ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 9286/2022

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρία Καραπά, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Δήμητρα Γκουτζίκα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη, στις 10-11-2021, για να δικάσει τη με αριθμό κατάθεσης ...../22-12-2020 ανακοπή, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου Δήμου Θεσσαλονίκης, οδός ... αρ. ..., με ΑΦΜ ..., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Βασιλείου Κονίστη (ΑΜΔΣΘ ....), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΚΑΘΉΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «..... Ανώνυμος εταιρεία θεαμάτων», η οποία εδρεύει στην .... Αττικής, οδός ... αρ..., με ΑΦΜ ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Χρύσας Καραγιάννη (ΑΜΔΣΘ ...), που κατέθεσε προτάσεις.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την εκφώνησή της από τη σειρά που ήταν γραμμένη στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη ανακοπή του, ο ανακόπτων ζητά για τους λόγους που εκθέτει σ’ αυτήν ν’ ακυρωθεί εν όλω, άλλως εν μέρει, μέσα στα όρια των λόγων ανακοπής του, η υπ’ αριθ. .../19.10.2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας (μετοχών) της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου και Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Μ. Ε. Π. , που του επιδόθηκε την 19/10/2020, καθώς και την καταδίκη της καθ’ ης στα δικαστικά του έξοδα. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η κρινόμενη ανακοπή, αρμόδια εισάγεται για να δικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 937 παρ. 3, 614 επ. ΚΠολΔ, όπως τ’ άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με τ’ άρθρα τέταρτο και όγδοο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρα 147 παρ. 1, 934 παρ. 1 α’, 933 παρ. 1 τελ. εδ. ΚΠολΔ, όπως τ’ άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), διότι επιδόθηκε στην καθ’ ης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης ενόψει της αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων της χώρας και όλων των προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων από 30.10.2020 έως 7.1.2021 δυνάμει των ΚΥΑ: Δ1α/Γ.Π.οικ. 69239/20 (ΦΕΚ 4777 Β/29.10.2020), ΔIA/ΓΠ/οικ.69919/20 (ΦΕΚ 4831 Β/2.11.2020): Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας στις Περιφερειακές Ενότητες Θεσσαλονίκης και Σερρών προς αντιμετώπιση της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, ΔΙα/Γ.Π.οικ.: 71342/6.11.2020 (ΦΕΚ Β’ 4899/6.11.2020): Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020 έως και τη Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020, Δ1α/ΕΠ.οικ.:76629 (ΦΕΚ Β' 5255/28.11.2020) και Δ1α/ΓΠ.οικ.80189 (ΦΕΚ Β\5486/12.12.2020). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 933 του ΚΠολΔ).

Οι ένυλες μετοχές δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο άμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως, όταν η αξίωση του επισπεύδοντος δανειστή αφορά τους μετοχικούς τίτλους καθ’εαυτούς. Αν πρόκειται περί ανωνύμων μετοχών (βλ. εντούτοις τα ά. 40§§1,3, 184§1 και 190 Ν. 4548/2018 περί αφενός της από την 1-1-2019 υποχρεωτικής εκδόσεως ονομαστικών μετοχών και αφετέρου της υποχρεωτικής ονομαστικοποιήσεως των υπαρχουσών μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 4548/2018 κατά την 12-6-2018 ανωνύμων μετοχών κατά την 1-1-2020, Κ. Ρήγας, Η Νομική Φύση και η Κατάσχεση των Αυλών Τίτλων, 2020, § 5, σ. 175) τυγχάνει εφαρμογής η ρύθμιση του άρθρου 942 ΚΠολΔ, ενώ επί ονομαστικών εκείνη του άρθρου 941 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση άλλωστε που η ανώνυμη εταιρία αρνείται να εκδώσει μετοχικούς τίτλους, μολονότι βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση (ά. 40§§3,4 Ν. 4548/2018, πρώην ά. 8β§§2,4 Ν. 2190/1920), καταδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 946 ΚΠολΔ. Αν πάλι δεν προβαίνει στην εγγραφή του δικαιούχου στο βιβλίο μετόχων (ά. 40§2 Ν. 4548/2018), εφαρμόζεται η ρύθμιση του άρθρου 949 ΚΠολΔ προς το σκοπό της καταδίκης της εταιρείας σε δήλωση βουλήσεως (για τα ανωτέρω βλ. Κ Ρήγα Η νομική φύση και κατάσχεση των άυλων τίτλων εκδ. 2020 σελ175 επ). Η απτόμενη ενσώματων μετοχών αναγκαστική εκτέλεση είναι όμως συνήθως έμμεση, διότι τείνει στην ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως εναντίον του μετόχου. Οι ένυλες ανώνυμες μετοχές συνιστούν κινητά πράγματα και συνεπώς κατάσχονται με τη διαδικασία των άρθρων 953 επ. ή 982 επ. ΚΠολΔ εις χείρας του εκάστοτε κατόχου τους, οφειλέτη ή τρίτου (λ.χ. θεματοφύλακα, βλ. και το ά. 124 Ν. 4548/2018, πρώην ά. 28 Ν. 2190/1920) αντιστοίχως. Το ίδιο ισχύει μάλιστα δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 2§1 α.ν. 1818/1951 για τις ονομαστικές μετοχές (βλ. επιπλέον το ά. 61 ΚανΛειτΣΑΤ αναφορικά με τη μετατροπή κατασχεμένων ενσώματων μετοχών σε άυλες -Κ. Ρήγας, Η Νομική Φύση και η Κατάσχεση των Άυλων Τίτλων, 2020, § 5, σ. 175), ώστε και η κατάσχεση των ονοματικών μετοχών ανώνυμης εταιρίας και ο πλειστηριασμός τους, αναλόγως αν αυτές έχουν εισαχθεί ή δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών, γίνεται ομοίως κατά τις διατάξεις των άρθρων 953 επ. και 967 παρ. 1 ΚΠολΔ στην πρώτη περίπτωση και κατ’άρθρο 953 ΚΠολΔ, στη δεύτερη (βλ. ΕφΘεσ 205/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, ο.π., τόμος Ε’, υπό άρθρο 953 ΚΠολΔ αριθμ. 2, σελ. 675). Η κατάσχεση επιβάλλεται με την αφαίρεση των τίτλων και την κατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων [ΚΠολΔ 956 παρ. 3 και 965 παρ. 4, -Β. Αντωνόπουλος/Σ. Μούζουλας (-Χ. Χρυσάνθης), Ανώνυμες Εταιρίες, τόμ. 1, 2013, άρθ. 8β, σ. 661, αρ. 51], Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι είναι επιτρεπτή η κατάσχεση μετοχών εις χείρας της ανώνυμης εταιρίας ως τρίτης, εφόσον η τελευταία κατέχει τις μετοχές για ορισμένη αιτία όπως λ.χ κατά τη διάρκεια εργασιών της γενικής συνέλευσής της (βλ. ΠΠΑθ 534/2014, ΜΠΑΘ 2530 περιλ σε ΝΟΜΟΣ και σε θεωρία βλ Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως II. Ειδικό Μέρος, 2001, σελ 331, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα [-Νικολόπουλο], Ερμηνεία ΚΠολΔ II, 2000, άρθρο 982, σελ 1912, Νίκα, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως II. Ειδικό Μέρος, 2018, σελ 702). Το ίδιο ισχύει μάλιστα δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 2§1 α.ν. 1818/1951 για τις ονομαστικές μετοχές (για τα ανωτέρω Δ. Τσικρικά, Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρίας (επιμέλεια Ε. Περάκης), τ. 1,2010, σ. 459 επ. 8. Αντωνόπουλου, Δίκαιο ΑΕ και ΕΠΕ, 2009, σ. 301). Αν δεν έχουν ακόμη εκδοθεί μετοχικοί τίτλοι (ά. 40§3 Ν. 4548/2018, πρώην ά. 8β§2 Ν. 2190/1920), οι προπαρατεθείσες ρυθμίσεις στερούνται εφαρμογής, αλλά το υφιστάμενο -υπό την προϋπόθεση ότι πράγματι υφίσταται και δεν υπάρχει στο καταστατικό αντίθετη πρόβλεψηενοχικό δικαίωμα του μετόχου προς έκδοσή τους κατάσχεται ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο με τη διαδικασία των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 1366/2001, Αρμ 2002 σελ.896 Τσικρικάς ο.π). Εξάλλου, στην πράξη συνηθίζεται μέχρι την έκδοση των οριστικών τίτλων των μετοχών, δηλαδή κατά το μεταξύ της συντέλεσης της ίδρυσης της εταιρίας και της έκδοσης των μετοχών χρονικό διάστημα, να χορηγούνται στους μετόχους προσωρινοί τίτλοι. Κατά την κρατούσα άποψη, οι προσωρινοί τίτλοι, εφόσον φέρουν τα στοιχεία του τίτλου της μετοχής, όπως αυτά ορίζονται από το καταστατικό (αρ. 2 παρ. 1 περ. ε’ στ' και ζ' του κ.ν. 2190/1920), θεωρούνται ως αξιόγραφα που ενσωματώνουν τη μετοχική σχέση μέχρι να εκδοθούν μετοχές και κατάσχονται ως ονομαστικές μετοχές (ΕφΝαυπλ 190/1999 ΧρΙΔ 2001 σελ 633). Η αναγκαστική κατάσχεση ένυλων μετοχών επιφέρει την υλική και τη νομική δέσμευση αυτών, αλλά επιτρέπεται η πολλαπλή αναγκαστική ή συντηρητική τους κατάσχεση από τον ίδιο ή άλλους δανειστές εις χείρας του οφειλέτη (ά. 712, 953§1, 956§1 εδ. γ, 958 και 984 ΚΠολΔ). Η ως άνω κατάσχεση των ενσώματων μετοχών, επεκτείνεται αυτοδικαίως στην αξίωση καταβολής του αναλογούντος μερίσματος, που αποτελεί πολιτικό καρπό της μετοχής (ά. 963 εδ. β ΑΚ και σε Αντωνόπουλο ο.π. σελ 302). Διά του πλειστηριασμού της κυριότητας των μετοχών καθίσταται νέος δικαιούχος ο υπερθεματιστής (ά. 955 επ. και 988§2 ΚΠολΔ), ο οποίος επιμελείται, προκειμένου περί ονομαστικών μετοχών, της σχετικής εγγραφής στο βιβλίο μετόχων της εταιρείας (βλ. και το ά. 949 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, για την κατά το σύστημα των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ κατάσχεση περιουσιακού δικαιώματος, απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: α) περιουσιακό δικαίωμα, β) να μην είναι δεκτικό κατάσχεσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 953 επ., 982επ, και 992 επ. ΚΠολΔ, γ) δεκτικό μεταβίβασης και δ) δικαστική απόφαση, ήτοι απαιτείται η ύπαρξη τίτλου εκτελεστού (άρθρα 904-906 ΚΠολΔ), η περιαφή του εκτελεστήριου τύπου (άρθρο 918 ΚΠολΔ), καθώς και η επίδοση επιταγής προς πληρωμή (άρθρα 924-926 ΚΠολΔ). Εκτελεστός τίτλος είναι και εξακολουθεί να παραμένει και μετά την έκδοση της απόφασης που διατάσσει την κατάσχεση δικαιωμάτων του άρθρου 1022 ΚΠολΔ, ο αρχικός τίτλος, από τον οποίο πηγάζει η απαίτηση του δανειστή (βλ. ί.Μπρίνια -Αναγκαστική Εκτέλεση, εκδ.Β παρ. 674ΗΙ, 678, παρ.688Ι). Ως περιουσιακό δικαίωμα νοείται αυτό που έχει αξία στις συναλλαγές, όταν δηλαδή υπάρχει η δυνατότητα της μετατροπής του σε χρήμα ή έστω η δυνατότητα πορισμού χρημάτων από αυτό με το μέτρο της αξιοποίησης που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 1024 ΚΠολΔ. Ο όρος περιουσιακό δικαίωμα δεν ετέθη για να τονιστεί ότι το κατασχεθέν δικαίωμα πρέπει να ανήκει στην περιουσία του οφειλέτη-καθ’ ού η εκτέλεση. Η αυτονόητη αυτή προϋπόθεση της ιδιότητας του οφειλέτη ως δικαιούχου του δικαιώματος, προκύπτει από το άρθρο 951 παρ. 1 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή σε κάθε είδους κατάσχεση (Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, τόμος 5ος, Β’ Έκδοση, άρθρο 1022 ΚΠολΔ, σελ. 2293). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 1023 του ίδιου Κώδικα, η κατάσχεση των ως άνω δικαιωμάτων διατάσσεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο μπορεί να μην επιτρέψει την κατάσχεση, αν η ενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως καθίσταται κατά την κρίση του δυσχερής ή ασύμφορη κατ’ αποτέλεσμα. Μεταξύ των ειδικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία μπορούν να κατασχεθούν, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΠολΔ, είναι και η απαίτηση του μετόχου της ανώνυμης εταιρίας προς ενέργεια υλικής πράξης, προς έκδοση δηλαδή των μετοχών οι οποίες δεν έχουν εισέτι εκδοθεί από την ανώνυμη εταιρία (βλ. ΕφΘεσ 1366/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης δίνει στο δανειστή τη δυνατότητα να κατάσχει οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα του οφειλέτη και ολοκληρώνεται έτσι ο κύκλος των υποκειμένων σε κατάσχεση δικαιωμάτων του, δεδομένου ότι στο άρθρο 1022 υπάγεται ό, τι δεν εμπίπτει στα άλλα είδη κατασχέσεων (Μπρίνια, Αναγκ. Εκτέλ., Β' έκδ., άρθρο 1022, παρ. 674, σελ. 2288-2289), ώστε να καταστεί υπέγγυα στους δανειστές ολόκληρη η περιουσία του οφειλέτη και να μη διαφύγει κανένα αντικείμενο που είναι δυνατό με τη δέσμευση και την κατάλληλη αξιοποίηση να καταλήξει στην ικανοποίηση των δανειστών (ΕφΑθ 7899/1993 Ελλ Δνη 38,1893). Προϋποθέσεις για την επιβολή κατασχέσεως, κατά το άρθρο 1022, είναι η ύπαρξη περιουσιακού δικαιώματος (άλλου από τα αναφερόμενα στα άρθρα 953 επ., 982 επ. και 992 επ.) δεκτικού μεταβιβάσεως και έκδοση δικαστικής αποφάσεως (ΕφΘεσ 1366/2001, ο.π.).

Περαιτέρω, η δημιουργία της μετοχικής σχέσεως και η άσκηση των απορρεόντων εξ αυτής δικαιωμάτων δεν εξαρτώνται από την έκδοση της μετοχής υπό την έννοιά της ως αξιογράφου, η οποία απλώς βεβαιώνει τη μετοχική σχέση του κατονομαζόμενου σ’ αυτήν προσώπου (ονομαστική μετοχή) με την ανώνυμη εταιρεία, διότι οι απλές ή πολλαπλές μετοχές των ανωνύμων εταιρειών είναι από την 1-1-2019 υποχρεωτικά ονομαστικές (ά. 40§§1,3 και 190 Ν. 4548/2018) και οι υπάρχουσες μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 4548/2018 κατά την 12-6-2018 μετοχές στον κομιστή (ανώνυμες μετοχές) ονομαστικοποιούνται υποχρεωτικά κατά την 1-1-2020 (ά. 184§1 του ίδιου νόμου). Αφότου όμως εκδοθούν οι απλοί ή πολλαπλοί μετοχικοί τίτλοι, η μεταβίβαση της μετοχικής σχέσεως και η άσκηση των δικαιωμάτων συμμετοχής στην εταιρεία προϋποθέτουν κατ’ αρχήν την κατοχή τους [ΑΠ 631/1995, ΕΤρΑξΧρΔ 1997, σ. 181 επ. (183), Κ. Ρήγας, Η Νομική Φύση και η Κατάσχεση των Αυλών Τίτλων, 2020, § 2, σ. 37]. Η μετοχική σχέση γεννάται λοιπόν και αναπτύσσεται ανεξαρτήτως της συμμορφώσεως της εταιρείας προς την υποχρέωση αυτής να εκδώσει μετοχικούς τίτλους ή από το εάν οι μέτοχοι θα αξιώσουν τελικώς την έκδοσή τους. Επί ονομαστικών μετοχών μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο ανωνύμων εταιρειών, επιτρέπεται περαιτέρω η έχουσα ως αντικείμενο την έκδοση μετοχικών τίτλων υποχρέωση της εταιρείας να αποκλείεται ή να περιορίζεται από το καταστατικό (ά. 40§§3,4 Ν. 4548/2018, πρώην ά. 8β§§3,4Ν. 2190/1920). Αν το καταστατικό δεν περιέχει σχετικό όρο και σε οποιαδήποτε έτερη περίπτωση δεν έχουν εκδοθεί μετοχικοί τίτλοι, η απόδειξη της μετοχικής σχέσεως πραγματοποιείται επί τη βάσει των στοιχείων του βιβλίου της παραγράφου 2 του άρθρου 40 Ν. 4548/2018 και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, διά των εγγράφων που κατέχει ο μέτοχος (πρβλ. τους προσωρινούς τίτλους του καταργηθέντος άρθρου 8β§3 Ν. 2190/1920). Το προδιαληφθέν βιβλίο τηρείται από την εταιρεία, ενώ μπορεί να προβλέπεται από το καταστατικό είτε η ηλεκτρονική τήρηση του εν θέματι βιβλίου είτε η τήρηση αυτού από κεντρικό αποθετήριο τίτλων, πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, που έχουν το δικαίωμα να φυλάσσουν χρηματοπιστωτικά μέσα. Ως μέτοχος θεωρείται έναντι της ανώνυμης εταιρείας ο εγγεγραμμένος στο προπεριγραφέν βιβλίο (Κ. Ρήγας, Η Νομική Φύση και η Κατάσχεση των Αυλών Τίτλων, 2020, § 2, σ. 38). Κατά την τταρ. 6 του άρ. 8β Ν. 2190/1920 και ήδη παρ. 2 του αρ. 41 Ν. 4548/2018, η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών γίνεται με εγγραφή σε ειδικό βιβλίο της εταιρίας (βιβλίο μετόχων, που τηρείται, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 40). Κατά διορθωτική ερμηνεία, η διάταξη αυτή της παρ. 6 του αρ. 8β Ν. 2190/1920 αναφέρεται μόνο στο πώς και από πότε επέρχεται η μεταβίβαση έναντι της εταιρίας. Στις σχέσεις μεταβιβάζοντας και αποκτώντας η μεταβίβαση της ονομαστικής μετοχής επέρχεται κατά τους κανόνες των ονομαστικών αξιογράφων. Δηλ. η μεταβίβαση του χαρτιού της μετοχής συνεπιφέρει μεταβίβαση των ενσωματωμένων μετοχικών δικαιωμάτων. Πλην όμως, χωρίς εγγραφή στο βιβλίο μετοχών και μετόχων η μεταβίβαση είναι άκυρη ως προς την εταιρία και δεν υφίσταται έναντι αυτής η αναγκαία νομιμοποίηση (ενεργητική και παθητική) του νέου μετόχου για την άσκηση των μετοχικών δικαιωμάτων. Η μεταβίβαση του χαρτιού της μετοχής γίνεται κατά τους κανόνες για τη μεταβίβαση κινητών πραγμάτων, δηλ. την ΑΚ 1034 (συμφωνία για μεταβίβαση της κυριότητας και παράδοση της νομής). Επειδή όμως για τις ονομαστικές μετοχές τηρείται μητρώο (βιβλίο μετοχών και μετόχων), του οποίου ο έλεγχος είναι εφικτός από τον αποκτώντα, κατά κανόνα δεν θα υπάρχει περιθώριο για εφαρμογή των διατάξεων για την καλόπιστη κτήση παρά μη κυρίου, γιατί θα ελλείπει η προϋπόθεση της καλής πίστης. Εξάλλου, στα ονομαστικά αξιόγραφα και ιδίως στη μετοχή δεν ισχύει η αρχή του αποκλεισμού των ενστάσεων. Εφόσον έχουν εκδοθεί μετοχικοί τίτλοι, σύμφωνα με την αρχή της ενσωμάτωσης τα ενσωματωμένα μετοχικά δικαιώματα μεταβιβάζονται με τη μεταβίβαση του χαρτιού ως κινητού πράγματος. Όμως η μεταβίβαση αυτή έχει τα αποτελέσματα κοινής εκχώρησης [βλ. Β. Αντωνόπουλος/Σ. Μούζουλας (-Χ. Χρυσάνθης), Ανώνυμες Εταιρίες, τόμ. 1, 2013, άρθ. 8β, σ. 658, αρ. 40)]. Η διατύπωση, βέβαια, της ως άνω ισχύουσας διάταξης της παρ. 2 του αρ. 41 Ν. 4548/2018, ότι δηλ. η μεταβίβαση των μετοχών γίνεται με καταχώριση στο βιβλίο μετόχων, για να επέλθει δηλ. η μεταβίβαση απαιτείται επιπλέον η καταχώριση, διαφέρει εκείνης της παρ. 6 τελ. εδ. αρ. 8β κ.ν. 2190, η οποία προέβλεπε ότι ως μέτοχος έναντι της εταιρίας θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο βιβλίο μετόχων. Δεν θα πρέπει, εντούτοις, να εκληφθεί ότι πρόθεση του νόμου ήταν να καταστεί η καταχώριση στο βιβλίο μετόχων συστατική του δικαιώματος και στις μεταξύ του μεταβιβάζοντας και του αποκτώντας σχέσεις, διότι μία τέτοια σημαντική μεταβολή θα έπρεπε να αναφερόταν στην ΑιτΕκθ. Επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτή η πάγια θέση που ίσχυε στο προϊσχύσαν δίκαιο, ότι δηλ. μεταξύ των συμβαλλομένων τα μεταβιβαστικά (όχι μόνο τα ενοχικά) αποτελέσματα επέρχονται με την παράδοση των μετοχών για να μπορεί όμως ο αποκτών να ασκεί τα μετοχικά του δικαιώματα έναντι της εταιρίας, πρέπει να γίνει καταχώριση της μεταβίβασης στο βιβλίο μετόχων (Ν. Ρόκας, Εμπορικές Εταιρίες, 9η έκδ., 2019, § 34, σ. 405, αρ. 18). Η εγχάρτωση ενοχικού ή συμμετοχικού δικαιώματος επιφέρει την εμπραγμάτωση αυτού, με αποτέλεσμα η άσκηση του ενσωματωμένου δικαιώματος να προϋποθέτει την κατοχή του εγγράφου (αξιόγραφου) και η μεταβίβασή του να λαμβάνει χώρα διά της μεταθέσεως της κυριότητας επί του εγγράφου. Τα (ένυλα) αξιόγραφα, ανώνυμα ή ονομαστικά, της κεφαλαιαγοράς συνιστούν έτσι πράγματα (ΑΚ 947) και μάλιστα αντικαταστατά (ΑΚ 950, Κ. Ρήγας, Η Νομική Φύση και η Κατάσχεση των Αυλών Τίτλων, 2020, § 9, σ. 342). Επομένως και η κατάσχεσή τους θα γίνει σύμφωνα με την κατάσχεση κινητών πραγμάτων, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του δικαίου αναγκαστικής εκτέλεσης. Στις παραγράφους 3 και του 4 του αρ. 40 του Ν. 4548/2018 ορίζεται, εξάλλου, ότι «Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αποϋλοποίηση των μετοχών και των οριζομένων στις παραγράφους 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου, η εταιρεία υποχρεούται να εκδώσει και να παραδώσει στους μετόχους μετοχικούς τίτλους. Οι τίτλοι αυτοί μπορεί να είναι απλοί ή πολλαπλοί. Αν έχουν εκδοθεί πολλαπλοί τίτλοι, ύστερα από αίτηση κάθε μετόχου, η εταιρεία υποχρεούται να αντικαταστήσει τους υπάρχοντες τίτλους με νέους, που ενσωματώνουν μικρότερο αριθμό μετοχών. Το καταστατικό μπορεί να αποκλείει ή να περιορίζει την υποχρέωση της εταιρείας να εκδίδει μετοχικούς τίτλους. Στην περίπτωση αυτή το καταστατικό ορίζει τον τρόπο απόδειξης της μετοχικής ιδιότητας, προκειμένου να ασκηθούν τα δικαιώματα από τις μετοχές. Αν το καταστατικό δεν περιέχει σχετικό όρο, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που δεν εκδίδονται μετοχικοί τίτλοι, η απόδειξη της μετοχικής ιδιότητας γίνεται με βάση τα στοιχεία του βιβλίου που τηρείται κατά την παράγραφο 2 και, ανπαρίσταται ανάγκη, με τα έγγραφα που κατέχει ο μέτοχος». Ως άυλοι τίτλοι, εξάλλου, νοούνται, όπως συνάγεται από τη νομοθεσία της ελληνικής κεφαλαιαγοράς (ex lege αποϋλοποίηση) και ιδίως εκ των διατάξεων των άρθρων 2§1 (στοιχεία ε, ζ και η) Ν. 3301/2004 περί των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, 40 επ., 56 επ., 59 επ. Ν. 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες, οι ασώματες κινητές αξίες, ήτοι τίτλοι σε λογιστική μορφή, οι οποίοι μπορεί να είναι είτε εισηγμένοι ή ενταγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή έτερο μηχανισμό (υποχρεωτική αποϋλοποίηση, ά. 5 επ. Ν. 4569/2018 σε συνδ. με το Ν. 4514/2018, άυλοι τίτλοι εν στενή εννοία) είτε μη εισηγμένοι (δυνητική αποϋλοποίηση, ά. 40§§5,6, 56§9, 59§6 Ν. 4548/2018 και 12 Ν. 4569/2018, άυλοι τίτλοι εν ευρεία εννοία, -βλ. Κ. Ρήγας, Η Νομική Φύση και η Κατάσχεση των Άυλων Τίτλων, 2020, § 9, σ. 339). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 40 παρ. 5 και 6 του Ν. 4548/2018, «Οι μετοχές της εταιρείας μπορεί να τηρούνται σε λογιστική μορφή, ύστερα από αποϋλοποίηση ή ακινητοποίηση, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 και τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις κείμενες διατάξεις. Το καταστατικό της εταιρείας προβλέπει τον εκ των ανωτέρω ειδικότερο τρόπο έκδοσης και τήρησης των μετοχών της σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων (ΚΑΤ). Σε περίπτωση μετοχών που έχουν εκδοθεί σε λογιστική μορφή κατά την παράγραφο 5, μέτοχος έναντι της εταιρείας θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο μητρώο κεντρικού αποθετηρίου τίτλων (ΚΑΤ) ή ο ταυτοποιούμενος ως τέτοιος μέσω των εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών». Ως ειδικό, εξάλλου, περιουσιακό στοιχείο, οι κινητές αξίες που τηρούνται σε ΚΑΤ, ως άϋλες, υπόκεινται σε αναγκαστική κατάσχεση, εκλαμβανόμενη ως κατάσχεση κινητού πράγματος εις χείρας του ΚΑΤ, ως τρίτου. Για την κατάσχεση αυτή, άλλωστε, προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρ. 991Α, του Κ ΠολΔ.. Εξάλλου, κατά το αρ. 56 παρ. 8 και 9 του ίδιου νόμου, «Οι τίτλοι κτήσης μετοχών είναι ονομαστικοί. Οι διατάξεις των άρθρων 40 έως 43 εφαρμόζονται αναλόγως επί τίτλων κτήσης μετοχών, εκτός αν οι όροι των τελευταίων προβλέπουν διαφορετικά». Τέλος, η διάταξη του αρ. 59 παρ. 6 του ίδιου Ν. 4548/2018, αναφέρεται στην αποϋλοποίηση των ομολογιών. Όσον αφορά στις άυλες μετοχές, εξάλλου, το άρθρο 39 ν. 2396/1996, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 § 4 ν. 3152/2003 ορίζει τα εξής: «Εφεξής,..., για τις εισαγόμενες και τις εκάστοτε εισηγμένες σε χρηματιστήριο που λειτουργεί στην Ελλάδα μετοχές ελληνικών ανωνύμων εταιρειών δεν εκδίδονται τίτλοι και οι υφιστάμενοι τίτλοι παύουν να ενσωματώνουν μετοχικά δικαιώματα, αλλά οι μετοχές αυτές καταχωρίζονται, χωρίς αύξοντες αριθμούς, στα αρχεία της Ανώνυμης Εταιρείας Αποθέτηρίων Τίτλων (άυλες μετοχές) και παρακολουθούνται με καταχωρίσεις στα αρχεία αυτά». Συμπερασματικά, με βάση τα ανωτέρω και όσον αφορά στην κατάσχεση ονομαστικών ένυλων μετοχών ΑΕ, α) όταν έχει εκδοθεί μετοχικός τίτλος, η κατάσχεση γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 953 επ, ΚΠολΔ εις χείρας του οφειλέτη ή κατά το αρ. 982 ΚΠολΔ εις χείρας τρίτου που μπορεί να είναι και η εταιρία που τυχόν τους κατέχει, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω εκτιθέμενα, β) όταν δεν ανευρίσκονται στην κατοχή του οφειλέτη ή του τρίτου οι εκδοθέντες μετοχικοί τίτλοι, καταρχάς μπορεί να ακολουθηθεί η σύμφωνα με το άρ. 952 ΚΠολΔ διαδικασία (με ανάλογο περιεχόμενο με εκείνο της διάταξης του αρ. 941 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην άμεση εκτέλεση) και κατά την οποία «Αν με την κατάσχεση που έχει επιβληθεί δεν ικανοποιείται ή αν πιθανολογείται ότι με την κατάσχεση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί εντελώς η απαίτηση του δανειστή, μπορεί με αίτηση του δανειστή να υποχρεωθεί ο οφειλέτης, κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 έως 866, να υποβάλει αναλυτικό κατάλογο όλων των περιουσιακών του στοιχείων με ακριβή αναφορά του τόπου όπου αυτά βρίσκονται. Ως προς τις απαιτήσεις θα πρέπει να αναφέρονται η νομική αιτία, το αντικείμενο, ο οφειλέτης, οι τυχόν εξασφαλίσεις και τα τυχόν υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα. Από τον κατάλογο θα πρέπει να προκύπτουν επίσης οι απαλλοτριώσεις ακινήτων που έλαβαν χώρα την τελευταία πενταετία πριν από την υποβολή της αίτησης. Ο οφειλέτης θα πρέπει να βεβαιώνει συγχρόνως με όρκο ότι ο κατάλογος περιέχει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, καθώς και τις ως άνω απαλλοτριώσεις, ότι δεν παραλείπει κανένα στοιχείο και ότι έκανε κάθε προσπάθεια, για να εξακριβώσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία», και γ) όταν δεν έχει εκδοθεί ακόμα μετοχικός τίτλος (ά. 40§3 Ν. 4548/2018, πρώην ά. 8β§2 Ν. 2190/1920), η κατάσχεση, εφόσον υπάρχει υποχρέωση έκδοσής τους και δεν αποκλείεται αυτή από το καταστατικό, κατά τα κατωτέρω, γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ (Κ. Ρήγας, Η Νομική Φύση και η Κατάσχεση των Αυλών Τίτλων, 2020, § 5, σ. 176), με τις οποίες, κατά τα ανωτέρω, ο νομοθέτης δίνει στο δανειστή τη δυνατότητα να κατάσχει οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα του οφειλέτη και ολοκληρώνεται έτσι ο κύκλος των υποκειμένων σε κατάσχεση δικαιωμάτων του, δεδομένου ότι στο άρθρο 1022 υπάγεται ό,τι δεν εμπίπτει στα άλλα είδη κατασχέσεων. Επομένως, με βάση τα παραπάνω, δεν υπάρχει περιθώριο, στην περίπτωση της μη ανεύρεσης στα χέρια του οφειλέτη των έγχαρτων μετοχών από τον δικαστικό επιμελητή, στο πλαίσιο επιχειρούμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, και μετά από νομότυπη έρευνα αυτού κατ’ αρ. 929 ΚΠολΔ, και πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν εκδοθεί από την Α.Ε. (και δεν ανευρέθηκαν ούτε στα γραφεία αυτής) να συναχθεί κατά πλάσμα δικαίου τεκμήριο απεγχάρτωσης αυτών των μετοχών (που εκδόθηκαν μεν μετά βεβαιότητας, δεν ανευρίσκονται δε και ο οφειλέτης, επιπλέον, αρνείται να δηλώσει την αποδεδειγένη υπόσταση και ύπαρξη αυτών) και να αντιμετωπισθούν κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ως άϋλες μετοχές. Διάφορη είναι, εξάλλου, η περίπτωση της προβλεπόμενης εκ του άρθρου 40 παρ. 4 Ν. 4548/2018 δυνατότητας αποκλεισμού από το καταστατικό ή περιορισμού της υποχρέωσης της εταιρείας να εκδίδει μετοχικούς τίτλους (που κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου είναι ο κανόνας), οπότε αν το καταστατικό δεν περιέχει σχετικό όρο, ούτε ορίζει σχετικά με τον τρόπο απόδειξης της μετοχικής ιδιότητας, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που δεν εκδίδονται μετοχικοί τίτλοι, η απόδειξη της μετοχικής ιδιότητας γίνεται με βάση τα στοιχεία του βιβλίου που τηρείται κατά την παράγραφο 2 και, αν παρίσταται ανάγκη, με τα έγγραφα που κατέχει ο μέτοχος, όπου με αυτή τη διάταξη, ωστόσο, αναγκαία προϋπόθεση είναι καταρχάς η πρόβλεψη στο καταστατικό περί της μη έκδοσης ή περιορισμού της υποχρέωσης έκδοσης των μετοχών είτε η εν γένει αποδεδειγμένη μη έκδοση αυτών από την εταιρία. Εξάλλου, κατά την παρ. 5 του ίδιου αρ. 40 Ν. 4548/2018, προβλέπεται ρητά ότι οι μετοχές της εταιρείας μπορεί να τηρούνται σε λογιστική μορφή, ύστερα από αποϋλοποίηση ή ακινητοποίηση, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 και τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις κείμενες διατάξεις. Το καταστατικό της εταιρείας προβλέπει τον εκ των ανωτέρω ειδικότερο τρόπο έκδοσης και τήρησης των μετοχών της σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Επομένως, προκειμένου μία μη εισηγμένη στο χρηματιστήριο εταιρεία να εκδώσει άυλες μετοχές απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 5 του Ν. 4548/2018 να το προβλέπει ειδικά στο καταστατικό της, τηρώντας αυτές τις άυλες μετοχές της σε Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων (X. Χασάπης, Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρείας, Ερμηνεία κατ' άρθρο του Ν. 4548/2018 σε επιμέλεια Γεώργιου Σωτηρόπουλου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, σ. 566, 567). Ωστόσο, σε μία τέτοια περίπτωση, ως ειδικό, περιουσιακό στοιχείο, οι κινητές αξίες που τηρούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων, ως άϋλες, υπόκεινται σε αναγκαστική κατάσχεση, εκλαμβανόμενη ως κατάσχεση κινητού πράγματος εις χείρας του ΚΑΤ, ως τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 991Α, του Κ. Πολ. Δ. Τέλος, ενόψει των ανωτέρω και στο πλαίσιο του βασικού νομοθετικού πλαισίου της αναγκαστικής κατασχέσεως ασώματων τίτλων, το οποίο έγκειται στις διατάξεις των άρθρων 983 επ. (κυρίως 991Α) ΚΠολΔ, 49§4 Ν. 2396/1996, 24 Ν. 2915/2001, 78 Ν. 3606/2007, 20, 29, 53 Ν. 4569/2018, 22 και 50 ΚανΛειτΣΑΤ, όπως επίσης στις περιλαμβανόμενες τόσο στο γενικό μέρος του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως του ΚΠολΔ (ά. 904-940Α) όσο και στο ειδικό μέρος αυτού, εφόσον εντούτοις συμβιβάζονται με τη φύση της κατασχέσεως άυλων κινητών αξιών, όπως είναι τα απτόμενα οποιοσδήποτε αναγκαστικής κατασχέσεως άρθρα 951 και 952 ΚΠολΔ, καθώς και τα άρθρα 956 και 958 (σχετική ακυρότητα διαθέσεως κατασχεθέντος και πολλαπλή αναγκαστική κατάσχεση) του ίδιου κώδικα (Κ. Ρήγας, Η Νομική Φύση και η Κατάσχεση των Αυλών Τίτλων, 2020, § 9, σ. 346), ενώ τα αποϋλοποιημένα αξιόγραφα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς κατάσχονται κατά κανόνα ως (οιονεί) κινητά πράγματα εις χείρας του οικείου διαμεσολαβούντος φορέα ως τρίτου (ά. 991Α ΚΠολΔ και 20 Ν. 4569/2018, που παραπέμπουν στα ά. 982 επ. ΚΠολΔβλ. Κ. Ρήγας, Η Νομική Φύση και η Κατάσχεση των Άυλων Τίτλων, 2020, § 9, σ. 346), θα πρέπει και στην περίπτωση των μετοχών που σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 4 Ν. 4548/2018, δεν έχουν εκδοθεί και οι οποίες, πάντως, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω επόμενες διατάξεις του ίδιου άρθρου, ήτοι των παρ. 5 και 6 του αρ. 40 Ν. 4548/2018, όπου ρητώς προβλέπεται η δυνατότητα και οι προϋποθέσεις της αποϋλοποίησης των μετοχών, δεν τεκμαίρονται ως αποϋλοποιημένες και τούτο είναι σαφές ως προς τη βούληση του νομοθέτη, αφού γι’ αυτές (τις δυνάμενες να αποϋλοποιηθούν) ρητώς προέβλεψε ως αναγκαίο όρο, αφενός την ρητή σχετικώς πρόβλεψη από το καταστατικό της εταιρείας, αφετέρου, την τήρηση των μετοχών αυτών σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων (αρ. 40 παρ. 5 του ως άνω νόμου), να κατάσχονται με την διαδικασία της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (βλ. και 983 παρ. 5 ΚΠολΔ), στην κατοχή της εταιρίας που τηρεί το σχετικό ως άνω βιβλίο μετόχων, του οποίου, μάλιστα, κατά την παρ. 2 του αρ. 40 του Ν. 4548/2018, μπορεί να προβλέπεται η ηλεκτρονική τήρησή του ή και η τήρησή του από κεντρικό αποθετήριο τίτλων, πιστωτικό ίδρυμα ή από επιχείρηση επενδύσεων, που έχουν το δικαίωμα να φυλάσσουν χρηματοπιστωτικά μέσα, ώστε στην περίπτωση αυτή η κατάσχεση πρέπει να γίνει και πάλι με κατάσχεση εις χείρας του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων ή του πιστωτικού ιδρύματος κλπ (και εφόσον τηρείται το βιβλίο από την ίδια την εταιρία, με κατάσχεση στα χέρια της εταιρίας) οπότε και με την ολοκλήρωση μέσω αυτής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, θα εγγράφει και στα σχετικά βιβλία μετόχων ο υπερθεματιστής ως δικαιούχος, ενώ σε περίπτωση άρνησης της εταιρίας, εφαρμόζεται η ρύθμιση του άρθρου 949 ΚΠολΔ προς το σκοπό της καταδίκης της εταιρείας σε δήλωση βουλήσεως, σύμφωνα με τα στην αρχή εκτιθέμενα.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων, με τον πρώτο λόγο ανακοπής του, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, βάλει κατά του κύρους της επιβληθείσας κατάσχεσης και ειδικότερα ζητεί την ολοσχερή ακύρωση, άλλως και επικουρικούς, την μερική ακύρωση της προσβαλλομένης κατασχετήριας έκθεσης και την δυνάμει αυτής ακολουθούμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και δη, δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε κατάσχεση επί της αξιογραφικής αξίας 9.000 ονομαστικών μετοχών, της πλήρους κυριότητός του, που διατηρεί στο μετοχικό κεφάλαιο της μη εισηγμένης στο Χρηματιστήριο εταιρείας με την επωνυμία «..... Ξενοδοχειακή Τουριστική Επενδυτική Ανώνυμη εταιρεία», κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, διότι δεν τηρήθηκε κατά την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης η προβλεπομένη για την κατάσχεση ονομαστικών εγχάρτων μετοχών, όπως οι επίδικες, διαδικασία κατασχέσεως κινητών πραγμάτων (ΚΠολΔ 953 επ.), αλλά ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής, κατά τα λεπτομερέστερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, επιχειρώντας δυνάμει της σχετικής παραγγελίας της καθ’ης, την είσπραξη της επιδικασθείσας απαίτησής του δυνάμει του αναφερόμενου τίτλου, σε βάρος του ανακόπτοντος, μετά τη δήλωση του τελευταίου ότι αδυνατεί να καταβάλει, επέβαλε σύμφωνα με την προσβαλλόμενη έκθεση, αναγκαστική κατάσχεση επί της αξιογραφικής αξίας των εννέα χιλιάδων ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «..... ξενοδοχειακή τουριστική επενδυτική Ανώνυμη εταιρεία»,που ανήκουν στον καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη και ήδη ανακόπτοντα και οι οποίες, αποτυπωμένες και βεβαιωμένες από το συστατικό καταστατικό και στην συνέχεια από την μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας, όπως προκύπτει από το αναφερόμενο στην έκθεση Πρακτικό της έκτακτης Γενικής συνέλευσης των μετόχων, που θεωρούνται απεγχαρτωμένες αξιογραφικώς «κατά τα περί αποϋλοποιήσεως μετοχών προβλεπόμενα και αναλογικώς εν προκειμένω εφαρμοζόμενα», κατά την έκθεση, δηλαδή 9.000 μετοχών τηςΑ.Ε. Ότι περαιτέρω, ενώ προβλέπεται από τις εφαρμοστέες διατάξεις της πολιτικής δικονομίας ότι αν το απαλλοτριωθέν κινητό δεν βρίσκεται στα χέρια του οφειλέτη αλλά του τρίτου, αν ο τρίτος είναι πρόθυμος να το αποδώσει τότε εφαρμόζεται κανονικά η διάταξη του άρθρου 953 ΚΠολΔ και η εκτέλεση στρέφεται μόνο κατά του οφειλέτη, ενώ αν ο τρίτος δεν είναι πρόθυμος να αποδώσει το απαλλοτριωθέν, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ήτοι τα άρθρα 982 επ. ΚΠολΔ, εν προκειμένω δεν ακολουθήθηκε ούτε αυτή η διαδικασία, αλλά η διαδικασία κατασχέσεως που περιγράφεται στην προσβαλλομένη έκθεση κατάσχεσης, η οποία είναι άκυρη και δεν επέφερε ως έννομο αποτέλεσμα την δέσμευση των εννέα χιλιάδων ονομαστικών μετοχών της πλήρους κυριότητας του ανακόπτοντος, στην ως άνω ανώνυμη εταιρίας, καθόσον ακολουθήθηκε η διαδικασία κατάσχεσης της αξιογραφικής τους αξίας, με αναλογική εφαρμογή των ισχυόντων επί κατασχέσεως αϋλων μετοχών, η οποία, όμως, δεν προβλέπεται ως προς ονομαστικές έγχαρτες μετοχές εταιρείας μη εισηγμένης στο Χρηματιστήριο και συνεπώς, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση των ονομαστικών μετοχών του ανακόπτοντος, οι οποίες έχουν χαρακτήρα ενσωμάτου κινητού πράγματος, με αποτέλεσμα επ’ αυτών να εφαρμόζονται οι σχετικές με την κατάσχεση κινητών διατάξεις, ήτοι ο επιμελητής πρέπει να προβεί σε αφαίρεσή τους, αφού χωρίς αυτήν δεν νοείται κατάσχεση κινητού πράγματος και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απεγχαρτωμένες αξιογραφικώς κατά τα περί αποϋλοποιήσεως ισχύοντα επί των μετοχών των εισηγμένων στο ΧΑΑ εταιρειών και κατ’ ακολουθίαν, κατάσχεση μόνης της αξιογραφικής αξίας τους δεν νοείται και δεν προβλέπεται από το κείμενο δίκαιο, αφού με τη διάταξη του άρθρου 39 επ. του ν. 2396/1996 που θέσπισε την αποϋλοποίηση μετοχών, ορίσθηκε ότι αποκλειστικά και μόνο για τις μετοχές των ελληνικών ανωνύμων εταιρειών, που εισάγονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, δεν εκδίδονται πλέον τίτλοι, αλλά οι μετοχές αυτές καταχωρίζονται στα αρχεία της ανώνυμης εταιρείας αποθετηρίων τίτλων και παρακολουθούνται με λογιστικές εγγραφές στα αρχεία αυτά.

Ο λόγος αυτός ανακοπής, ο οποίος βάλει κατά της εγκυρότητας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι ορισμένος και νόμιμος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, αποδεικνύεται δε αυτός και βάσιμος κατ'ουσίαν, ενόψει και όσων εκτίθενται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη. Ειδικότερα, εν προκειμένω, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση των διαδίκων αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ’αρ. .../19.10.2020 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας (μετοχών) της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου και Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Μ. Ε. Π. , που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα, την 19/10/2020, επιβλήθηκε κατάσχεση επί της αξιογραφικής αξίας 9.000 ονομαστικών μετοχών, της πλήρους κυριότητας του ανακόπτοντος, που διατηρεί στο μετοχικό κεφάλαιο της μη εισηγμένης στο Χρηματιστήριο εταιρείας με την επωνυμία «..... Ξενοδοχειακή Τουριστική Επενδυτική Ανώνυμη εταιρεία», η οποία εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, εκτιμηθείσης της αξιογραφικής αυτής αξίας στο ποσό των 30€ ανά μετοχή και συνολικώς στο ποσόν των 270.000€ για την αναγκαστική είσπραξη απαιτήσεως της καθ’ης η ανακοπή, ανερχομένης στο ποσό των 46.617,18€, με εκτελεστό τίτλο την 5.250/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πολιτικού Εφετείου Αθηνών. Στην προσβαλλόμενη έκθεση κατασχέσεως ειδικότερα, αναφέρεται: «Ήρθα στην οδό ... αρ.... Θεσσαλονίκη, στο ξενοδοχείο «.....» της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «..... Ξενοδοχειακή Τουριστική Επενδυτική Α.Ε.», εντός του οποίου βρίσκεται το γραφείο του μετόχου της και οφειλέτη Δ, Κ. του Γ., όπου βρήκαμε τον ίδιο και αφού του έκανα γνωστή την ιδιότητά μας και τον σκοπό της επίσκεψής μας, ζήτησα να λάβω το ποσόν των 46.617,18 ευρώ, αλλά αυτός μου δήλωσε αδυναμία καταβολής του ποσού αυτού. Στην συνέχεια., προχώρησα στην κατάσχεση επί της αξιογραφικής αξίας των εννέα χιλιάδων ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «..... ξενοδοχειακή τουριστική επενδυτική Ανώνυμη εταιρεία», που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, οδός ..... αρ. ...,που ανήκουν στον καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη Δ. Κ. του Γ. και οι οποίες, αποτυπωμένες και βεβαιωμένες από το συστατικό καταστατικό και στην συνέχεια από την μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας, όπως προκύπτει από το Πρακτικό της έκτακτης Γενικής συνέλευσης των μετόχων 28ης Νοεμβρίου 2019, που θεωρούνται απεγχαρτωμένες αξιογραφικώς κατά τα περί αποϋλοποιήσεως μετοχών προβλεπόμενα και αναλογικώς εν προκειμένω εφαρμοζόμενα, δηλαδή 9.000 μετοχών της Α.Ε. «..... ξενοδοχειακή τουριστική επενδυτική Ανώνυμη εταιρεία», που εκτιμήθηκαν αντί συνολικής αξίας 9.000 X 30 ευρώ εκάστη = 270.000 ευρώ. Τιμή πρώτης προσφοράς τα 2/3 της εκτίμησης, δηλαδή 180.000 ευρώ». Ήτοι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας μετοχών, για τη διενέργεια δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα, όπως τιτλοφορείται και ο οποίος ορίσθηκε αρχικώς για τις 26-52021, η ως άνω έχουσα τη σχετική εντολή από την καθ'ης η ανακοπή δικαστική επιμελήτρια, ευθύς μόλις ο καθ’ου η εκτέλεση ανακόπτων, δήλωσε αδυναμία καταβολής του ποσού των 46.617,18 ευρώ, προχώρησε άμεσα, κατά τη διάταξη των άρθρων 953 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται επί κατάσχεσης κινητών, στην κατάσχεση, όχι επί των ίδιων των μετοχών, αλλά «επί της αξιογραφικής αξίας των εννέα χιλιάδων ονομαστικών μετοχών της ως ανώνυμης εταιρείας», χωρίς να ακολουθηθεί, ωστόσο, ευλόγως, η διαδικασία της αφαίρεσής τους και της παράδοσής τους για φύλαξη σε μεσεγγυούχο, σύμφωνα με τα άρθρα 954 και 956 ΚΠολΔ, που ανήκαν στον ανακόπτοντα, τις οποίες, επειδή δεν ανηύρε (χωρίς να βεβαιώνεται καν μάλιστα στην έκθεσή του ότι προέβη στις σπαιτούμενες κατά το άρθρο 929 ΚΠολΔ έρευνες προς εντοπισμό των εγχαρτωμένων τίτλων μετοχών, οι οποίες και απέβησαν άκαρπες), θεώρησε αυτές απεγχαρτωμένες αξιογραφικώς «κατά τα περί αποϋλοποιήσεως μετοχών προβλεπόμενα και αναλογικώς εν προκειμένω εφαρμοζόμενα», όπως εκθέτει στην ίδια έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, και έτσι ενήργησε αναγκαστική κατάσχεση δυνάμει διαδικασίας η οποία, όμως, δεν προβλέπεται και όχι δυνάμει κάποιων εκ των προβλεπομένων ρητώς και περιοριστικώς από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη που προηγείται, διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που ρυθμίζουν την ακολουθούμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά περίπτωση, αναλόγως εάν πρόκειται για μετοχές ένυλες ή άυλες, ενώ η κατά τεκμήριο αποϋλοποίηση των μετοχών, δεν ερείδεται στο νόμο, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη, αφού τα σχετικά με την δυνητική αποϋλοποίηση των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο ονομαστικών πλέον, κατά τα ως άνω, μετοχών, προβλέπονται ρητώς από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 4-6 του Ν. 4518/2018 και εν προκειμένω, δεν συντρέχουν οι εξ αυτών προϋποθέσεις. Ειδικότερα, με βάση και την προσβαλλόμενη έκθεση, δεν βεβαιώνεται καν καταρχάς ότι προβλέφθηκε εν προκειμένω στο καταστατικό της ως άνω ανώνυμης εταιρίας ότι αυτή δεν υποχρεούται σε έκδοση μετοχών (ά. 40§§3,4 Ν. 4548/2018). Η ίδια η καθ’ης η ανακοπή, προς αντίκρουση του σχετικού πρώτου λόγου αυτής, εξάλλου, ισχυρίζεται με τις προτάσεις της ότι προκειμένου μία μη εισηγμένη στο χρηματιστήριο εταιρεία να εκδώσει άυλες μετοχές απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 5 του Ν. 4548/2018 να το προβλέπει ειδικά στο καταστατικό της, τηρώντας αυτές τις άυλες μετοχές της σε Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων, κάτι που εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι συμβαίνει και μάλιστα, όπως και η ίδια η καθ’ης συνομολογεί, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «..... Ξενοδοχειακή Τουριστική Επενδυτική Ανώνυμη εταιρεία» στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ο ανακόπτων έχει στην πλήρη κυριότητα του 9.000 ονομαστικές μετοχές, δεν περιλαμβάνει στο καταστατικό της ειδική πρόβλεψη για έκδοση ή μετατροπή των ήδη εκδοθεισών, όπως παραδέχεται, μετοχών της σε άυλες μετοχές, όπως προκύπτει από την τελευταία καταχωρημένη τροποποίηση του καταστατικού της στο διαδικτυακό τόπο δημοσιότητας εταιρικών στοιχείων www....gr με ημερομηνία λήψης απόφασης 28/11/2019 και ημερομηνία καταχώρισης 16/12/2019. Συγκεκριμένα στο παραπάνω καταστατικό, το οποίο προσκομίζει με επίκληση, όπως άλλωστε αναφέρει και η ίδια, στο άρθρο 5 και υπό τον τίτλο «Μετοχικό Κεφάλαιο Μετοχές» αναγράφεται επί λέξει ότι: «Με την από 28 Νοεμβρίου 2019 απόφαση της έκτακτης καθολικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, το μετοχικό κεφάλαιο μειώθηκε κατά εκατόν ενενήντα οκτώ χιλιάδες ευρώ, που θα καταβληθούν τοις μετρητοίς στους μετόχους της εταιρίας, με την διαγραφή έξι χιλιάδων εξακοσίων (6.600) ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας τριάντα (30,00) ευρώ εκάστης. Κατόπιν τούτων, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ανέρχεται πλέον σε διακόσιες εβδομήντα χιλιάδες (270.000,00) ευρώ, διαιρεμένο σε εννέα χιλιάδες (9.000) ονομαστικές μετοχές, αξίας εκάστης τριάντα (30,00) ευρώ», ενώ στο άρθρο 6 και υπό τον τίτλο «ΜΕΤΟΧΕΣ» προβλέπεται ότι: «Μετά την από 31/03/1998 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης οι μετοχές από ανώνυμες μετατρέπονται σε ονομαστικές και μη μεταβιβάσιμες επί μία δεκαετία». Επομένως, καταλήγει η καθ’ης η ανακοπή, οι μετοχές που διατηρεί ο ανακόπτων στο μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω ανώνυμης εταιρείας δεν είναι άυλες και επομένως για την κατάσχεση τους δεν προβλέπεται από τον νόμο η διαδικασία της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. όπως στην περίπτωση της κατάσχεσης άυλων κινητών αξιών. Ωστόσο, καταρχάς η παραδοχή της αυτή αντικρούει τον ίδιο το μέσο επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης που επικαλείται στην προσβαλλόμενη έκθεση, αφού σε αυτή αναφέρεται κατά τα ως άνω, ότι «θεωρούνται απεγχαρτωμένες αξιογραφικώς κατά τα περί αποϋλοποιήσεως μετοχών προβλεπόμενα και αναλογικώς εν προκειμένω εφαρμοζόμενα», διότι αν δεν είναι άυλες οι μετοχές, έπρεπε να ανευρεθούν για να κατασχεθούν τα σώματά τους κατά τα αρ. 954 παρ. 1 επ. ΚΠολΔ και πάντως, θα έπρεπε να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη, με βάση και τις ανωτέρω νομικές σκέψεις, διαδικασία, ενώ αν αυτές δεν είχαν πράγματι εκδοθεί, όπως ακολούθως ισχυρίζεται, συνάγοντας τούτο από το ότι ο ανακόπτων εμφανίζεται ως μοναδικός μέτοχος της εταιρίας, ο οποίος κατέθεσε τις μετοχές του, χωρίς να αναφέρεται ο χαρακτηριστικός μοναδικός αριθμός της κάθε μετοχής που κατέθεσε αυτός, αλλά αναφέρεται μόνο ο συνολικός αριθμός των κατατεθειμένων μετοχών, και πάλι στην περίπτωση αυτή, η ακολουθούμενη με βάση τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη και σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που εφαρμόζονται ευθέως και όχι αναλογικά, διαδικασία, είναι η κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔ επιβολή κατάσχεσης, η οποία δεν αφήνει περιθώριο εφαρμογής, αναλογικής μάλιστα, κατάσχεσής τους ως κινητών που ανευρέθηκαν στην κατοχή του ανακόπτοντος, και μάλιστα κατά τα περί αποϋλοποιήσεως μετοχών προβλεπόμενα. Τέλος, ακόμα και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι λόγω της μη έκδοσής τους, επήλθε αποϋλοποίησή αυτών κατά το άρθρο 40 παρ. 4 Ν. 4548/2018, και ειδικότερα, αναφορικά με την προβλεπόμενη στο νόμο «οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που δεν εκδίδονται μετοχικοί τίτλοι», στην οποία πάντως δεν εμπίπτει η προκειμένη περίπτωση (και δεδομένου ότι δεν υπάρχει σχετική καταστατική πρόβλεψη για την κατ’αρ. 40 παρ. 5 και 6 Ν. 4518/2018 αποϋλοποίησή τους, ούτε για την κατ’αρ. 40 παρ 4 του ίδιου νόμου, δυνατότητα αποκλεισμού από το καταστατικό ή περιορισμού της υποχρέωσης της εταιρείας να εκδίδει μετοχικούς τίτλους) και πάλι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η διαδικασία αναγκαστικής τους κατάσχεσης που θα έπρεπε να ακολουθηθεί είναι αυτή της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (βλ. και 983 παρ. 5 ΚΠολΔ), και ειδικότερα με κατάσχεση των άνυλων, σε αυτή την υποθετική περίπτωση (για την οποία δεν πρόκειται εν προκειμένω), μετοχών, εις χείρας της εταιρίας που τηρεί το σχετικό βιβλίο μετόχων. Εν κατακλείδι, εν προκειμένω, εφόσον έχουν κατά τα ως άνω εκδοθεί οι ονομαστικές ένυλες μετοχές, κατάσχεση κατ’αρ. 953 επ. ΚΠολΔ, με αφαίρεσή τους από την κατοχή του ανακόπτοντα ή του τρίτου που τις κατέχει και δεν αρνείται να τις παραδώσει, μπορεί να γίνει μόνο με τον εντοπισμό των μετοχών που έχουν εκδοθεί, κατά τα ανωτέρω, και την αφαίρεσή τους κατά τις διατάξεις των αρ. 954 επ. ΚΠολΔ. Ενόψει δε των ανωτέρω αναφερομένων διατάξεων και ιδίως του αρ. 40 του Ν. 4548/2018, που ρυθμίζει ρητώς τον τρόπο και τις προϋποθέσεις αποϋλοποίσής τους, κανένα έρεισμα στο νόμο δεν έχει η κατά τεκμήριο αποϋλοποίησή τους στην περίπτωση που δεν ανευρεθούν. Εφόσον όμως δεν έχουν εκδοθεί, θα πρέπει, με βάση όσα προεκτίθενται, και υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, να ζητηθεί η κατάσχεσή τους ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά τα άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, περιθώριο επιβολής κατάσχεσης με τον παραπάνω τρόπο που εν προκειμένω ακολουθήθηκε σύμφωνα με την προσβαλλόμενη έκθεση κατάσχεσης, θεωρουμένων των κατασχεθεισών μετοχών ως απεγχαρτωμένων αξιογραφικώς «κατά τα περί αποϋλοποιήσεως μετοχών προβλεπόμενα και αναλογικώς εν προκειμένω εφαρμοζόμενα», δεν υπάρχει και βεβαίως δεν στηρίζεται σπς διατάξεις του ισχύοντος Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σχετικά με τα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος ανακοπής, παρελκούσης της έρευνας του επικουρικώς προβαλλόμενου δεύτερου λόγου αυτής και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και η δυνάμει αυτής επιβληθείσα από την καθ' ης αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του ανακόπτοντος, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει στο σύνολό τους να συμψηφιστούν, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’αριθ. .../19.10.2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας (μετοχών) της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου και Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Μ. Ε. Π.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στις 11 Ιουλίου 2022

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη στις 11 Ιουλίου 2022.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]