ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ Β΄ ΤΡΙΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 94/2024
Αποτελούμενο από τα μέλη του: Χαράλαμπο Πέππα, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Γεώργιο Καθαράκη και Αλεξία Γοναλάκη (εισηγήτρια), Εφέτες Δ.Δ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στα Χανιά στις 8 Δεκεμβρίου 2022, ημέρα Πέμπτη και ώρα 11.00΄, με γραμματέα την Αικατερίνη Μπολιώτη, Δικαστική Υπάλληλο.
Για να δικάσει την έφεση με αριθμό κατάθεσης στο Δ.Π.Ηρ. ΕΦ …..2020 (ΑΒΕΜ …..2021).
Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία «…. Α.Ε.» και, ήδη, «... ….», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ….), που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Χρήστου Θεοδώρου, ο οποίος κατέθεσε την από 2.12.2022 δήλωση περί μη εμφάνισής του (άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.) και διορίστηκε με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε δια του Δικαστικού Πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δημητρίου Πετρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε την από 5.12.2022 δήλωση περί μη εμφάνισης και
Κατά της 561/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό πληρωμής …. ηλεκτρονικό παράβολο), η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, επιδιώκει, παραδεκτώς, την εξαφάνιση της 561/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Τμήμα Α΄), με την οποία απορρίφθηκε η από 9.5.2013 αγωγή της εταιρείας «…. Α.Ε.». Η εταιρεία αυτή, ενεργώντας καθ’ υποκατάσταση της ασφαλισμένης σε αυτήν ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... Bank Α.Ε.», ζητούσε με την αγωγή να υποχρεωθεί το, ήδη, εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει ως αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, νομιμοτόκως από την ημερομηνία καταβολής του ασφαλίστρου (9.11.2009 και 2.09.2009) ή άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, το συνολικό ποσό των 80.922,24 ευρώ, ήτοι 54.895,16 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη το Υποκατάστημα της Τράπεζας «... Bank» επί της οδού ... αρ. … και 26.027,08 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη το Υποκατάστημα της ίδιας Τράπεζας επί της Λεωφόρου ... αρ. …, Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην ασφαλιστική αποζημίωση που κατέβαλε η εκκαλούσα στην «... Bank Α.Ε.», προς κάλυψη των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν στα ανωτέρω Υποκαταστήματα, εξαιτίας παράνομων, κατά τους ισχυρισμούς της, παραλείψεων των καθηκόντων των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά τη διάρκεια επεισοδίων που έλαβαν χώρα στις 7, 8 και 21.12.2008 στην πόλη του Ηρακλείου, με αφορμή τον θανάσιμο τραυματισμό του ανήλικου μαθητή Α. Α.Γ. από ειδικό φρουρό της Ελληνικής Αστυνομίας, στις 6.12.2008, στην περιοχή των Εξαρχείων.
2. Επειδή, ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ - π.δ. 456/1984, ΦΕΚ Α΄ 164) στο άρθρο 105 ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. ... ». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 300/2020, 252/2020, 116/2019 κ.ά.). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 1370/2018, 1326/2017 κ.ά.). Περαιτέρω, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς αποζημίωση κατά τις ανωτέρω διατάξεις απαιτείται οι παραβιασθείσες διατάξεις να μην έχουν τεθεί αποκλειστικά και μόνο χάριν του γενικού συμφέροντος. Κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΣτΕ 877/2013 7μελούς, 473/2011 πρβ. ΑΠ 425/2006). Ζημία που προκαλείται από απρόοπτο, τυχαίο ή έκτακτο περιστατικό δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αποδιδόμενη στο εναγόμενο παράνομη πράξη ή παράλειψη (ΣτΕ2776/2016, 4410/2015 κ.ά.). Εξάλλου, κάθε γεγονός, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αιφνίδιο και απρόβλεπτο και δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας (ΣτΕ 2383/2018, πρβ. Ολ ΑΠ 342/1981, ΑΠ 171/2013), η οποία είναι αόριστη νομική έννοια (ΣτΕ 160/2020). Τούτου παρέπεται ότι στην αγωγή που στηρίζεται στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ η ανωτέρα βία αποτελεί απαλλακτικό από την αντικειμενική ευθύνη του Δημοσίου λόγο που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας και της ζημίας και όχι απαλλακτικό λόγο που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης ή παράλειψης των οργάνων του Δημοσίου (ΣτΕ 1964 – 1965/2021 7μ.).
3. Επειδή, στο άρθρο 8 του Ν. 2800/2000 (ΦΕΚ Α΄ 41) ορίζονται τα εξής: «1. Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφαλείας … , και έχει ως αποστολή: α. Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνόμευσης και τροχαίας. β. Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας. 2. ... 3. Η άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης περιλαμβάνει ιδίως: α. ... β. την τήρηση της τάξης στους δημόσιους χώρους και στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συναθροίσεις και την προστασία των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των πολιτών κατά τις εκδηλώσεις αυτές. ... 4. … 5. Η άσκηση της αστυνομίας δημόσιας ασφάλειας περιλαμβάνει ιδίως: α. Τη δίωξη των εγκλημάτων κατά της ζωής, της προσωπικής ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων. β. ... στ. Την επιτήρηση των τόπων όπου συχνάζουν οι ύποπτοι διάπραξης εγκλημάτων και τον έλεγχο των προσώπων αυτών. …». Στο άρθρο 9 του ίδιου νόμου ορίζονται τα εξής: «1. Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους. Για την εκτέλεση της αποστολής της εφοδιάζεται με τα αναγκαία μέσα και εξοπλισμό. Το αστυνομικό προσωπικό της έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς του κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους. 2. Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους. 3. Το προσωπικό του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα. 4. … ».
4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 93 του π.δ. 141/1991 (ΦΕΚ Α΄ 58) ορίζεται ότι: «1. Η Προληπτική ενέργεια αποτελεί το πρώτιστο καθήκον της Ελληνικής Αστυνομίας. Αποσκοπεί στην πρόληψη των αξιόποινων πράξεων και δυστυχημάτων και την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης, ευταξίας και απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών. 2. Η Κατασταλτική ενέργεια εκδηλώνεται σε περιπτώσεις τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης αξιόποινων πράξεων, είτε ως δικαστική προανάκριση είτε ως καταδιωκτική ενέργεια και αποσκοπεί στη ματαίωση των αξιοποίνων πράξεων ή τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών τους, την εξιχνίαση των τελουμένων εγκλημάτων, την ανακάλυψη και σύλληψη των δραστών και την ανεύρεση και κατάσχεση των πειστηρίων και των προϊόντων του εγκλήματος. 3. Η αποτελεσματικότητα τόσο της προληπτικής όσο και της κατασταλτικής ενέργειας δείχνει τις ικανότητες και την υπηρεσιακή απόδοση των αρμόδιων οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας». Στο άρθρο 129 του π.δ. 141/1991, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν το στοιχείο 1 της περ. α της παρ. 3 αυτού καταργηθεί με το άρθρο 12 του π.δ. 73/2020 (ΦΕΚ Α΄ 167), ορίζεται ότι: «1. Συνάθροιση θεωρείται η συγκέντρωση πολλών ατόμων για τον ίδιο σκοπό, μετά από προηγούμενη συνεννόηση, για τη λήψη απόφασης και κοινή ενέργεια. 2. Συγκέντρωση θεωρείται η μάλλον συμπτωματική και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση συρροή πολλών προσώπων στο ίδιο μέρος, για σκοπούς διαφορετικούς απ’ αυτούς της συνάθροισης, όπως είναι η ψυχαγωγία, η παρακολούθηση θρησκευτικών τελετών ή αθλητικών εκδηλώσεων, η εμπορία κ.λπ. 3. Οι συναθροίσεις διακρίνονται σε δημόσιες και ιδιωτικές. α. Δημόσιες είναι οι συναθροίσεις στις οποίες μπορεί να συμμετέχει ελεύθερα οποιοσδήποτε ή στις οποίες καλούνται να συμμετέχουν ορισμένες κατηγορίες προσώπων, χωρίς να προσκαλούνται ατομικά και διακρίνονται σε (1) Δημόσιες συναθροίσεις στο ύπαιθρο, όταν γίνονται σε ανοικτό και μη περιτοιχισμένο χώρο. (2) Δημόσιες συναθροίσεις σε κλειστό χώρο, ... 4. Οι συγκεντρώσεις, ανάλογα με το σκοπό για τον οποίο πραγματοποιούνται, διακρίνονται σε ψυχαγωγικές, θρησκευτικές, αθλητικές, επαγγελματικές κ.λπ.». Στην παρ. 3 του άρθρου 130 του ίδιου π.δ., πριν η παρ. αυτή καταργηθεί με το άρθρο 12 του π.δ. 73/2020, ορίζεται ότι: «Παράσταση της Αστυνομίας στις δημόσιες συναθροίσεις σε ανοικτό χώρο: Στις συναθροίσεις αυτές η Ελληνική Αστυνομία παρίσταται και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα τάξης, ασφάλειας και τροχαίας για την προστασία της συνάθροισης και των συναθροιζομένων από οποιαδήποτε προσβολή, την ανεμπόδιστη άσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα, την πρόληψη εκτροπής των συναθροιζομένων σε παράνομες πράξεις και την αποτροπή διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής, στο βαθμό που αυτή δεν είναι απαραίτητη για την πραγματοποίηση της συνάθροισης» και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου (130) του προεδρικού αυτού διατάγματος ορίζονται τα εξής: «Παράσταση της Αστυνομίας στις συγκεντρώσεις. Η Ελληνική Αστυνομία παρίσταται στις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος συγκεντρώσεις για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων τάξης, ασφάλειας και τροχαίας, ανεξάρτητα αν αυτές γίνονται στο ύπαιθρο ή σε κλειστό χώρο». Στο άρθρο 131 του ίδιου π.δ., όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν τροποποιηθεί με την προσθήκη νέας παρ. 2 και την αναρίθμηση της παρ. 2 σε παρ. 3 με το άρθρο 1 του π.δ. 120/2013 (ΦΕΚ Α΄ 164) και πριν οι παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού (131 του π.δ. 141/1991) καταργηθούν με το άρθρο 12 του π.δ. 73/2020, ορίζεται ότι: «1. Από τις συναθροίσεις, μπορεί να απαγορεύονται προληπτικά, με αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή ή Αστυνομικού Διευθυντή του νομού, μόνο οι υπαίθριες, γενικά μεν αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. 2. Η πραγματοποίηση συγκεντρώσεων δεν προστατεύεται από το Σύνταγμα και επομένως επιτρέπεται η απαγόρευσή τους από την Αστυνομία, τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για κάθε είδους συγκέντρωση». Στο άρθρο 132 του π.δ. 141/1991, πριν το άρθρο αυτό καταργηθεί με το άρθρο 12 του π.δ. 73/2020, ορίζεται ότι: «1. Από την Ελληνική Αστυνομία επιτρέπεται η διάλυση των συγκεντρώσεων και των παρανόμων συναθροίσεων. Παράνομες συναθροίσεις, μη προστατευόμενες από το Σύνταγμα, είναι: α. Οι υπαίθριες συναθροίσεις που έχουν απαγορευτεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου. β. Όλες οι δημόσιες συναθροίσεις, από τη στιγμή που παύουν να είναι ήσυχες και χωρίς όπλα και εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων. 2. Η διάλυση των συγκεντρώσεων και των παράνομων δημόσιων συναθροίσεων γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Κανονισμού διάλυσης δημόσιων συναθροίσεων». Στο άρθρο 133 του π.δ. 141/1991, πριν το άρθρο καταργηθεί με το άρθρο 12 του π.δ. 73/2020, ορίζεται ότι: «Η Χρήση των όπλων από τους αστυνομικούς γίνεται: α. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 29/30.4.43 “περί των περιπτώσεων καθ΄ ας επιτρέπεται η χρήσις των όπλων υπό της Δημοσίας Δυνάμεως”, εφόσον υπάρχει απόλυτη ανάγκη και αφού εξαντληθούν όλα τα ηπιότερα μέσα. β. Για τη διάλυση των παράνομων δημόσιων συναθροίσεων, σύμφωνα με τις διατυπώσεις του Κανονισμού διάλυσης δημόσιων συναθροίσεων. γ. Στις περιπτώσεις που συγχωρείται από τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για την άμυνα και την κατάσταση ανάγκης».
5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 4 του π.δ. 14/2001 (ΦΕΚ Α΄ 12), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν δηλαδή αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 2 του π.δ. 99/2009 (ΦΕΚ Α΄ 125) και την παρ. 5 του άρθρου 1 του π.δ. 26/2011 (ΦΕΚ Α΄ 75), ορίζονται τα εξής: «1. Η Διεύθυνση Γενικής Αστυνόμευσης διαρθρώνεται στα εξής Τμήματα: α. ... β. ... γ. 3ο Τμήμα Επιχειρήσεων ... 2. ... 3. ... 4. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Επιχειρήσεων είναι οι ακόλουθες: α. ... β. Η εκπόνηση σχεδίων και οδηγιών για τη λήψη μέτρων τάξης σε δημόσιες συγκεντρώσεις, συναθροίσεις, αθλητικές και λοιπές εκδηλώσεις και η καθοδήγηση των περιφερειακών Υπηρεσιών στην εφαρμογή τους. γ. Η εκπόνηση σχεδίων αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών που προκύπτουν από τη διατάραξη της δημόσιας τάξης. δ. Η παροχή κατευθύνσεων και οδηγιών για την εκπόνηση σχεδίων προστασίας και ασφάλειας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, των δημοσίων υπηρεσιών και των οργανισμών και επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. ε. Η καθοδήγηση των περιφερειακών Υπηρεσιών στην εκτέλεση επιχειρήσεων, λήψη μέτρων και εφαρμογή σχεδίων, καθώς και ο συντονισμός της δράσης τους, η παρακολούθηση της χρησιμοποιούμενης τακτικής σε κάθε συγκεκριμένο συμβάν που αφορά τις επιχειρήσεις, η εξαγωγή και αξιοποίηση συμπερασμάτων, καθώς και η μελέτη μεθόδων αστυνομικής τακτικής και πρακτικής και η διατύπωση υποδειγμάτων για τις επιχειρήσεις. στ. ... ζ. Η διαρκής λήψη και μετάδοση πληροφοριών για όλα τα συμβάντα αστυνομικού ενδιαφέροντος σε όλη την επικράτεια. Για το σκοπό αυτό στα πλαίσια του Τμήματος λειτουργεί κέντρο επιχειρήσεων το οποίο στελεχώνεται με ειδικά εκπαιδευμένο αστυνομικό προσωπικό της Διεύθυνσης Γενικής Αστυνόμευσης και έχει ως αποστολή: (1) Την ταχεία ενημέρωση της ηγεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλων αρμοδίων αρχών σε θέματα αστυνομίας ασφάλειας και τάξης, διοικητικής υποστήριξης και πολιτικής άμυνας και κάθε είδους εκτάκτων ή επειγόντων και σοβαρών γεγονότων ή συμβάντων, σύμφωνα με τα σχέδια ενεργειών που ισχύουν και τις ειδικότερες διατάξεις και οδηγίες που δίδονται. (2) Την παρακολούθηση των αστυνομικών επιχειρήσεων μεγάλης σπουδαιότητας και την άμεση ενημέρωση της ηγεσίας ... ». Στο άρθρο 9Β του ίδιου π.δ/τος, όπως αυτό προστέθηκε ως άρθρο 31Α με το άρθρο 2 του π.δ. 245/2005 (ΦΕΚ Α΄ 296) και αναριθμήθηκε σε άρθρο 9Β με το άρθρο 1 παρ. 3 του π.δ. 189/2006 (ΦΕΚ Α΄ 194), ορίζεται ότι: «1. Η Διεύθυνση Χειρισμού Κρίσεων έχει ως αποστολή τον επιτελικό σχεδιασμό, την οργάνωση και τη δοκιμασία του συστήματος χειρισμού κρίσιμων περιστατικών ... 2. ... 3. Η Διεύθυνση Χειρισμού Κρίσεων διαρθρώνεται στα εξής Τμήματα: α. ... γ. 3ο Τμήμα Ανάλυσης Πληροφοριών και Εκτίμησης Απειλών. δ. 4ο Τμήμα Σχεδιασμού Ασκήσεων. ... 6. Οι αρμοδιότητες του 3ου Τμήματος Ανάλυσης Πληροφοριών και Εκτίμησης Απειλών είναι οι ακόλουθες: α. Η παρακολούθηση και ανάλυση γεγονότων τα οποία μπορούν να προκαλέσουν κρίσεις στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, η εισήγηση λήψης μέτρων αντιμετώπισής τους και η έκδοση προς τούτο σχεδίου αναζήτησης πληροφοριών για την υποβοήθηση των αρμόδιων Υπηρεσιών του Σώματος. β. Η εκπόνηση και διαρκής ενημέρωση ειδικού Τεύχους Κινδύνων Εσωτερικής Ασφάλειας για γεγονότα ή μορφές εγκληματικής συμπεριφοράς που μπορεί να εξελιχθούν ή να προκαλέσουν κρίσεις ... γ. ... δ. ... ε. Η επεξεργασία, ανάλυση και αξιοποίηση πληροφοριακού και επιστημονικού υλικού και η εκπόνηση σχετικών μελετών, προτάσεων και εκτιμήσεων, αναφορικά με τα αίτια εκδήλωσης κρίσιμων περιστατικών και τις μεθόδους διαχείρισής τους. στ. ... 7. Οι αρμοδιότητες του 4ου τμήματος Σχεδιασμού Ασκήσεων είναι οι ακόλουθες: α. Η σχεδίαση ασκήσεων ετοιμότητας, διυπηρεσιακού ή διακλαδικού χαρακτήρα, τοπικής, περιφερειακής, εθνικής ή διεθνούς εμβέλειας, σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο, ...». Στην παρ. 1 του άρθρου 17 του ίδιου π.δ. 14/2001 ορίζεται ότι: «Η Διεύθυνση Πληροφορικής έχει ως αποστολή το σχεδιασμό μηχανογραφημένων πληροφοριακών συστημάτων, ... για την υποβοήθηση του έργου των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας».
6. Επειδή, οι προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2800/2000 και του π.δ. 141/1991,παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπουν, μεταξύ άλλων, και στην προστασία της περιουσίας των πολιτών (ΣτΕ 1964 – 1972/2021). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η προστασία της περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια που εκδηλώνονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε μορφής μαζικής κινητοποίησης κοινωνικών ομάδων αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, η εκπλήρωση της οποίας δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρειά τους. Επομένως, αν τα αστυνομικά όργανα παραλείψουν παντελώς να επέμβουν για να προστατεύσουν την περιουσία πολίτη, η οποία απειλείται υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η παράλειψή τους αυτή είναι παράνομη και, συνεπώς, συντρέχει η πρώτη απαιτούμενη για τη θεμελίωση αστικής ευθύνης του Δημοσίου προϋπόθεση της παρανομίας (του παρανόμου χαρακτήρα της ως άνω παράλειψης υλικής ενέργειας, ΣτΕ 952/2010, 1964 - 1972/2021 7μ.). Δεν νοείται δε στην περίπτωση αυτή υπέρβαση των άκρων ορίων ή κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των αστυνομικών οργάνων (ΣτΕ 307/2007), αφού, πάντως, τέτοια υπέρβαση των άκρων ορίων ή κακή άσκηση προϋποθέτει λογικά την άσκησή της. Διακριτική ευχέρεια διαθέτουν τα αστυνομικά όργανα μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσουν, δηλαδή ως προς την επιλογή του είδους των μέτρων που πρέπει να λάβουν προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσης, δυνάμενα κατόπιν εκτίμησης να επιλέξουν και να εφαρμόσουν το καταλληλότερο για τη συγκεκριμένη περίπτωση επιχειρησιακό σχέδιο. Τα όρια της ανωτέρω διακριτικής ευχέρειας τίθενται από τους κανόνες δικαίου που προβλέπουν την ευχέρεια αυτή και καθορίζουν το περιεχόμενό της, καθώς και από τις γενικές αρχές του δικαίου, ο δε τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας επιλέγεται από τα αστυνομικά όργανα κατόπιν εξειδίκευσης αόριστων αξιολογικών εννοιών, τόσο νομικών (π.χ. τα «αναγκαία μέτρα» του άρθρου 130 παρ. 3 και 4 του π.δ. 141/1991) όσο και τεχνικών (π.χ. τα «σχέδια προστασίας και ασφάλειας» του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 14/2001). Υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας συντρέχει αν τα αστυνομικά όργανα, καθ’ ον χρόνο επιχειρούν προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσής τους, λαμβάνουν μεν μέτρα για να προστατεύσουν την ιδιωτική περιουσία, τα μέτρα όμως αυτά δεν είναι τα αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Στην ειδικότερη δε περίπτωση κατά την οποία τα αστυνομικά όργανα, αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, δεν λαμβάνουν κανένα συγκεκριμένο μέτρο για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη, η επιλογή της αποχής τους από κάθε ενέργεια ειδικώς προς το σκοπό της προστασίας του ανωτέρω αγαθού συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειάς τους και για το λόγο αυτό είναι παράνομη (ΣτΕ1964-1972/2021 7μ ).
7. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, του Ν. 2800/2000 και των π.δ. 141/1991 και 14/2001 συνάγεται ότι το Δημόσιο απαλλάσσεται από την αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση αν η φθορά ή η καταστροφή της περιουσίας των πολιτών που προκαλείται κατά τη διάρκεια βίαιων επεισοδίων οφείλεται σε περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της ανωτέρας βίας, δηλαδή σε γεγονότα αιφνίδια (τυχηρά) και απρόβλεπτα στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα οποία δεν μπορεί να αποτραπούν με μέτρα και της πλέον εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης που επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ1049/2016, 952/2010, 2741/2007). Όπως δε προεκτέθηκε, η περίπτωση ανωτέρας βίας αποτελεί απαλλακτικό από την ευθύνη του Δημοσίου λόγο που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της ζημίας και όχι απαλλακτικό λόγο που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης ή της παράλειψης, όπως είναι η περίπτωση της κατάστασης ανάγκης κατά το άρθρο 285 του ΑΚ. Δεν συνιστούν ανωτέρα βία βίαια επεισόδια ιδιαιτέρως μεγάλης έντασης και έκτασης που κλιμακώνονται και εξαπλώνονται σταδιακά και λαμβάνουν χώρα σε πολλά σημεία ταυτοχρόνως, με συνέπεια τη διάσπαση των αστυνομικών δυνάμεων και κατ’ επέκταση τη μείωση της αποτελεσματικότητάς τους, αν αυτά τα επεισόδια μπορούσαν να προβλεφθούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και να τεθούν υπό έλεγχο εγκαίρως, πριν δηλαδή εξαπλωθούν και καταστούν ανεξέλεγκτα, με τη λήψη άμεσων, αναγκαίων και πρόσφορων μέτρων. Και τούτο, μάλιστα, ενόψει του υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης και οργάνωσης, της επαγγελματικής εξειδίκευσης καθώς και των υψηλών τεχνολογικών δυνατοτήτων και της υλικοτεχνικής υποδομής της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία τελούσα πάντα σε ετοιμότητα και εγρήγορση, αναμένεται αφενός μεν να συγκεντρώνει τις απαιτούμενες για την εκπλήρωση της αποστολής της πληροφορίες, να είναι εξοικειωμένη με τους διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες επιχειρησιακής εμπλοκής και να έχει καταστρώσει εκ των προτέρων σχέδια άμεσης δράσης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση όχι μόνο συνήθων, αλλά και ασυνήθων και έκτακτων περιπτώσεων, αφετέρου δε, να εφαρμόζει τα ανωτέρω σχέδια και κανόνες κατόπιν σαφών εντολών από την ηγεσία. Ειδικότερα, το στοιχείο της προβλεψιμότητας ως προς βίαια επεισόδια ιδιαιτέρως μεγάλης έκτασης και έντασης και ως προς τις αντίστοιχης έκτασης και βαρύτητας ζημιογόνες συνέπειές τους υφίσταται αν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδίως δε με βάση τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες, τα βίαια επεισόδια εν γένει, ως κοινωνικό φαινόμενο, αποτελούν συνήθη ή τουλάχιστον δεν αποτελούν ασυνήθη κατάσταση και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ή πληροφορίες για μαζική κινητοποίηση εξαγριωμένων ή αγανακτισμένων πολιτών ή κοινωνικών ομάδων μετά την επέλευση γεγονότος ικανού να δημιουργήσει οξεία αντίδραση και μεγάλη κοινωνική έκρηξη. Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η είδηση του θανάτου ανηλίκου στην περιοχή των Εξαρχείων από πυροβολισμό από αστυνομικό όργανο είναι λίαν πιθανό, έως και αναμενόμενο, να προκαλέσει εντονότατη κοινωνική αντίδραση, να οδηγήσει σε άμεση μαζική κινητοποίηση πολιτών στα αστικά κέντρα και συνακόλουθα να πυροδοτήσει ανά πάσα στιγμή κοινωνική έκρηξη. Περαιτέρω, το στοιχείο του αναπότρεπτου δεν υφίσταται, αν τα βίαια επεισόδια κλιμακώνονται σταδιακά, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η δυνατότητα στις αστυνομικές δυνάμεις να εμποδίσουν την εξάπλωση και την κορύφωση της έντασής τους με την έγκαιρη λήψη και ορθή εκτέλεση των ενδεδειγμένων στη συγκεκριμένη περίπτωση προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων στο πλαίσιο των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος, δεδομένης και της επιχειρησιακής ετοιμότητάς τους. Πολλώ μάλλον, δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας, όταν για το ίδιο γεγονός που πυροδότησε τη διαμαρτυρία έχουν ήδη λάβει χώρα βίαια περιστατικά μεγάλης έντασης και έκτασης καθώς και εκτεταμένες φθορές και καταστροφές είτε στην ίδια περιοχή, είτε σε άλλη, εφόσον και στην περίπτωση αυτή, ανά πάσα στιγμή μία τέτοια εξέλιξη είναι αναμενόμενη με μεγάλη πιθανότητα και άρα είναι δυνατόν να προβλεφθεί και να αποτραπεί με άμεση ενέργεια και λήψη όλων των ενδεδειγμένων μέτρων, λαμβανομένης υπόψη και της εξουσίας των αστυνομικών οργάνων να επιβάλλουν περιορισμούς στη διεξαγωγή συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων ή να διαλύουν συγκεντρώσεις ή συναθροίσεις, οι οποίες, ως εκ του ότι εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων, είναι παράνομες (ΣτΕ 1780/2022).
8. Επειδή, τέλος, με το άρθρο 33 παρ. 2 του ν. 2496/1997 ‘‘Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις’’ (ΦΕΚ 87 Α΄) καταργήθηκε το άρθρο 210 του Εμπορικού Νόμου (β.δ της 19.4-11.5.1835, ΦΕΚ 15 Α΄) και, πλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του νεότερου νομοθετήματος, εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι ο τρίτος υπόχρεος προς αποζημίωση έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε και κατά του ζημιωθέντος και, επομένως, η κατά του τρίτου αγωγή του ασφαλιστή θα πρέπει να έχει, κατά κανόνα, την ίδια βάση, όπως αν την αγωγή ασκούσε ο ίδιος ο ζημιωθείς (πρβλ. ΣτΕ 1048/2016, ΑΠ 763/2014, 1334/2013, 1088/2010). Για την πληρότητα αυτής της αγωγής ο ασφαλιστής αρκεί να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης και συγκεκριμένα: α) τη σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στο ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και γ) τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε και συγκεκριμένα να εξειδικεύονται οι επιμέρους δαπάνες κατά είδος, έκταση και ποσό, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (ΑΠ 763/2014).
9. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Μετά τον θάνατο του ανήλικου Α. Γ., που προκλήθηκε από πυροβολισμού ειδικού φρουρού της Ελληνικής Αστυνομίας, περίπου στις 21:00΄ στις 6.12.2008 (ημέρα Σάββατο), στην περιοχή των Εξαρχείων της Αθήνας, έλαβαν χώρα εκτεταμένα επεισόδια ιδιαίτερης έντασης, τα οποία ξεκίνησαν από την περιοχή των Εξαρχείων και σταδιακά, αφού έγινε γνωστό το περιστατικό από το Διαδίκτυο και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, επεκτάθηκαν σε πολλές πόλεις της Χώρας, μεταξύ αυτών, και στο Ηράκλειο. Ειδικότερα, στην πόλη του Ηρακλείου, στις 12:00 περίπου τα μεσάνυχτα, πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Λιονταριών και ακολούθησε πορεία στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, με διαδρομή Ίδης, Καλοκαιρινού, Αγίου Μηνά, Λεωφόρος 62 Μαρτύρων, Κύριλλου Λουκάρεως, πλατεία Κορνάρου, Αβέρωφ, πλατεία Ελευθερίας, Δικαιοσύνης, πλατεία Ελευθ. Βενιζέλου (Λιοντάρια), κατά τη διάρκεια της οποίας ομάδες ατόμων προέβησαν σε φθορές και εμπρησμούς σε κτίρια και οχήματα. Περίπου στις 04:30΄, τα ξημερώματα της 7.12.2008, άγνωστοι κουκουλοφόροι δράστες επιτέθηκαν με πέτρες σε τραπεζικά υποκαταστήματα, επί της οδού ..., προκαλώντας τους σοβαρές ζημιές σε τρεις τράπεζες. Οι συγκεντρώσεις και οι πορείες συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση και τις επόμενες ημέρες. Στις 8.12.2008 (ημέρα Δευτέρα) πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη συγκέντρωση – πορεία, με αφετηρία την πλατεία Λιονταριών και κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Δικαιοσύνης, η οποία πορεία αποτελούνταν από μαθητές, φοιτητές, αλλά είχαν παρεισφρήσει και άτομα του λεγόμενου «αναρχικού – αντιεξουσιαστικού χώρου», τα οποία προέβησαν σε «πετροπόλεμο» με την διμοιρία της Αστυνομίας που είχε παραταχθεί στην πλατεία Ελευθερίας. Ακολούθησε ρίψη χημικών από την Ελληνική Αστυνομία, βανδαλισμοί σε οχήματα, φθορές και επιθέσεις σε βάρος εμπορικών καταστημάτων και υποκαταστημάτων Τραπεζών. Περαιτέρω, στις 21.12.2008, περί ώρα 03:05΄, άγνωστοι δράστες, έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπά τους, επιτέθηκαν στο κατάστημα της Παγκρήτιας Τράπεζας, στη Λεωφόρο Παπαναστασίου αρ. 129, του οποίου έσπασαν τις τζαμαρίες και πέταξαν στο εσωτερικό του βόμβες μολότοφ, με αποτέλεσμα την πρόκληση πυρκαγιάς, ενώ, στη συνέχεια κατευθύνθηκαν στο υποκατάστημα της «... Bank Α.Ε.», στη Λεωφόρο ... (αρ. …), όπου,αφού προκάλεσαν φθορές στο εξωτερικό του, σπάζοντας του υαλοπίνακες της πρόσοψης, έριξαν βόμβες μολότοφ στο εσωτερικό του, προκαλώντας πυρκαγιά και υλικές ζημιές. Όμοια επίθεση, με εμπρησμό, δέχτηκε το ίδιο βράδυ και η Αντιπροσωπία αυτοκινήτων «... Α.Ε.», στη ….. Για τα προαναφερόμενα επεισόδια της 21.12.2008 σχηματίστηκε δικογραφία κατά αγνώστων δραστών, η οποία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου (βλ. σχετικά την υπ’ αριθμ. ...../15-δ/30.8.2009 αναφορά της Υ.Α. Ηρακλείου), ενώ, για τα επεισόδια που δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια συγκέντρωση που έλαβε χώρα στις 9.12.2008 συνελήφθησαν έντεκα (11) άτομα, σε βάρος των οποίων σχηματίστηκε δικογραφία, που, ομοίως, υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου. Επίσης, με διαταγή του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, συγκροτήθηκε επιτροπή, αποτελούμενη από δύο (2) Αξιωματικούς της Υ.Α. Ηρακλείου, με σκοπό την καταγραφή των ζημιών σε κτιριακές εγκαταστάσεις (μεταξύ αυτών και των επίδικων τραπεζικών υποκαταστημάτων) και οχήματα, που προκλήθηκαν κατά την διάρκεια των κινητοποιήσεων – διαμαρτυριών για το θάνατο του Α. Γ., από τις 7.12.2008 και μετά. Ενόψει των ανωτέρω, η «…. Α.Ε.», σε εκτέλεση του υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου (μεταξύ άλλων κινδύνων και κατά του κινδύνου πρόκλησης υλικών ζημιών από πυρκαγιά, κακόβουλες ενέργειες τρίτων κ.λπ.), διάρκειας ισχύος από 10.2.2008 έως 10.2.2009, που είχε συνάψει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «... Bank Α.Ε.» και αφορούσε και τα ένδικα Υποκαταστήματα, κατέβαλε στην ανωτέρω τράπεζα, ως ασφαλιστική αποζημίωση τα εξής ποσά: α) για το Υποκατάστημα της οδού ... αρ. .., το συνολικό ποσό των 56.895,16 ευρώ, για ζημιές στην οικοδομή, στον πάγιο κινητό εξοπλισμό και στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό και β) για το Υποκατάστημα της Λεωφόρου ... αρ. .., το συνολικό ποσό των 26.027,08 ευρώ, για αντίστοιχες ζημιές. Ακολούθως, η ίδια ως άνω «…. Α.Ε.», ενεργούσα καθ’ υποκατάσταση της «... Bank Α.Ε.», άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 9.5.2013 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει, ως αποζημίωση κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου105 του ΕισΝΑΚ, το συνολικό ποσό των 80.922,24(56.895,16 + 26.027,08) ευρώ, το οποίο είχε καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση στην πιο πάνω Τράπεζα. Με την αγωγή της, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα αστυνομικά όργανα παρέλειψαν παρανόμως να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της περιουσίας της ως άνω ασφαλισμένης της, όπως είχαν υποχρέωση από τον νόμο, κατά τη διάρκεια των επεισοδίων που προκλήθηκαν μετά τον θάνατο του Α. Γ..Και τούτο παρά το γεγονός ότι είχαν σαφείς ενδείξεις, ήδη από το ίδιο βράδυ της 6ης.12.2008, ότι το τραγικό αυτό συμβάν του θανάτου του ανηλίκου θα πυροδοτούσε βίαιες και έντονες αντιδράσεις, οι οποίες δεν είναι καθόλου άγνωστες στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Χώρας κατά την τελευταία δεκαετία. Ειδικότερα, η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίστηκε ότι οι αστυνομικές δυνάμεις ήταν ανεπαρκείς, ανοργάνωτες και ακολούθησαν αναποτελεσματικές τακτικές, δεδομένου ότι δεν ενήργησαν έγκαιρα και έτσι επέτρεψαν στους άγνωστους δράστες να κατευθυνθούν τόσο σε κεντρικούς δρόμους του Ηρακλείου και να καταστρέψουν και να λεηλατήσουν πλήθος καταστημάτων ανενόχλητοι, όσο και σε περιοχές πιο απομακρυσμένες από το κέντρο της πόλης, αφού οι τοπικές αστυνομικές δυνάμεις ήταν περιορισμένες στους χώρους εντός και πέριξ των αστυνομικών τμημάτων, αφήνοντας τις περιουσίες των πολιτών στο έλεος της καταστροφικής μανίας των «γνωστών – αγνώστων». Για την απόδειξη των ισχυρισμών της επικαλέστηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: 1) το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, 2) την υπ’ αριθμ. …..2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γραφείου εμπειρογνωμόνων ζημιών «…. Ε.Ε.» για τις ζημίες που προκλήθηκαν στο Υποκατάστημα της «... Bank A.E» που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. ..., στην οποία αναφέρονται ότι «… Κατά τα επεισόδια του Δεκεμβρίου 2008, άτομα που μετείχαν στις διαδηλώσεις και τις ταραχές που ακολούθησαν, έσπασαν κρύσταλλα στην πρόσοψη και έριξαν βόμβες μολότοφ στο εσωτερικό του καταστήματος. Πιο συγκεκριμένα, τις νυχτερινές ώρες της 6/7.12.2008 έγινε επίθεση και έσπασαν κρύσταλλα των όψεων, έπιπλα κ.λπ.. Από την Τράπεζα ειδοποιήθηκε αμέσως ο συνεργαζόμενος εργολάβος κ. Ε. ..., ο οποίος αποκατάστησε τις ζημιές για την άμεση επανέναρξη της λειτουργίας του καταστήματος. Τις νυχτερινές ώρες όμως της 8.12.2008 έγιναν νέα επεισόδια και βανδαλισμοί. Οι διαδηλωτές έριξαν βόμβες μολότοφ στο εσωτερικό του καταστήματος. Από τη φωτιά που αντιμετωπίστηκε σχετικά γρήγορα, προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές στο ισόγειο και σημαντική ρύπανση κυρίως από καπνούς στους ορόφους. Από τις υπηρεσίες της Τράπεζας ανατέθηκε στην εταιρεία …. Ε.Π.Ε. η αποκατάσταση των ζημιών. …», στη συνέχεια περιγράφονται λεπτομερώς οι ζημιές και το κόστος αποκατάστασής τους, στο οποίο εκτιμήθηκε στο συνολικό ποσό των 56.895,16 ευρώ, ενώ, ενσωματώνονται σε αυτήν και τα σχετικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια πώλησης, Δελτία Αποστολής κ.λπ.), 3) τον από 2.2.2009 Πίνακα Εργασιών της τεχνικής εταιρείας «…. Ε.Π.Ε.», συνολικής αξίας (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.) 21.420 ευρώ, στον οποίο εκτίθενται αναλυτικά οι επιμέρους εργασίες που απαιτήθηκαν για την αποκατάσταση των ζημιών από τις επιθέσεις της 21ης.12.2008 στο Υποκατάστημα επί της οδού …., το κόστος ανά μονάδα μέτρησης και συνολικά για κάθε εργασία και το συνολικό κόστος για όλες τις εν λόγω εργασίες, 4) την από 9.11.2009 απόδειξη πληρωμής αποζημίωσης, ύψους 54.895,16 ευρώ, σε οριστική εξόφληση της ζημίας που υπέστη το Υποκατάστημα επί της οδού ... αρ. …, 5) την από 2.9.2009 απόδειξη πληρωμής αποζημίωσης, ύψους 22.952,03 ευρώ, σε οριστική εξόφληση της ζημίας που υπέστη το Υποκατάστημα επί της οδού …., το οποίο ποσό υπολείπεται από το αποζημιωτέο ποσό των 26.027,08 ευρώ, καθώς συνυπολογίστηκε επιστροφή προκαταβολής ύψους 1.750 ευρώ από τη ζημία του Υποκαταστήματος Καρδίτσας, του οποίου το κόστος αποκατάστασης ήταν, τελικώς, μικρότερο του ποσού απαλλαγής των 1.000 ευρώ, και η επιστροφή ύψους 1.325,05 ευρώ από τη ζημία του Υποκαταστήματος Ρεθύμνου, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από 28.8.2009 επιστολή της ... Αστικά Ακίνητα και 6) τα τιμολόγια πώλησης και παροχής υπηρεσιών, για το κόστος αποκατάστασης των ζημιών και καθαρισμού του Υποκαταστήματος επί της οδού ….. Αντίθετα, το Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του μαθητή στην Αθήνα ήταν αιφνιδιαστικά, με ενέργειες βιαιότητας, βανδαλισμών και καταστροφών (κυρίως με την μορφή καταδρομικών ενεργειών) από ομάδες αγνώστων ατόμων, ενώ για την αντιμετώπιση των επεισοδίων έγινε χρήση όλων των διαθέσιμων αστυνομικών δυνάμεων και δεν υπήρξε ελλιπής αστυνόμευση, ούτε έλλειψη ετοιμότητας, ούτε εσφαλμένες ενέργειες των οργάνων του, η δε στάση των αστυνομικών οργάνων που επιλέχθηκε ήταν κατά βάση αμυντική, καθώς αποσκοπούσε στην αποκλιμάκωση της έντασης των επεισοδίων, με προτεραιότητα την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών, αλλά και των ίδιων των αστυνομικών, από τους οποίους, μάλιστα, τραυματίστηκαν αρκετοί (12 αστυνομικοί). Επίσης, ισχυρίστηκε επίσης ότι η Ελληνική Αστυνομία εξάντλησε όλα τα μέτρα προστασίας των στόχων και της περιουσίας των πολιτών και περαιτέρω, ότι δεν θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί επιπλέον μέτρα, καθόσον, σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω κινητοποιήσεις ήταν τέτοιες σε έκταση, ένταση, μαζικότητα και διάρκεια, που υπερέβαιναν τις όποιες προβλέψεις και έτσι, αποτελούσαν αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, υπό την έννοια της ανωτέρας βίας, με αποτέλεσμα να υφίσταται αδυναμία των δυνάμεων της Ελληνικής Αστυνομίας να βρίσκονται σε κάθε σημείο της πόλης. Περαιτέρω, προέβαλε ότι η Ελληνική Αστυνομία, με τον κατάλληλο προανακριτικό και αστυνομικό χειρισμό, συνέλαβε την περίοδο των ταραχών συνολικά έντεκα (11) άτομα σε βάρος των οποίων αποδόθηκαν κατηγορίες, καθώς και γονείς 5 ατόμων για παραμέληση εποπτείας ανηλίκων, ενώ, για το περιστατικό της 21.12.2008 σχηματίστηκε σχετική δικογραφία κατά άγνωστων δραστών. Τέλος, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι υφίστατο αποκλειστικό πταίσμα της ασφαλισμένης Τράπεζας ή αλλιώς συντρέχον πταίσμα σε ποσοστό 95%, διότι η Τράπεζα δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να διαφυλάξει την περιουσία της, καθώς θα μπορούσε να είχε τοποθετήσει ρολό ασφαλείας κλειστού τύπου κατά μήκος της πρόσοψης του Υποκαταστήματος, το οποίο θα εμπόδιζε οποιονδήποτε να καταστρέψει την πρόσοψη και το ΑΤΜ και να εισέλθει στο εσωτερικό της Τράπεζας προκαλώντας ζημιές.
10. Επειδή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του ότι, ενόψει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, οι αστυνομικές δυνάμεις έλαβαν τα απαραίτητα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα, (καθιέρωση εναλλακτικών και μεταβαλλόμενων δρομολογίων, κατά τις οποίες παρακολουθούσαν τις προγραμματισμένες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, συλλήψεις υπόπτων, υποβολή μηνυτήριων αναφορών με σκοπό τον σχηματισμό δικογραφίας κατά δραστών) και δεδομένου ότι οι επιθέσεις που έλαβαν χώρα τη νύχτα της 6ης προς 7ης Δεκεμβρίου 2008 αλλά και τη νύχτα της 8ης προς 9ης Δεκεμβρίου 2008 στο Υποκατάστημα της ασφαλισμένης Τράπεζας, που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. ..., δεν προκύπτει ότι έλαβαν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένων συγκεντρώσεων, αλλά αποτέλεσαν αιφνίδιες και απρόβλεπτες επιθέσεις άγνωστων δραστών, όπως και η επίθεση που έλαβε χώρα τα ξημερώματα της 21ης Δεκεμβρίου 2008 στο Υποκατάστημα επί της λεωφόρου ... αρ. ..., έκρινε ότι τα επίμαχα γεγονότα συνιστούσαν απρόβλεπτες και ασυνήθεις περιπτώσεις, που δεν θα μπορούσαν να προληφθούν ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας, αναγόμενα έτσι στην έννοια της ανωτέρας βίας και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή.
11. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη έφεση και το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά της, η εκκαλούσα ζητά να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κατά πλημμελή εκτίμηση των εισφερθέντων αποδεικτικών μέσων η εκκαλούμενη δέχθηκε ότι η μη αποτροπή από τα αστυνομικά όργανα των φθορών, ζημιών και καταστροφών που προκλήθηκαν στα Υποκαταστήματα της «... Bank A.E» στο Ηράκλειο οφειλόταν στον αιφνιδιαστικό χαρακτήρα των επιθέσεων, γεγονός που καθιστούσε ανέφικτη την αποτροπή τους ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας. Κατά τους ισχυρισμούς αυτούς, αν είχε εφαρμοσθεί σωστά ο νόμος και είχαν εκτιμηθεί ορθά τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, θα είχε γίνει δεκτό ότι τα αστυνομικά όργανα δεν ήταν δυνατόν να αιφνιδιάστηκαν από τις εξελίξεις, καθώς, όσον αφορά στην πρώτη συγκέντρωση – πορεία της 6η προς 7ης.12.2008, το σοβαρό περιστατικό του θανάσιμου τραυματισμού του ανήλικου μαθητή από ειδικό φρουρό, διαδόθηκε ταχύτατα μέσω του διαδικτύου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ήταν αναμενόμενη αφενός η εκδήλωση τέτοιων επεισοδίων, τα οποία, συνήθως, λαμβάνουν χώρο στο κέντρο της πόλης, αφετέρου η συμμετοχή στις διαμαρτυρίες ατόμων του λεγομένου αντιεξουσιαστικού – αναρχικού χώρου. Τα ίδια ισχύουν και ως προς τα επεισόδια της 8ης.12.2008, τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, έλαβαν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης συγκέντρωσης - πορείας διαμαρτυρίας, στις 18:00΄, με αφετηρία την πλατεία των Λιονταριών και δεδομένου ότι είχαν προηγηθεί τα βίαια γεγονότα και οι βανδαλισμοί τόσο στην πόλη του Ηρακλείου όσο και πανελλαδικά, οι Αστυνομικές Αρχές είχαν επαρκή χρόνο να προετοιμαστούν και να καταστρώσουν συγκεκριμένο επιχειρησιακό σχέδιο τόσο για την πρόληψη της επέκτασης των επεισοδίων όσο και για την καταστολή τους. Προβάλλει δε, ότι προσκομίζεται κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι τα αστυνομικά όργανα είχαν προβεί, στην προκείμενη περίπτωση, σε συγκεκριμένες ενέργειες για την αποτροπή των ζημιών ή ότι ο αριθμός των διαθέσιμων αστυνομικών οργάνων υπολειπόταν εμφανώς του απαιτούμενου προς αντιμετώπιση των έκνομων ενεργειών, τονίζοντας ότι, ειδικά, για τα γεγονότα της 21η.12.2008 εκλείπει παντελώς το στοιχείο του αιφνιδιασμού, αντίθετα, επιβεβαιώνεται η ανυπαρξία προετοιμασίας και σχεδιασμού εκ μέρους της Ελληνικής Αστυνομίας, που είχαν σαν συνέπεια τις σημαντικότατες φθορές στο συγκεκριμένο Υποκατάστημά της. Τέλος, το εφεσίβλητο, με το από 13.12.2002 κατατεθέν υπόμνημά του, ζητά την απόρριψη της έφεσης, επαναλαμβάνοντας ότι δεν στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, παρανομία των οργάνων του και προβάλλει ότι δεν προσκομίστηκαν τα νόμιμα παραστατικά που να αποδεικνύουν το πραγματικό κόστος της ζημίας που ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι υπέστη, ιδίως δε, δεν γίνεται με τρόπο αναλυτικό και συγκεκριμένο η περιγραφή και η εκτίμηση των ζημιών, ήτοι με παράθεση των διαστάσεων των αντικειμένων που υπέστησαν ζημία, της τιμής μονάδας του υλικού αντικατάστασής τους, καθώς και αναφορά στις ώρες εργασίας και στον αριθμό των τεχνιτών που απασχολήθηκαν για την αποκατάσταση των εν λόγω ζημιών.
12. Επειδή, τα βίαια επεισόδια και οι βανδαλισμοί που εκδηλώθηκαν αμέσως μετά την είδηση του θανάτου του ανήλικου Α. Γ. στην περιοχή των Εξαρχείων από πυροβολισμό αστυνομικού, κλιμακώθηκαν σύντομα και επεκτάθηκαν ταχύτατα, τόσο στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών όσο και σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και στο Ηράκλειο, με τη συνδρομή του διαδικτύου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Τα περιστατικά αυτά συνεχίστηκαν και κλιμακώθηκαν και τις επόμενες ημέρες, ήτοι μετά τις 6.12.2008, στο πλαίσιο προγραμματισμένων αλλά και αυθόρμητων, εκτάκτων συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας. Ήταν, πράγματι, μεγάλης έντασης και διάρκειας, όμως, δεν συνιστούσαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αιφνίδια και απρόβλεπτα γεγονότα. Και τούτο διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο θάνατος ανηλίκου από όπλο αστυνομικού είναι λίαν πιθανό και αναμενόμενο να πυροδοτήσει μεγάλης έντασης και έκτασης επεισόδια, η δε εκδήλωση ακραίων και βίαιων συμπεριφορών στο πλαίσιο συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων διαμαρτυρίας δεν αποτελεί ασύνηθες κοινωνικό φαινόμενο στη Χώρα μας. Συνεπώς, τα γεγονότα που έλαβαν χώρα συνεπεία του εν λόγω συμβάντος, μπορούσαν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προβλεφθούν και να τεθούν υπό έλεγχο εγκαίρως, δηλαδή πριν εξαπλωθούν και καταστούν ανεξέλεγκτα, με τη λήψη άμεσων, αναγκαίων και πρόσφορων μέτρων, ενόψει, μάλιστα, του υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης και οργάνωσης, της επαγγελματικής εξειδίκευσης, καθώς και των υψηλών τεχνολογικών δυνατοτήτων και της υλικοτεχνικής υποδομής της ΕΛ.ΑΣ., η οποία τελούσα πάντα σε ετοιμότητα και εγρήγορση, αναμένεται, αφενός μεν, να συγκεντρώνει τις απαιτούμενες για την εκπλήρωση της αποστολής της πληροφορίες, να είναι εξοικειωμένη με τους διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες επιχειρησιακής εμπλοκής και να έχει καταστρώσει εκ των προτέρων σχέδια άμεσης δράσης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση, όχι μόνο συνήθων, αλλά και ασυνήθων και έκτακτων περιπτώσεων, αφετέρου δε, να εφαρμόζει τα ανωτέρω σχέδια και κανόνες κατόπιν σαφών εντολών από την ηγεσία. Περαιτέρω, από τα στοιχεία που προσκόμισε πρωτοδίκως το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δεν προκύπτει αν τα αρμόδια προς τούτο όργανά του προέβησαν σε εκτίμηση και ανάλυση του κινδύνου, με βάση και τις πληροφορίες που είχαν την δυνατότητα να συγκεντρώσουν, κατά τις αμέσως επόμενες του θανατηφόρου περιστατικού ώρες και αν έθεσαν αμέσως και εγκαίρως σε εφαρμογή συγκεκριμένα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο, ήδη, καταστρωμένων επιχειρησιακών σχεδίων και με βάση τις εξουσίες που τους παρείχε ο νόμος (όπως π.χ. περιορισμούς στην κυκλοφορία προς το κέντρο του Ηρακλείου ή έκτακτες περιπολίες σε περιοχές που υπάρχουν σημαντικά πολιτικού, κοινωνικού ή πολιτικού χαρακτήρα κτίρια, όπως Υποκαταστήματα Τραπεζών, τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελούν κατ’ εξοχήν στόχους βίαιων επεισοδίων και βανδαλισμών), ώστε να αντιμετωπίσουν την έκρυθμη αυτή κατάσταση εν τη γενέσει της, προτού δηλαδή οργανωθεί και επεκταθεί σε πολλές και διαφορετικές οδούς της πόλης του Ηρακλείου και καταστεί ανεξέλεγκτη. Ειδικότερα δε, όσον αφορά στην επίθεση της 21.12.2008, η οποία έλαβε χώρα αρκετές ημέρες μετά τα πρώτα βίαια επεισόδια, και μάλιστα αφού είχε πληγεί, ήδη, δύο φορές η συγκεκριμένη Τράπεζα (...Bank Α.Ε.), δεν προκύπτει ότι, την κρίσιμη στιγμή, υπήρχαν στην περιοχή αστυνομικά όργανα ή ότι είχαν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα για την αστυνόμευση της περιοχής. Εξάλλου, όπως βεβαιώνεται από το ίδιο το Δημόσιο, δεν κατέστη δυνατή η ανακάλυψη των δραστών (των 8 – 10 ατόμων), που τέλεσαν τις εκτεταμένες φθορές, μεταξύ άλλων και στο επίδικο τραπεζικό Υποκατάστημα, αλλά σχηματίστηκε μόνο δικογραφία κατ’ αγνώστων δραστών, η οποία υποβλήθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι οι ζημιές και στα δύο Υποκαταστήματα της «...Bank Α.Ε.», ήταν απότοκες περιστατικών ανωτέρας βίας, τα οποία τα όργανα του Δημοσίου δεν μπορούσαν να προβλέψουν με οποιαδήποτε μέτρα και εάν ελάμβαναν, αλλά, αντίθετα, προκύπτει ότι οι ζημίες αυτές προκλήθηκαν για τον λόγο ότι τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν ανεπαρκή και αναποτελεσματικά, δεδομένου ότι δεν κατέστη εφικτό να ελεγχθεί η εκδήλωση των βιαιοπραγιών και συνακόλουθα να προστατευθούν οι ιδιοκτησίες των πολιτών, μεταξύ των οποίων και το επίμαχα τραπεζικά Υποκαταστήματα, τα οποία υπέστησαν μερικές καταστροφές από εμπρησμούς και φθορές. Η πλημμελής αυτή άσκηση των καθηκόντων των αστυνομικών οργάνων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή τις ζημίες που υπέστησαν τα εν λόγω Υποκαταστήματα (επί των οδών …), οι οποίες θα είχαν αποτραπεί, εάν δεν είχαν μεσολαβήσει οι προεκτεθείσες παράνομες παραλείψεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, απορριπτομένων των ισχυρισμών του εφεσίβλητου περί συντρέχοντος πταίσματος, ως αυσιτελώς προβαλλόμενων. Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, παρά τους ισχυρισμούς του περί του αντιθέτου εκ μέρους του τελευταίου. Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, για τον λόγο δε αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 98 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., κρατεί την υπόθεση και εκδικάζει την από 9.5.2013 αγωγή, κατ’ ουσίαν.
13. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α)την υπ’ αριθμ. …..2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γραφείου εμπειρογνωμόνων ζημιών «…. Ε.Ε.», με την οποία εκτιμώνται ότι οι ζημίες, που προκλήθηκαν στο Υποκατάστημα της «... Bank A.E» επί της οδού ….,ανέρχονται στο ποσό των 54.895,16 ευρώ, η οποία έκθεση ως απλή γνωμοδότηση του άρθρου 168 του Κ.Δ.Δ., αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο και εκτιμάται ελεύθερα (πρβλ. ΣτΕ 1446/2016), καθώς έχει συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο, πριν δηλαδή από την έγερση της κρινόμενης αγωγής, σε υλοποίηση όρου του οικείου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προκειμένου να καταβληθεί από αυτήν στην ως άνω ζημιωθείσα εταιρεία (...BankA.E.) το αναλογούν ασφάλισμα, β)ότι στην εν λόγω έκθεση -γνωμοδότηση επισυνάπτονται φωτογραφικές απεικονίσεις των προκληθέντων ζημιών, αλλά και τα αντίστοιχα φορολογικά παραστατικά τους, τα οποία προσκομίστηκαν και αυτοτελώς και γ) την από 9.11.2009 απόδειξη πληρωμής αποζημίωσης, από την οποία προκύπτει καταβολή ποσού54.895,16 ευρώ, σε οριστική εξόφληση των ζημιών που υπέστη το ανωτέρω Υποκατάστημα της ασφαλισμένης «... Bank A.E», το Δικαστήριο κρίνει ότι το ύψος της επελθούσας ζημίας της εκκαλούσας - ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας ανέρχεται στο ποσό των 54.895,16 ευρώ, όπως δηλαδή εκτιμήθηκε με την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το πόρισμα της οποίας ερείδεται σε αιτιολογημένη αξιολόγηση όλων των στοιχείων και ιδίως των σχετικών τιμολογίων πώλησης και παροχής υπηρεσιών, που περιέχουν όλα τα εκ του νόμου απαιτούμενα στοιχεία, απορριπτομένων ως αβασίμων όλων των αντίθετων ισχυρισμών του εναγόμενου - εφεσίβλητου. Περαιτέρω, όσον αφορά στο ύψος της ζημίας που προκλήθηκε στο Υποκατάστημα της ασφαλισμένης «... Bank A.E», επί της …., λαμβάνοντας υπόψη: α) τον από 2.2.2009 Πίνακα Εργασιών της τεχνικής εταιρείας «…. Ε.Π.Ε.», συνολικής αξίας (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.) 21.420 ευρώ, στον οποίο εκτίθενται αναλυτικά οι επιμέρους εργασίες που απαιτήθηκαν για την αποκατάσταση των ζημιών στο εν λόγω Υποκατάστημα, β) τα προσκομισθέντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και τιμολόγια πώλησης, που αφορούν σε πωλήσεις και παροχές υπηρεσιών στο Υποκατάστημα της …. (ενδεικτικά, το .../13.2.2009 Τ.Π.Υ της εταιρείας «…. Ε.Π.Ε.» ποσού, άνευ Φ.Π.Α., 18.000 ευρώ, το ..../31.12.2008 Τ.Π.Υ., αξίας, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 19%, 310,97 ευρώ και το .../31.12.2008 Τ.Π., αξίας, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 19%,205,73 ευρώ, αμφότερα της εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ελέγχου «…. Α.Ε.» κ.ά.) και γ) την από 2.9.2009 απόδειξη πληρωμής αποζημίωσης, ύψους 22.952,03 ευρώ, σε οριστική εξόφληση της ζημίας που υπέστη το Υποκατάστημα επί της …., το οποίο ποσό υπολείπεται, τελικώς, από το αποζημιωτέο ποσό των 26.027,08 ευρώ, καθώς συνυπολογίστηκε επιστροφή προκαταβολής ύψους 1.750 ευρώ από τη ζημία του Υποκαταστήματος Καρδίτσας, του οποίου το κόστος αποκατάστασης ήταν, τελικώς, μικρότερο του ποσού απαλλαγής των 1.000 ευρώ, και η επιστροφή ύψους 1.325,05 ευρώ από τη ζημία του Υποκαταστήματος Ρεθύμνου, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ύψος της ζημίας της ενάγουσας - εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας ανέρχεται στο ποσό των 22.952,03 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό που κατέβαλε, πράγματι, στην ασφαλισμένη σε αυτήν «... Bank A.E», κατ’ εφαρμογή σχετικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου τους, για τον εμπρησμό του τραπεζικού Υποκαταστήματος επί της Λεωφ. ...αρ. ... και όχι το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 26.027,08 ευρώ, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό λόγο αυτής. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα – εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία το συνολικό ποσό των 77.847,19 (54.895,16 + 22.952,03) ευρώ, νομιμοτόκως, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, στις 13.5.2013 (βλ. την από 13.5.2013 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ….).
14. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, εκδικαζομένης δε της από 9.5.2013 αγωγής, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο – εφεσίβλητο να καταβάλει στην ενάγουσα - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία το συνολικό ποσό των 77.847,19 (54.895,16 + 22.952,03) ευρώ, το οποίο αυτή κατέβαλε ως ασφαλιστική αποζημίωση στην ασφαλισμένη της, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «... Bank A.E», προς κάλυψη των ζημιών που υπέστησαν τα Υποκαταστήματα της τελευταίας επί της οδού …. και επί της …., στο Ηράκλειο, εξαιτίας των παράνομων παραλείψεων των αστυνομικών οργάνων να αντιμετωπίσουν τα επεισόδια που έλαβαν χώρα κατά την 6η προς 7η.12.2008, την 8η.12. 2008 και την 21η.12.2008, με αφορμή τον θανάσιμο τραυματισμό ανήλικου μαθητή από ειδικό φρουρό της ΕΛ.ΑΣ. στις 6.12.2008, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής (13.5.2013) μέχρι την εξόφληση (άρθρο 75 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.). Περαιτέρω, πρέπει το παράβολο που καταβλήθηκε για την έφεση να αποδοθεί στην εκκαλούσα εταιρεία (άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ.). Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, λόγω της εν μέρει ήττας και νίκης αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 561/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Τμήμα Α΄).
Δικάζει την από 9.5.2013 αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «... ….» το συνολικό ποσό των εβδομήντα επτά χιλιάδων, οχτακοσίων σαράντα επτά ευρώ και δεκαεννέα λεπτών (77.847,19), νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (στις 13.5.2013) και μέχρι την εξόφληση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα εταιρεία.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στα Χανιά στις 15 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΕΠΠΑΣ
Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΑΛΕΞΙΑ ΓΟΝΑΛΑΚΗ
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 29 Μαρτίου 2024 με συμμετοχή στη σύνθεση της Ευαγγελίας Αγγελή, Εφέτη ΔΔ, λόγω μετακίνησης της εισηγήτριας σε άλλο τμήμα του Δικαστηρίου (άρθρο 194 παρ. 2, 3 περ. β του Κ.Δ.Δ.).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΕΠΠΑΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΜΠΟΛΙΩΤΗ
Ακριβές αντίγραφο
Χανιά…………….
Η Γραμματέας