν. 4820/2021 «Οργανικός Νόμος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και άλλες ρυθμίσεις» (Α΄ 130/23-7-2021), κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις, ορίζονται τα εξής: «Οι εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό απέναντι στον κορωνοϊό COVID-19 ή έχουν νοσήσει εντός του τελευταίου εξαμήνου, υποχρεούνται, όπως επιδεικνύουν στον προϊστάμενο της οργανικής μονάδας όπου υπηρετούν ή στον εργοδότη τους, αντίστοιχα, Ψηφιακό Πιστοποιητικό COVID-19 της Ε.Ε. (EU Digital COVID Certificate EUDCC) του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/953 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2021 και του άρθρου πρώτου της από 30-5-2021 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 87), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4806/2021 (Α΄ 95) με πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του φυσικού προσώπου-κατόχου του όσον αφορά στον εμβολιασμό ή στη νόσηση από τον κορωνοϊό COVID-19, ή βεβαίωση εμβολιασμού της παρ. 5 του άρθρου 55 του ν. 4764/2020 (Α΄ 256), ή βεβαίωση θετικού διαγνωστικού ελέγχου της παρ. 1 του άρθρου 5 της υπ’ αρ. 2650/10-4-2020 (Β΄ 1298) κοινής απόφασης των Υπουργών Υγείας και Επικρατείας, ή ισοδύναμο πιστοποιητικό ή βεβαίωση τρίτης χώρας, εφόσον υφίστανται. Το πιστοποιητικό ή η βεβαίωση του πρώτου εδαφίου ελέγχεται από τον εργοδότη μέσω της ειδικής ηλεκτρονικής εφαρμογής της παρ. 1α του άρθρου 33 του ν. 4816/2021 (Α΄ 118), τηρουμένων και των λοιπών διατάξεων του ανωτέρω άρθρου. Η υποχρέωση επίδειξης ισχύει έως τις 31-12-2021», και στο άρθρο 206 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1α. Για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, εμβολιάζεται υποχρεωτικά κατά του κορωνοϊού COVID-19 όλο το προσωπικό των ιδιωτικών, δημόσιων και δημοτικών μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων και φροντίδας ατόμων με αναπηρία (ιατρικό, παραϊατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό και υποστηρικτικό προσωπικό), ήτοι: … 2. Για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, εμβολιάζεται υποχρεωτικά κατά του κορωνοϊού COVID-19 όλο το προσωπικό (ιατρικό, παραϊατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό και υποστηρικτικό) σε ιδιωτικές, δημόσιες και δημοτικές δομές υγείας (διαγνωστικά κέντρα, κέντρα αποκατάστασης, κλινικές, νοσοκομεία, δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μονάδες νοσηλείας, Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας και Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας). 3. Ως προσωπικό των δομών των παρ. 1 και 2 νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που παρέχει προς τον φορέα λειτουργίας τους υπηρεσίες ή εκτελεί έργο με επαχθή αιτία ή εθελοντικά με φυσική παρουσία εντός των δομών αυτών, καθώς και κάθε φυσικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες, με φυσική παρουσία εντός των ίδιων δομών, σε νομικό πρόσωπο, με το οποίο είναι συμβεβλημένος ο φορέας λειτουργίας των δομών. 4 Δεν υπέχουν την υποχρέωση των παρ. 1 και 2 όσοι έχουν νοσήσει και για διάστημα έξι ( 6) μηνών από τη νόσηση και όσοι έχουν αποδεδειγμένους λόγους υγείας που εμποδίζουν τη διενέργεια του εμβολίου. Οι λόγοι υγείας του πρώτου εδαφίου, στη βάση ειδικής λίστας εξαιρέσεων που προσδιορίζει η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών, εγκρίνονται από τριμελείς επιτροπές ανά υγειονομική περιφέρεια, οι οποίες αποτελούνται από ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας και πανεπιστημιακούς ιατρούς. Ειδικώς τα άτομα με αναπηρία που αδυνατούν να υποβληθούν στη διαδικασία του εμβολιασμού για αντικειμενικούς λόγους, που σχετίζεται με την πραγματική τους κατάσταση, ως συνέπεια των παθήσεών τους, όπως οι βαριές περιπτώσεις αυτισμού και επιληψίας, δύνανται να εξαιρούνται από την υποχρέωση εμβολιασμού, με αιτιολογημένη εισήγηση του θεράποντος ιατρού τους και κατόπιν έγκρισης από τις επιτροπές του δεύτερου εδαφίου. 5. Για την εφαρμογή των παρ. 1 και 2 απαιτείται η επίδειξη Ψηφιακού Πιστοποιητικού COVID-19 της Ε.Ε. (EU Digital COVID Certificate EUDCC) του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/953 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2021 και του άρθρου πρώτου της από 30-5-2021 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 87), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4806/2021 (Α΄ 95) με πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του φυσικού προσώπου-κατόχου του όσον αφορά στον εμβολιασμό ή στη νόσηση από τον κορωνοϊό COVID-19, ή βεβαίωσης εμβολιασμού της παρ. 5 του άρθρου 55 του ν. 4764/2020 (Α΄ 256), ή βεβαίωσης θετικού διαγνωστικού ελέγχου της παρ. 1 του άρθρου 5 της υπ’ αρ. 2650/10-4-2020 (Β΄ 1298) κοινής απόφασης των Υπουργών Υγείας και Επικρατείας, ή ισοδύναμου πιστοποιητικού ή βεβαίωσης τρίτης χώρας. Το πιστοποιητικό ή η βεβαίωση του πρώτου εδαφίου ελέγχεται από τον εργοδότη ή τον υπεύθυνο της μονάδας μέσω της ειδικής ηλεκτρονικής εφαρμογής της παρ. 1α του άρθρου 33 του ν. 4816/2021 (Α΄ 118), τηρουμένων και των λοιπών διατάξεων του ανωτέρω άρθρου. 6. Ο εκάστοτε εργοδότης ή υπεύθυνος μονάδας οφείλει να ενημερώνει τους εργαζόμενους με κάθε πρόσφορο μέσο για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν άρθρο ... Στην περίπτωση της παρ. 2, το υπόχρεο προσωπικό πρέπει να έχει λάβει την πρώτη ή τη μοναδική δόση έως την 1η Σεπτεμβρίου 2021, με εξαίρεση τους φοιτητές και σπουδαστές που πρέπει να έχουν λάβει την πρώτη ή τη μοναδική δόση έως την 30ή Σεπτεμβρίου, η δε ολοκλήρωση του εμβολιαστικού κύκλου πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και στον προβλεπόμενο χρόνο. Στην περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης αυτής, επέρχονται οι ακόλουθες συνέπειες: α) Ειδικώς στην περίπτωση εργαζομένων σε φορείς του δημοσίου τομέα, υπό την έννοια της περ. (α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, με απόφαση του επικεφαλής του φορέα επιβάλλεται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, το ειδικό διοικητικό μέτρο της αναστολής καθηκόντων για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Κατά τον χρόνο αναστολής καθηκόντων, ο οποίος δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, δεν καταβάλλονται αποδοχές. Με την πραγματοποίηση της πρώτης ή της μοναδικής δόσης η αναστολή αίρεται με όμοια απόφαση του φορέα, υπό την προϋπόθεση της ολοκλήρωσης του εμβολιαστικού κύκλου, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και στον προβλεπόμενο χρόνο [παρ. 6 περ. α΄, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 67 του ν. 4886/2022 (Α΄ 12/24-1-2022), η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου, ισχύει αναδρομικά από την ημερομηνία επιβολής του ειδικού διοικητικού μέτρου της αναστολής άσκησης καθηκόντων σε κάθε εργαζόμενο]. Στους εργαζόμενους, στους οποίους έχει επιβληθεί το μέτρο της αναστολής άσκησης καθηκόντων και μέχρι την άρση αυτού δεν επιτρέπεται η διενέργεια οποιασδήποτε υπηρεσιακής μεταβολής, η άσκηση ή η χορήγηση άδειας για την άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή, καθώς και η χορήγηση πάσης φύσεως αδειών. Στους εργαζόμενους αυτούς, για το χρονικό διάστημα που τελούν σε αναστολή, ισχύουν οι περιορισμοί και τα ασυμβίβαστα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. 7.α) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Εσωτερικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, δύνανται να εξειδικεύονται και να επεκτείνονται οι κατηγορίες των προσώπων που υποχρεούνται σε εμβολιασμό, να καθορίζονται η διαδικασία και ο χρόνος διενέργειας του εμβολιασμού, καθώς και τυχόν προτεραιοποίηση, η παρακολούθηση και ο τρόπος ελέγχου της συμμόρφωσης με την υποχρέωση, οι ειδικότεροι όροι προστασίας των προσωπικών δεδομένων και προβλέπεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Με την ίδια ή όμοια απόφαση δύνανται να εξειδικεύονται οι προβλεπόμενες κυρώσεις, να καθορίζονται οι αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του παρόντος και τα αρμόδια όργανα ελέγχου και επιβολής κυρώσεων, η διαδικασία ελέγχων και βεβαίωσης των παραβάσεων, η διαδικασία και ο τρόπος επιβολής κυρώσεων, βεβαίωσης και είσπραξης διοικητικών προστίμων, ο τρόπος, ο χρόνος και οι συνέπειες άρσης των κυρώσεων και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. β) Με απόφαση του Υπουργού Υγείας εξειδικεύονται οι περιπτώσεις και η διαδικασία απαλλαγής από την υποχρέωση εμβολιασμού για ιατρικούς λόγους και καθορίζονται άλλες αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρ. 4. 8. Η εφαρμογή του παρόντος άρθρου επαναξιολογείται έως τις 31-10-2021». Στη συνέχεια, με το άρθρο 94 του ν. 4850/2021 (Α΄ 208/5-11-2021) προβλέφθηκε ότι η ανωτέρω παρ. 8 του άρθρου 206 του ν.4820/2021 περί επαναξιολόγησης της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού covid-19, για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, τροποποιείται, ως προς την ημερομηνία της επαναξιολόγησης, και η παρ. 8 του άρθρου 206 διαμορφώθηκε ως εξής: «8. Η εφαρμογή του παρόντος άρθρου επαναξιολογείται έως την 31η-12-2021». Ακολούθησε ο ν. 4876/2021 (Α΄ 251/23-12-2021), στο άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου ορίστηκε ότι «Η ισχύς της παρ. 8 του άρθρου 206 του ν. 4820/2021, περί επαναξιολόγησης της υποχρεωτικότητας εμβολιασμού, παρατείνεται έως την 31η-3-2022». Τέλος, ο ν. 4917/2022 (Α΄ 67/31-3-2022) προέβλεψε στο άρθρο δεύτερο παρ. 2 ότι: «Η ισχύς της παρ. 8 του άρθρου 206 του ν. 4820/2021, περί επαναξιολόγησης της υποχρεωτικότητας εμβολιασμού, παρατείνεται έως την 31η-12-2022». Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 206 παρ. 7 περ. β΄ του ανωτέρω ν. 4820/2021, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 50933/13-8-2021 απόφαση του Υπουργού Υγείας και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας (Β΄ 3794/13-8-2021) σχετικά με τη διαδικασία και τους λόγους απαλλαγής από την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 αυτής ορίζεται ότι: «Η παρούσα εφαρμόζεται σε όλα τα φυσικά πρόσωπα που υπόκεινται σε υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά τους ορισμούς του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 (Α΄ 130), ως προς τα οποία συντρέχουν οι περιοριστικά προβλεπόμενοι λόγοι εξαίρεσης από τον εμβολιασμό, του άρθρου 2 αυτής» και στο άρθρο 2 ότι: «1. Εξαιρούνται από την εφαρμογή του υποχρεωτικού μέτρου του εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού COVID-19 τα φυσικά πρόσωπα, ως προς τα οποία συντρέχουν οι ακόλουθοι λόγοι: α) … β) … γ) … δ) … ε) ... 3. … 4. Αρμόδιες για τη λήψη της απόφασης απαλλαγής από την υποχρεωτικότητα διενέργειας εμβολιασμού είναι τριμελείς υγειονομικές επιτροπές ανά υγειονομική περιφέρεια, που συνιστώνται με απόφαση των διοικητών τους … οι οποίες αποτελούνται από ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας και πανεπιστημιακούς ιατρούς με τους αναπληρωτές τους. Οι υγειονομικές επιτροπές δύνανται, κατά την κρίση τους, να ζητούν και να λαμβάνουν υπόψη τους γνώμη αρμόδιου κατά ειδικότητα ιατρού, εφόσον δεν μετέχει ήδη στη συγκρότηση της επιτροπής, ιατρός αντίστοιχης ειδικότητας. 5. Προς τις επιτροπές αυτές διαβιβάζονται, σύμφωνα με την τοπική τους αρμοδιότητα ανά υγειονομική περιφέρεια, οι αιτήσεις εξαίρεσης από την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού αποκλειστικά μέσω του αρμόδιου προϊσταμένου προσωπικού του αντίστοιχου δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα απασχόλησης που υπάγεται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 …». Ακόμη κατ’ εξουσιοδότηση του αυτού ως άνω άρθρου 206 παρ. 7 περ. α΄, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Δ1α/ΓΠ.οικ.52796/27-8-2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Εσωτερικών και Επικρατείας (Β΄ 3959), σχετικά με την παρακολούθηση και τον τρόπο ελέγχου της συμμόρφωσης με την υποχρέωση εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού COVID-19, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται για όλα τα φυσικά πρόσωπα που υπόκεινται σε υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά τους ορισμούς του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 και της κείμενης νομοθεσίας, καθώς και για όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές δομές που έχουν την υποχρέωση ελέγχου συμμόρφωσης της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού (άρθρο 1 παρ. 1). Εξάλλου, στο άρθρο 207 του ίδιου νόμου με τίτλο «Προσλήψεις προσωπικού ορισμένου χρόνου» ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση εφαρμογής της περ. (α) της παρ. 6 του άρθρου 206 δύναται να προσλαμβάνεται για τους φορείς που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 36 του ν. 4765/2021 (Α΄ 6) προσωπικό με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου αντίστοιχων προσόντων, κατηγορίας/εκπαιδευτικής βαθμίδας, κλάδου/ειδικότητας του προσωπικού που έχει τεθεί σε αναστολή καθηκόντων. Ο ανώτατος αριθμός του προς πρόσληψη προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τον αριθμό του προσωπικού, που έχει τεθεί σε αναστολή καθηκόντων κατ` εφαρμογή της περ. (α) της παρ. 6 του άρθρου 206 και υπό τις κάτωθι προϋποθέσεις και όρους: ...». Τέλος, ο ν. 4825/2021 (Α΄ 157/4-9-2021), ορίζει στο άρθρο 50 («Πρόσληψη προσωπικού ορισμένου χρόνου») τα εξής: «1. Κατά τη διάρκεια ισχύος του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 (Α΄ 130), οι φορείς, το προσωπικό των οποίων εμβολιάζεται υποχρεωτικά κατά του κορωνοϊού COVID-19, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, καθώς και οι φορείς αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας που απασχολούν προσωπικό το οποίο εμβολιάζεται υποχρεωτικά, σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 7 του ίδιου άρθρου, δύνανται να προσλαμβάνουν: α) παραϊατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό και υποστηρικτικό προσωπικό … και β) ιατρικό προσωπικό … προκειμένου να διασφαλίσουν την εύρυθμη λειτουργία τους … 2. Οι φορείς ενημερώνουν την οικεία κατά περίπτωση Δ.Υ.ΠΕ., σχετικά με τον αριθμό των προς αναπλήρωση θέσεων ανά κλάδο και κατηγορία για την περ. α) και ιατρών για την περ. β), η οποία, έπειτα από τον έλεγχο νομιμότητας των δικαιολογητικών των εγγεγραμμένων σε αυτούς υποψηφίων, εκδίδει απόφαση τοποθέτησης για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών. Το εν λόγω προσωπικό συνάπτει τρίμηνη σύμβαση εργασίας με τον φορέα, στον οποίο τοποθετείται, η οποία δύναται να παραταθεί για τρεις (3) μήνες ακόμα. Για την τοποθέτηση επικουρικών ιατρών στο Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) απαιτείται αιτιολογημένο αίτημα του Προέδρου του, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Υγείας για έγκριση. 3. … 4. … 5. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας δύνανται να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή του παρόντος».

9. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί με την υπ’ αριθμ. 1684/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού του εν γένει προσωπικού των δομών υγείας επιδιώκει σκοπό συνταγματικής τάξης, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της δημόσιας υγείας, για την επίτευξη του οποίου ο νομοθέτης έχει λάβει υπόψη τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της θέσπισής του έγκυρα και τεκμηριωμένα επιστημονικά και επιδημιολογικά δεδομένα. Επομένως, το μέτρο τούτο δικαιολογεί τον περιορισμό που επιβάλλεται στα δικαιώματα ιατρικού αυτοκαθορισμού, αυτονομίας και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του προσωπικού των δομών υγείας. Περαιτέρω, ο περιορισμός αυτός προβλέπεται από ειδικές διατάξεις νόμου (άρθρο 206 του ν. 4820/2021), οι οποίες ορίζουν, συγχρόνως, ότι εξαιρούνται από το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού όσοι έχουν νοσήσει και για διάστημα έξι (6) μηνών από τη νόσηση, καθώς και όσοι έχουν αποδεδειγμένους λόγους υγείας που εμποδίζουν τη διενέργεια του εμβολίου (άρθρο 206 παρ. 4 του ν. 4820/2021), ενώ με την υπ’ αριθμ. Δ1α/Γ.Π. οικ.50933/13-8-2021 κοινή απόφαση του Υπουργού και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, με τίτλο «Διαδικασία και λόγοι απαλλαγής από την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού» (Β΄ 3794) προβλέπεται η διαδικασία και η αναλυτικοί λόγοι εξαίρεσης από τον υποχρεωτικό εμβολιασμό. Η δε χρήση ηπιότερων μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, όπως η υποχρεωτική χρήση μάσκας και η συχνή διενέργεια διαγνωστικών ελέγχων, ενόψει του χώρου εργασίας και της φύσης των καθηκόντων του απασχολούμενου στις δομές υγείας προσωπικού, που επιβάλλει τη συχνή επαφή του με ασθενείς, που αποτελούν ιδιαιτέρως ευπαθή ομάδα, δεν αποτελεί κατά την κρίση του νομοθέτη επαρκές μέτρο για την ανάσχεση της πανδημίας, ιδίως ενόψει της μετάλλαξης «Δέλτα», η οποία διακρίνεται για τη μεταδοτικότητά της, δεδομένου εξάλλου ότι το ποσοστό των εμβολιασμών απείχε από το αναγκαίο για τη δημιουργία του τείχους ανοσίας και της ύπαρξης μεταξύ των υπόχρεων προς εμβολιασμό σημαντικού αριθμού ανεμβολίαστων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρατίθενται αναλυτικά στα πρακτικά συζήτησης στη Βουλή κατά τη ψήφιση του ν. 4820/2021. Εξάλλου, κατά τον καθορισμό των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, για την λήψη των οποίων σταθμίζονται ιατρικής φύσης δεδομένα, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της πανδημίας και των λαμβανομένων μέτρων στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας, ο νομοθέτης (κοινός και κανονιστικός) διαθέτει, ως προς την καταλληλότητα και την αναγκαιότητά τους, ευρύ περιθώριο εκτίμησης, που, κατά τα ανωτέρω, οφείλει να στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Συνεπώς, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση εάν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (ΣτΕ 1684/2022 Ολομ., σχετικά με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό των εργαζομένων σε δομές υγείας, 1400/2022 Ολομ., σχετικά με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό των υπηρετούντων στις Ειδικές Μονάδες Αντιμετώπισης Καταστροφών του Πυροσβεστικού Σώματος, 1284/2022 Ολομ., σχετικά με την απαγόρευση μετακινήσεων για την άσκηση θήρας και 1147/2022, σχετικά με την υποχρέωση χρήσης μη ιατρικής μάσκας). Επομένως, ο εμβολιασμός δεν αποτελεί προδήλως απρόσφορο και μη αναγκαίο ούτε προδήλως δυσανάλογο μέτρο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Ακόμη, το γεγονός ότι η υποχρέωση εμβολιασμού αφορά κάθε κατηγορία προσωπικού που απασχολείται στις δομές υγείας, όπως καθορίζεται στον νόμο και που περιλαμβάνει και προσωπικό που δεν έρχεται σε άμεση επαφή με ασθενείς, δεν επιδρά στο κύρος της ρύθμισης εφόσον, πάντως, εκ των πραγμάτων, το προσωπικό αυτό συνεργάζεται με όσους έρχονται σε άμεση επαφή με τους ασθενείς (πρβλ. Conseil d’État απόφαση 455623/30-8-2021). Τέλος, ειδικώς το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, έχει δεοντολογική υποχρέωση να μεριμνά ώστε να μην καταστεί φορέας μετάδοσης του ιού, με αποτέλεσμα να τον διασπείρει στους ασθενείς, οι οποίοι του έχουν εμπιστευθεί την αποκατάσταση της υγείας τους. Στο πλαίσιο αυτό της αυξημένης ευθύνης ώστε να μην διαψευσθεί η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του εν λόγω προσωπικού, και των ασθενών, το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό οφείλει να αποδέχεται εντονότερους περιορισμούς στο δικαίωμα ιατρικού αυτοπροσδιορισμού, ο δε υποχρεωτικός εμβολιασμός, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την ασφαλή επιτέλεση του έργου των ιατρών και των νοσηλευτών, σε συνδυασμό με τη γενικώς ισχύουσα υποχρέωση επίδειξης της αναγκαίας κοινωνικής αλληλεγγύης. Επομένως, ο υποχρεωτικός εμβολιασμός του προσωπικού των δομών υγείας με τέσσερα (4) συγκεκριμένα εμβόλια που έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας υπό αίρεση με εκτελεστικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ύστερα από γνώμη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των Κανονισμών 762/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 και 507/2006 της Επιτροπής της 29ης Μαρτίου 2006 δεν προσκρούει σε καμία συνταγματικής ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη ή αρχή (ΣτΕ 400/2023, βλ. και ΣτΕ Ολομ. 1400/2022).

10. Επειδή, περαιτέρω, με την υπ’ αριθμ. 2332/2022 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας σε επταμελή σύνθεση έγινε δεκτό ότι η υποχρέωση της επαναξιολόγησης του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού των εργαζομένων σε δομές υγείας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την θέσπισή του αναγνωρίστηκε, κατά τα ανωτέρω, από τον ίδιο τον νομοθέτη κατά την υιοθέτηση του μέτρου με την παρ. 8 του άρθρου 206 του ν. 4820/2021, με την οποία ορίσθηκε ότι η εφαρμογή του μέτρου «επαναξιολογείται έως την 31η-10-2021». Ωστόσο, με μεταγενέστερες διατάξεις ο νομοθέτης μετέθεσε την υποχρέωση αυτή, διαδοχικά, για μεταγενέστερο χρόνο και, συγκεκριμένα, αρχικώς έως 31-12-2021 (με το άρθρο 94 του ν. 4850/2021), ακολούθως έως 31-3-2022 (με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4876/2021) και, τέλος, έως 31-12-2022 (με το άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4917/2022), με συνέπεια την διατήρηση της ισχύος του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από της αρχικής υιοθέτησης του μέτρου μέχρι την δημοσίευση του ν. 4917/2022 (31-3-2022) χωρίς να διενεργηθεί τελικά ουσιαστική επαναξιολόγηση της ανάγκης διατήρησής του από αρμόδια προς τούτο επιστημονικά όργανα. Τούτο προκύπτει ευθέως από τη διάταξη του άρθρου δεύτερου παρ. 2 του ν. 4917/2022, η οποία, ορίζοντας ότι: «Η ισχύς της παρ. 8 του άρθρου 206 του ν. 4820/2021, περί επαναξιολόγησης της υποχρεωτικότητας εμβολιασμού, παρατείνεται έως την 31η-12-2022» μεταθέτει για πολλοστή φορά την επαναξιολόγηση του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού για τις 31-12-2022. Έτσι, κατά τον χρόνο που δημοσιεύθηκε ο ν. 4917/2022 (31-3-2022) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα οκτώ και πλέον μηνών από την λήψη του μέτρου, ήτοι διάστημα που, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση 2332/2022 ΣτΕ, λόγω της φύσης του μέτρου, της προσωρινότητάς του και των συνεπειών του στους ίδιους τους εργαζομένους και στο σύστημα υγείας της Χώρας, υπερβαίνει προδήλως το εύλογο, χωρίς, ωστόσο, να έχει διενεργηθεί επαναξιολόγηση του μέτρου, βάσει επίκαιρων, κατά τον χρόνο εκείνο, επιστημονικών και επιδημιολογικών στοιχείων, για την αξία, την αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες των εμβολίων κατά του κορωνοϊού και την πορεία και την εξέλιξη της πανδημίας, καθώς και για τις συνέπειες από την θέση σε αναστολή καθηκόντων των εργαζομένων στην λειτουργία των δομών υγείας, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία είχαν ερμηνευθεί από την προεκτεθείσα απόφαση 1684/2022 της Ολομέλειας οι διατάξεις του άρθρου 206 του ν. 4820/2021. Κατόπιν αυτών, με την υπ’ αριθμ. 2332/2022 απόφαση του Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 4917/2022 έχει θεσπιστεί κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, λόγω παρόδου του ανωτέρω χρονικού διαστήματος χωρίς να γίνει επαναξιολόγηση της αναγκαιότητας και προσφορότητας διατήρησης του ένδικου μέτρου αναστολής καθηκόντων των υγειονομικών που αφορά. 

11. Επειδή, επιπρόσθετα, όπως έχει γίνει δεκτό με την υπ’ αριθμ. 467/2023 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, η οποία στοιχεί με προγενέστερες αποφάσεις της, το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού του εν γένει προσωπικού των δομών υγείας (με την επισήμανση ότι παρεμφερή μέτρα έχει λάβει ο νομοθέτης και σε χώρες της Ε.Ε. όπως η Γαλλία και η Ιταλία) επιδιώκει σκοπό συνταγματικής τάξεως, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της δημόσιας υγείας, για την επίτευξη του οποίου ο νομοθέτης έχει λάβει υπ’ όψιν τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της θεσπίσεώς του επιστημονικά και επιδημιολογικά δεδομένα. Επομένως, το μέτρο τούτο δικαιολογεί τον περιορισμό που επιβάλλεται στα δικαιώματα ιατρικού αυτοκαθορισμού, αυτονομίας και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του προσωπικού των δομών υγείας, τα οποία κατοχυρώνονται από τις αντίστοιχες διατάξεις που παρατέθηκαν σε προηγούμενες σκέψεις της απόφασης. Περαιτέρω, ο περιορισμός αυτός προβλέπεται από ειδικές διατάξεις νόμου (άρθρο 206 του ν. 4820/2021), οι οποίες ορίζουν, συγχρόνως, ότι εξαιρούνται από το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού όσοι έχουν νοσήσει και για διάστημα έξι (6) μηνών από τη νόσηση, καθώς και όσοι έχουν αποδεδειγμένους λόγους υγείας που εμποδίζουν τη διενέργεια του εμβολίου (άρθρο 206 παρ. 4 του ν. 4820/2021), προβλέπονται δε και διαδικασία και αναλυτικοί λόγοι εξαίρεσης από τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για λόγους υγείας. Η δε χρήση ηπιότερων μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, όπως η υποχρεωτική χρήση μάσκας και η συχνή διενέργεια διαγνωστικών ελέγχων, εν όψει του χώρου εργασίας και της φύσεως των καθηκόντων του απασχολούμενου στις δομές υγείας προσωπικού, που επιβάλλει τη συχνή επαφή του με ασθενείς, δεν επαρκούν κατά την κρίση του νομοθέτη για την ανάσχεση της πανδημίας, ιδίως εν όψει της μετάλλαξης «Δέλτα», η οποία διακρίνεται για τη μεταδοτικότητά της, δεδομένου εξ άλλου ότι το ποσοστό των εμβολιασμών απείχε από το αναγκαίο για τη δημιουργία του τείχους ανοσίας και της ύπαρξης μεταξύ των υποχρέων προς εμβολιασμό σημαντικού αριθμού ανεμβολίαστων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία τα οποία εκτέθηκαν κατά τις συζητήσεις στη Βουλή. Εξ άλλου, στην παρούσα (κατά τον χρόνο ψήφισης του ν. 4820/2021) φάση εξέλιξης της πανδημίας και αποβλέποντας στην όσο το δυνατόν ευρύτερη και άμεση εμβολιαστική κάλυψη των εργαζομένων σε δομές υγείας, η οποία κατά τα ήδη εκτεθέντα αποβλέπει στη διασφάλιση της δημόσιας υγείας, ο νομοθέτης έκρινε ότι δεν προσήκει η αναζήτηση άλλου τρόπου παροχής εργασίας εκ μέρους του προσωπικού που αρνείται να εμβολιασθεί (π.χ. τηλεργασία) ή η μετακίνησή του σε άλλες θέσεις. Συνεπώς, ο εμβολιασμός δεν έχει αποτελέσει προδήλως απρόσφορο και μη αναγκαίο ούτε προδήλως δυσανάλογο μέτρο για την επίτευξη του προπεριγραφέντος σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στην οικεία Α.ΣΥ.Ρ. «… η Πολιτεία έχει ήδη ακολουθήσει μια προσέγγιση ¨κλιμακούμενης πρωτοβουλίας¨ για την ενίσχυση της εμβολιαστικής κάλυψης, με εκστρατείες στοχευμένης ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για εκούσιο εμβολιασμό, μέτρα ενθάρρυνσης/αποθάρρυνσης και πρόβλεψη υποχρεωτικότητας μόνο ως έσχατη λύση». Περαιτέρω, σε μια επείγουσα φάση εκθετικής αύξησης των σοβαρών λοιμώξεων και των θανάτων η υποχρεωτική χρήση ενός νέου εμβολίου θα έπρεπε αδικαιολόγητα να αναβάλλεται για απροσδιόριστα μεγάλο χρονικό διάστημα προκειμένου, αφού διενεργηθούν όλες οι πιθανές κλινικές δοκιμές και συμπληρωθούν τα ελλείποντα στοιχεία, να αποτραπεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων παρενεργειών, παρ’ όλον ότι, κατά τα κοινώς γνωστά, τα εμβόλια όπως και όλα τα φάρμακα δεν είναι εντελώς ακίνδυνα, και ενώ η νόσος θα συνέχιζε να προκαλεί σοβαρή βλάβη της υγείας ή και τον θάνατο ακόμη των ασθενών και των νοσηλευομένων στις δομές υγείας, χωρίς πιθανότητα ανάσχεσής της, αν και, βάσει μη εκτενών κλινικών δεδομένων, η χρήση του εμβολίου θα είχε πολλά περισσότερα οφέλη παρά κινδύνους. Εξ άλλου, ναι μεν σε περιπτώσεις έλλειψης απόλυτης βεβαιότητας ως προς την ανυπαρξία μακροπρόθεσμων κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία συνδεομένων με τη χρήση ενός νέου εμβολίου η αρχή της προφύλαξης θα απαιτούσε να απαγορευθεί η χρήση του όχι μόνο η υποχρεωτική αλλά και η οικειοθελής όμως, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, λόγω πιεστικών και μη αναβαλλόμενων αναγκών προστασίας της δημόσιας υγείας από την εμφάνιση νέου μολυσματικού και υπερμεταδοτικού ιού που προκαλεί σοβαρά προβλήματα υγείας και τον θάνατο ακόμα, όπως συμβαίνει στην παρούσα κατάσταση της πανδημίας του ιού covid-19, η αρχή της προφύλαξης λειτουργεί με αντίστροφο τρόπο σε σχέση με τον συνήθη, διότι απαιτεί να επιτρέπεται ή και να επιβάλλεται η χρήση εμβολίων τα οποία, αν και βάσει μη εκτενών κλινικών δεδομένων, διασφαλίζουν περισσότερα οφέλη παρά κινδύνους, καθώς ο πιθανός κίνδυνος ανεπιθύμητης ενέργειας για ένα άτομο, με τη χρήση αυτού του εμβολίου, είναι πολύ μικρότερος από την πραγματική βλάβη για μια ολόκληρη κοινωνία, στην οποία δεν χρησιμοποιείται αυτό το εμβόλιο (πρβλ. Consiglio di Stato απόφαση 07045/20-10-2021). Εξ άλλου, το γεγονός ότι η υποχρέωση εμβολιασμού αφορά κάθε κατηγορία προσωπικού που απασχολείται στις δομές υγείας, όπως καθορίζεται στον νόμο και που περιλαμβάνει και προσωπικό που δεν έρχεται σε άμεση επαφή με ασθενείς, δεν επιδρά στο κύρος της ρύθμισης εφ’ όσον, πάντως, εκ των πραγμάτων, το προσωπικό αυτό συνεργάζεται με όσους έρχονται σε άμεση επαφή με τους ασθενείς (πρβλ. Conseil d’État απόφαση 455623/30-8-2021). Τέλος, ειδικώς το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό έχει δεοντολογική υποχρέωση να μεριμνά ώστε να μην καταστεί φορέας μετάδοσης του ιού, με αποτέλεσμα να τον διασπείρει στους ασθενείς οι οποίοι του έχουν εμπιστευθεί την αποκατάσταση της υγείας τους (αρχή της «μη-βλάβης» η οποία μνημονεύεται στην από 14-6-2021 Σύσταση της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής· βλ. συναφώς άρθρο 2 παρ. 1 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας: «Η άσκηση της ιατρικής είναι λειτούργημα που αποσκοπεί στη διατήρηση, βελτίωση και αποκατάσταση της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας του ανθρώπου, καθώς και στην ανακούφισή του από τον πόνο», καθώς και άρθρα 3 και 7 του π.δ. 216/2001 [Α΄ 67] Κώδικας Νοσηλευτικής Δεοντολογίας, σύμφωνα με τα οποία: «Ιδιαίτερο καθήκον του νοσηλευτή αποτελεί η φροντίδα του ασθενή, με τη δημιουργία του κατάλληλου θεραπευτικού περιβάλλοντος ώστε ο ασθενής να απολαμβάνει τη μέγιστη δυνατή σωματική, ψυχική και πνευματική υγεία» και «Ο Νοσηλευτής οφείλει απεριόριστο σεβασμό στην αξία της ανθρώπινης ζωής, λαμβάνει κάθε μέτρο για τη διάσωση ή διατήρησή της και απέχει από κάθε ενέργεια που είναι δυνατό να τη θέσει σε κίνδυνο», αντιστοίχως). Στο πλαίσιο αυτό της αυξημένης ευθύνης ώστε να μην διαψευσθεί η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του εν λόγω προσωπικού και των ασθενών, το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό οφείλει να αποδέχεται εντονότερους περιορισμούς στο δικαίωμα του ιατρικού αυτοπροσδιορισμού, ο δε υποχρεωτικός εμβολιασμός, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την ασφαλή επιτέλεση του έργου των ιατρών και των νοσηλευτών, σε συνδυασμό με τη γενικώς ισχύουσα υποχρέωση επίδειξης της αναγκαίας κοινωνικής αλληλεγγύης. Επομένως, ο υποχρεωτικός εμβολιασμός του προσωπικού των δομών υγείας δεν προσκρούει σε καμία συνταγματικής ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη ή αρχή.

12. Επειδή, οι προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις, με τις οποίες αποφασίστηκε η αναστολή των καθηκόντων των αιτουσών, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου έκδοσης αυτών, ήτοι πριν από τη δημοσίευση του ν. 4917/2022 (31-3-2022), έχουν νόμιμο έρεισμα καθώς εκδόθηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 206 του ν. 4820/2021, με το οποίο θεσπίζεται ο υποχρεωτικός εμβολιασμός του συνόλου του προσωπικού στις δημόσιες, δημοτικές και ιδιωτικές δομές υγείας. Επομένως, είναι απορριπτέοι οι λόγοι ακύρωσης με τους οποίους προβάλλεται ότι παραβιάζεται το Ενωσιακό Δίκαιο (άρθρο 6 παρ. 3 της ΣΕΕ) και πλήττεται ο πυρήνας των ατομικών δικαιωμάτων κατ’ άρθρα 2 παρ. 1, 4, 5, 22, 25 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α., τα άρθρα 1, 3, 15, 20, 31, 45, 51 και 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 5 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής (Σύμβαση του Οβιέδο) διότι, κατά τα προβαλλόμενα, με τις επίδικες ρυθμίσεις παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, η αρχή της αυτοδιάθεσης του προσώπου και της ελεύθερης συναίνεσής του για τη διεξαγωγή ιατρικών πράξεων και η ελευθερία σκέψης και γνώμης. Ειδικώς δε ο λόγος περί παραβίασης των διατάξεων του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. είναι απορριπτέος, διότι το επίμαχο μέτρο θεσπίσθηκε στο πλαίσιο εθνικής πολιτικής εμβολιασμού, και όχι κατ’ εφαρμογή ενωσιακής νομοθεσίας και επομένως το άρθρο 6 παρ. 3 της ΣΕΕ και ο Χάρτης δεν τυγχάνει εφαρμογής (ΣτΕ. 1684/2022 Ολομ., 1400/2022 Ολομ., 400/2023, πρβλ. ΔΕΕ διάταξη [ordonnance] της 17-7-2014, υποθ. C-459/2013). Εξάλλου, είναι απορριπτέος ο λόγος ακύρωσης σύμφωνα με τον οποίο οι προσβαλλόμενες πράξεις έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του Κανονισμού 2021/953 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρώπης της 14ης Ιουνίου 2021, ο οποίος, κατά τις αιτούσες, απαγορεύει κάθε διάκριση, άμεση ή έμμεση, μεταξύ εμβολιασμένων και προσώπων που δεν έχουν εμβολιασθεί, είτε για ιατρικούς λόγους είτε κατόπιν επιλογής τους. Και τούτο, διότι ο λόγος ακύρωσης δεν συνοδεύεται από την επίκληση πραγματικού ικανού να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις ενέχουν περιορισμό της άσκησης από τις αιτούσες θεμελιώδους ενωσιακής ελευθερίας, στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να θεμελιώσει σύνδεσμο με το δίκαιο της Ένωσης, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, ενόψει και του ότι η διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής στον τομέα της υγείας και, ειδικότερα, της εθνικής στρατηγικής για τη νόσο covid-19 και η διαχείριση και οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών και της ιατρικής περίθαλψης εμπίπτουν στην αρμοδιότητα και ευθύνη των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης [ΣτΕ 1400/2022 Ολομ., 400/2023, 1386/2021, με παραπομπές στη σύσταση του Συμβουλίου της Ε.Ε. 2021/C24/01 και στη διάταξη ΔΕΕ της 17-7-2014, C 459/2013, βλ. και άρθρο 168 παρ. 7 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. (ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 149 της ΣΕΚ)].

13. Επειδή, ειδικότερα, ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης ότι η θέσπιση της ως άνω ρύθμισης παραβιάζει ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού είναι παράνομο και δυσανάλογο προς τον σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή της προστασίας της υγείας των πολιτών, χωρίς να έχουν εξαντληθεί ηπιότερα μέτρα και συνιστά άδικη μεταχείριση όσων δεν έχουν εμβολιασθεί και διστάζουν έως σήμερα να εμβολιασθούν σε σχέση με τους υπόλοιπους συναδέλφους τους που έχουν ήδη εμβολιασθεί και ωστόσο σύμφωνα με τις επίσημες παραδοχές των Εμπειρογνωμόνων των Εθνικών Επιτροπών, και νοσούν και μεταδίδουν, κρίνεται απορριπτέος διότι ο κατά τα ανωτέρω υποχρεωτικός εμβολιασμός των υγειονομικών δεν αποτελεί προδήλως απρόσφορο και μη αναγκαίο ούτε προδήλως δυσανάλογο μέτρο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, τα προβαλλόμενα περί του ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 παραβιάζουν την απορρέουσα από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, διότι με αυτές θεσπίζεται υποχρέωση εμβολιασμού για τους απασχολούμενους στις δομές υγείας, ενώ ουδείς επιτακτικός λόγος προστασίας της δημόσιας υγείας υφίσταται σύμφωνα με τα ισχύοντα επιστημονικά δεδομένα που να δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εμβολιασμένων και των ανεμβολίαστων υγειονομικών και τη συνακόλουθη θέση σε αναστολή εργασίας των τελευταίων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, διότι, όπως κρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 1684/2022 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. και ΣτΕ 400/2023), το υγειονομικό προσωπικό δεν τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με τους λοιπούς επαγγελματίες και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται ανωτέρω, και τούτο λόγω της στενής και σχεδόν καθημερινής επαφής με πάσχοντες που χρήζουν φροντίδας και περίθαλψης και οι οποίοι κινδυνεύουν περισσότερο από τους λοιπούς πολίτες σε περίπτωση ασθένειας.

14. Επειδή, περαιτέρω, οι αιτούσες, με το από 23-4-2024 υπόμνημά τους επικαλούνται ότι το μέτρο της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού δεν είναι αναγκαίο και πρόσφορο, σύμφωνα με τα υπάρχοντα επιστημονικά πορίσματα, για την προστασία της υγείας τόσο των ίδιων των εμβολιασμένων όσο και τρίτων προσώπων με τα οποία οι εμβολιασμένοι έρχονται σε επαφή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος διότι, εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία των οποίων γίνεται επίκληση δεν μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων, δεν υφίστατο υγειονομική κρίση η ύπαρξη της οποίας, εξάλλου, δεν αμφισβητείται από τις αιτούσες εξαιτίας, κυρίως, της εμφάνισης και ταχείας διασποράς στον γενικό πληθυσμό της μετάλλαξης «Δέλτα» (βλ. εκθέσεις προόδου του Παρατηρητηρίου covid-19 της περιόδου ψήφισης του ν. 4820/2021, όπως αυτές εκτίθενται αναλυτικά στα πρακτικά συζήτησης στη Βουλή), η οποία είχε οδηγήσει σε μια επείγουσα φάση εκθετικής αύξησης των σοβαρών λοιμώξεων και των θανάτων λόγω covid-19 και η οποία επέβαλε την άμεση λήψη μέτρων, με γνώμονα την αρχή της προφύλαξης, από το Κράτος για τον περιορισμό της διάδοσης της ασθένειας και, κατ’ επέκταση, τη μείωση της πίεσης που ασκείτο επί του ιδιαίτερα επιβαρυμένου συστήματος υγείας. Μεταξύ των σχετικών μέτρων περιλαμβάνεται ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των απασχολούμενων σε συγκεκριμένες κομβικής σημασίας για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης δομές με υψηλό βαθμό διακινδύνευσης της δημόσιας υγείας. Η αξιολόγηση των πορισμάτων της ιατρικής κοινότητας εκ μέρους των αρμόδιων υγειονομικών οργάνων και της Διοίκησης που είχε υπόψη του ο νομοθέτης κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, εφόσον δεν παρίσταται αυθαίρετη, λαμβανομένων υπόψη και των ευρωπαϊκών και διεθνών επιστημονικών παραδοχών, όπως είναι δημοσιευμένες από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας και άλλους επίσημους φορείς, περί του ότι τα εμβόλια κατά του κορωνοιού είναι αποτελεσματικά υπό την έννοια ότι η ολοκλήρωση του εμβολιαστικού κύκλου μέσα στον προβλεπόμενο χρόνο μειώνει τις πιθανότητες κινδύνου σοβαρής νόσησης διασωλήνωσης ή/και θανάτου από covid-19, εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου, η δε αμφισβήτηση εκ μέρους των αιτούντων της ορθότητας των συλλεγέντων μέχρι τη λήψη του μέτρου επιστημονικών αυτών δεδομένων είναι απαράδεκτη (ΣτΕ Ολομ. 2153/2022, ΣτΕ 400/2023).

15. Επειδή, τέλος, οι αιτούσες, με το από 23-4-2024 υπόμνημά τους, επικαλούνται την αναφερόμενη στην 10η σκέψη της παρούσας υπ’ αριθμ. 2332/2022 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι παραμένουν σε αναστολή κατά διαστήματα που η ισχύς του άρθρου 206 του ν. 4828/2021 είχε παραταθεί παρανόμως και επιπρόσθετα, ότι, πέραν των κριθέντων με την υπ’ αριθμ. 2332/2022 απόφαση του ΣτΕ και οι προηγούμενες νομοθετικές παρατάσεις δύνανται να κριθούν από το Δικαστήριο ως αντισυνταγματικές. Πλην, οι ισχυρισμοί των αιτουσών περί βασιμότητας της αίτησης λόγω ανατροπής των νομολογιακών δεδομένων εξαιτίας της ανωτέρω απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι απορριπτέοι. Τούτο, διότι με την απόφαση αυτή δεν επανεξετάστηκε, και δη με διαφορετικό αποτέλεσμα, το εξετασθέν με την απόφαση 1684/2022 της Ολομέλειας του ανωτέρω δικαστηρίου ζήτημα, αλλά, όπως ρητώς επισημάνθηκε στην υπ’ αριθμ. 2332/2022 (σκ. 10) απόφαση, δεν κρίθηκε με αυτήν ¨το επί της αρχής ζήτημα των εκ του Συντάγματος απαιτουμένων όρων προς κατάφαση ή απόκρουση της συνταγματικότητας τέτοιων μέτρων και της διατηρήσεως της ισχύος τους για εύλογο κατά τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, επί του οποίου έχει ήδη αποφανθεί η Ολομέλεια του Δικαστηρίου¨, αλλά τέθηκε ¨το ζήτημα της διαγνώσεως της τηρήσεως των προϋποθέσεων αυτών στην συγκεκριμένη περίπτωση¨. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 206 του ν. 4820/2021, όπως αυτό ίσχυε αρχικά και της υπ’ αριθμ. Δ1α/ΓΠ.οικ.50933/13-8-2021 απόφασης του Υπουργού Υγείας και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, η οποία κρίθηκε νόμιμη με τις υπ’ αριθμ. 1684/2022 και 467/2023 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και δεν τίθεται θέμα αντίθεσης στην αρχή της αναλογικότητας της διατήρησης του μέτρου λόγω μη αξιολόγησής του παρά την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος από την εφαρμογή του, καθόσον κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων δεν συνέτρεχαν τα πραγματικά και νομικά δεδομένα, υπό τα οποία κατέληξε στην ανωτέρω κρίση η υπ’ αριθμ. 2332/2022 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω, το ανωτέρω διαφαινόμενο αίτημα για ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων λόγω επιγενόμενης μη νομιμότητάς τους για το μετά τις 31-3-2022 χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι αιτούσες παρέμειναν σε αναστολή καθηκόντων, ως ερειδόμενες σε αντισυνταγματική διάταξη (του άρθρου δευτέρου παρ. 2 του ν. 4917/2022), είναι απαράδεκτο. Και τούτο διότι αίτημα της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει η τροποποίηση ή μεταρρύθμισή τους, καθόσον ο ακυρωτικός δικαστής που εξετάζει τη διαφορά ελέγχει την πράξη αυτή μόνο ως προς τη νομιμότητά της, που κρίνεται με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς του χρόνου έκδοσής της [εν προκειμένω υπό την ισχύ του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 πριν τροποποιηθεί με το ν. 4917/2022] (ΣτΕ Ολομ. 1981-2/2005, 2742/2008, πρβλ. ΣτΕ 2489/2022), μη εκτεινόμενη η αρμοδιότητά του σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, εφόσον η άσκηση αυτή στις υπό κρίση κατηγορίες διαφορών (ακυρωτικές), ενόψει και των συνεπειών που θα επέφερε η τυχόν μεταρρύθμιση των ατομικών διοικητικών πράξεων, συνεπάγεται την υπεισέλευση της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων, για τα οποία αυτή είναι αποκλειστικώς αρμόδια (πρβλ ΣτΕ Ολομ. 355/2023, 2559/2022, 217-218/2016, 693/2013, 616-622/2013, 3919/2010, ΣτΕ 913/2017, 3115/2015, 3191/2015). Τέλος, δεν συντρέχει λόγος έκδοσης προδικαστικής απόφασης, απορριπτομένου του σχετικού με το υπόμνημα υποβληθέντος αιτήματος, προκειμένου να προσκομισθούν από τη Διοίκηση υπηρεσιακές βεβαιώσεις των αιτουσών, καθόσον εν προκειμένω δεν αμφισβητείται η υπηρεσιακή της κατάσταση και ο χρόνος υπηρεσίας τους στο καθ’ ου.

16. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το παράβολο που καταβλήθηκε (άρθρο 36 παρ. 4 εδ. 2 του π.δ. 18/1989, ΦΕΚ 8 Α΄) και, κατ’ εκτίμηση των προαναφερόμενων περιστάσεων, να απαλλαγούν οι αιτούσες από την καταβολή των δικαστικών εξόδων του καθ’ ου η αίτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ν. 2717/1999, ΦΕΚ 97 Α΄ -, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4 παρ. 1 περ. στ΄ του ν. 702/1977, ΦΕΚ 268 Α΄, όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 50 του ν. 3659/2008, ΦΕΚ 77 Α΄.

 

Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α

Απορρίπτει την αίτηση ακύρωσης.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Απαλλάσσει τις αιτούσες από τα δικαστικά έξοδα.

Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στη Λάρισα στις 18 Ιουνίου 2024 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2024.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ