ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 974/2023
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Παντελεήμονα Ζήμνα, Πρωτόδικη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 11η Ιανουαρίου 2023, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...../2022 αίτηση μεταξύ :
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ : Α) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΦΟΙ ....... ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ» και διακριτικό τίτλο «....», που εδρεύει στην .... Θεσσαλονίκης, οδός ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., Β) Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..... Θεσσαλονίκης, οδός ..., με ΑΦΜ ..., Γ) Φ. Κ. του Ε., κατοίκου .... Θεσσαλονίκης, οδός ....., με ΑΦΜ ....., και Δ) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ...., με ΑΦΜ ...., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Α. Κολοκοτρώνη (Α.Μ. ΔΣ Θεσσαλονίκης ....).
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «..... HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και διακριτικό τίτλο «..... HELLAS Α.Ε.Δ.ΑΔ.Π», όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την προηγούμενη επωνυμία «..... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «.... Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.», που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων οδός .... αριθμός ...., (ΓΕΜΗ ......, Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης της σύστασης ..... , ΑΦ.Μ. .... ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία “.......” με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της X. Αγγελοπούλου (AM ΔΣ Θεσσαλονίκης ....)·
Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 25-10-2022 αίτησή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 16-11-2022, έλαβε αριθμό εκθέσεως κατάθεσης δικογράφου ...../2022 και προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ν. 3156/2003, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντας και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιοσδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως "ιδιωτική τοποθέτηση" θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. "Μεταβιβάζων”, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και "αποκτών" νομικό μόνο πρόσωπο ανώνυμη εταιρία με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και "τιτλοποιεί” τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα "ομολογίες" ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 1000.000,00 ευρώ η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου που η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του AK, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επτου ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (§ 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 τον ν. 2844/2000 (§ 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (§ 9)· αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003 ΦΕΚ Β' 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 ΦΕΚ B' 4944/09-11-2020- απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντας, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυση τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μία τέτοιας μεταβιβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί με έγγραφη σύμβαση, η οποία σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (§ 16), η διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, το οποίο στην περίπτωση που η εταιρεία ειδικού σκοπού (αποκτήσεως) δεν εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα. Ειδικότερα, για την ως άνω σύμβαση διαχειρίσεως, η οποία κατά τα εννοιολογικά της στοιχεία ταυτίζεται με τη σύμβαση εντολής (713 AK) και αντιπροσωπεύσεως (211 επ. ΑΚ), η παράγραφος 14 του ως άνω άρθρου 10, ορίζει τα ακόλουθα: "Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό Ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένο με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή". Από τα παραπάνω, είναι σαφές ότι η ως άνω εταιρεία διαχειρίσεως ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού (αποκτήσεως). Ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση κατά τους ορισμούς του ν. 3156/2003, δεν απονέμει στην εταιρεία διαχειρίσεως (με την οποία συμβάλλεται η εταιρεία αποκτήσεως) την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα χωρίς πανηγυρική) διατύπωση ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά του, όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 § 4 αυτού. Με άλλα λόγια δεν της απονέμει ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση. Ρυθμίζει απλά τους όρους και το πλαίσιο της εκτελέσεως εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες. Εξάλλου η ανάγκη αποσυμφορήσεως και απαλλαγής των ελληνικών συστημικών τραπεζών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια πελατών τους υπήρξε πιεστική, κι έτσι εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 4354/2015 (άρθρα 1-3) μία νέα, εντελώς διάφορη από την προηγούμενη, διαδικασία μεταβιβάσεως, αποκτήσεως και διαχειρίσεως μη εξυπηρετούμενων και αργότερα και εξυπηρετούμενων τραπεζικών δανείων και πιστώσεων. Ωστόσο, με το ν. 4904/2015 δεν καταργήθηκε η καθιερωθείσα με το ν. 3156/2003 δυνατότητα αποκτήσεως και διαχειρίσεως επιχειρηματικών δανείων κ.λ.π. με τιτλοποίηση. Εξακολούθησε και εξακολουθεί να ισχύει για τις μεταβιβάσεις απαιτήσεων που γίνονται με τους δικούς του όρους και διαδικασία. Μάλιστα, για να μην υπάρξει σύγχυση για τις εφαρμοζόμενες σε κάθε περίπτωση νομοθετικές ρυθμίσεις, ρητά ορίσθηκε στο άρθρο 1 § 1 περ. δ' του ν. 4954/2015 ότι "Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3106/2003 (Α' 157), ν. 1905/1990 (Α' 1411, 1665/1986 (Α' 194), 3606/2007 (Α' 195) και 4261/2014 (Α' 100)" (ΑΠ 909/2021 στην ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Περαιτέρω, με το Ν. 4354/2015 εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι "εταιρείες αποκτήσεως" (ΕΑΑΔΠ) και οι "εταιρείες διαχειρίσεως" απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων (ΕΑΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τραπέζης της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενο τους (1 § 1 στ. α', β’ 1 § ι στ. γ', 2 § 1Ν. 4354/2015 κ.α.). Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 στ. β' Ν. 4354/2015 συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πώλησης μπορούν να είναι μόνον πιστωτικά ιδρύματα ως πωλητές και μόνον ΕΑΑΔΠ ως αγοραστές. Αντίστοιχα στη σύμβαση διαχείρισης δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ και αφετέρου ΕΔΑΔΠ. Ειδικότερα, οι ΕΔΑΔΠ είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα και οφείλουν να λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ (παρ. ία). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (άρθρο 1 παρ. ία), οι οποίες μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Το άρθρο 2 §§ 1-3 Ν. 4354/2015 προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.ΔΛΛ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (2 § 1 Ν. 4354/2015 και 2 § 5 στ. δ' Ν. 4261/2014 σε συνδυασμό). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της. Αφενός εξουσιοδοτών μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ, ενώ διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ (1 § 1 στ. α' Ν. 4354/2015). Αντίστοιχα, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστωτικές συμβάσεις που ρυθμίζεται στο άρθρο 3 Ν. 4354/2015, μπορεί να γίνεται μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (ή αλλοδαπή ανάλογη εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 § ιβ, στ', ββ, και γγ' Ν. 4354/2015). Η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο (2 § 2 εδ. α' Ν. 4354/2015) και περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο περιεχόμενο τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ' αριθμ. .../25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013(γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης (ΑΠ 822/2022 ΤρΝομΠληρΝόμος).
Με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες ζητούν, κατ’ άρθρο 632 παρ.3 ΚΠολΔ, να ανασταλεί η εκτέλεση της με αριθμό .../2022 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου, έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας, κατ’ άρθρο 632 παρ.1 ΚΠολΔ, ανακοπής τους κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, επικαλούμενοι ότι η ανακοπή που έχει ασκηθεί θα ευδοκιμήσει, ενώ η εξακολούθηση της εκτέλεσης σε βάρος τους, κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, θα προκαλέσει σε αυτούς ανεπανόρθωτη βλάβη. Με αυτό το περιεχόμενο, η κρινόμενη αίτηση παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 682, 683 παρ.· 686 επ. ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, είναι δε νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 632 παρ,3 ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημά της περί αναστολής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής, καθόσον, κατά το άρθρο 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, τυχόν αναστολή της διαταγής πληρωμής ισχύει ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ασκηθείσας ανακοπής. Επομένως, κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη, η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από όσα ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο και με τα έγγραφα σημειώματά τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, σε συνδυασμό και με όλη γενικά τη διαδικασία, πιθανολογήθηκε ότι κατόπιν αιτήσεως της καθ’ ης εκδόθηκε από το Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου η με αριθμό .../2022 διαταγή πληρωμής, υποχρεώθηκαν δε οι αιτούντες να καταβάλλουν στην καθ’ ης το ποσό των 1.100.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Η εν λόγω διαταγή πληρωμής με πρώτο εκτελεστό απόγραφο και επιταγή προς πληρωμή (άρθρο 924 ΚΠολΔ), επιδόθηκε στους αιτούντες την 22η-2-2022 και 23η-2-2022. Από την επομένη της επιδόσεως, ήτοι από την 23η-12-2022 και 24η-2-2022, άρχισε να τρέχει η προθεσμία των 15 εργασίμων ημερών για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 παρ.1,2 ΚΠολΔ. Οι αιτούντες άσκησαν εμπροθέσμως, την 16η-3-2022, ήτοι την 15η και 14η εργάσιμη ημέρα αντίστοιχα (χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατο-Κύριακα και οι αργίες που εμφιλοχωρούν βλ. σχετ. ΑΠ 1179/2001 ΤρΝομΠληρΝόμος) την από 16-3-2022, ανακοπή του άρθρου 632 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ. την ......./16-3-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Η. Τ.). Ταυτοχρόνως άσκησαν και την κρινόμενη αίτηση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση της ως άνω διαταγής πληρωμής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής, αφενός διότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της, αφετέρου διότι με την εκτέλεση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής οι ίδιοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη.
Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής, οι αιτούντες ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη διότι η καθ’ ης δεν είχε την ενεργητική νομιμοποίηση, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων και εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου κάι αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «.......», να αιτηθεί την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, εφόσον η επίδικη απαίτηση δεν μεταβιβάστηκε με το ν. 4354/2015» αλλά με το ν. 3156/2003, και, ως εκ τούτου, δεν είναι δικαιούχος της ένδικης απαίτησης, δικαιούχος δε είναι, νομιμοποιούμενος να ενάγει Και ενάγεται, όσον αφορά την ένδικη απαίτηση, η αντιπροσωπευόμενη εταιρεία εκδοχέας της απαίτησης. Ο ως άνω πρόσθετος λόγος της ανακοπής πιθανολογείται ότι είναι νόμω βάσιμος, ερειδόμενος στις παρατιθέμενες στην νομική σκέψη διατάξεις, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 904, 919 και 925 ΚΠολΔ και, επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αναφορικά με το ζήτημα της νομιμοποίησης των διαχειριστριών εταιρειών να ασκούν διαδικαστικές πράξεις, όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων δεν πραγματοποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, αλλά του ν. 3156/2003, εξεδόθη η με αριθμό 1873/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι ένεκα διάστασης στη νομολογία και καθόσον δημιουργείται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας, να παραπεμφθεί η υπόθεση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατά τα άρθρα 27 παρ.2β ν. 4938/2022 και 563 παρ.1,2β του ΚΠολΔ, προκειμένου να κριθεί, αν κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ν. 4354/2015 και ν. 3156/2003 οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ·4 του νόμου αυτού, έχοντας και τη δυνατότητα άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων, μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω ν. 4354/2015 ή, αντιθέτως, διαθέτουν την ως άνω νομιμοποίηση ανεξάρτητα από το ειδικό νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο συντελείται, εκάστοτε, η μεταβίβαση των διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή όχι μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών στις εν λόγω εταιρίες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, αλλά και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η αντίστοιχη ανάθεση της διαχείρισης γίνεται με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του ν. 3156/2003. Ωστόσο, δεν κρίνεται σκόπιμη η αναβολή έκδοσης απόφασης επί της κρινόμενης ανακοπής, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, ένεκα υφιστάμενου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στους διαδίκους, λαμβανομένου υπόψη ότι δυνάμει των προσβαλλόμενων πράξεων επισπεύδεται πλειστηριασμός στις 1 Φεβρουαρίου 2023. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός της ανακοπής πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος, καθώς πιθανολογήθηκε ότι κατόπιν αίτησης της η καθ’ ης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «.... Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», εκδόθηκε η με αριθμό ..../2022 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου, σε βάρος των αιτούντων, επικαλούμενη (η καθ’ ης), για τη δικαιολόγηση του έννομου συμφέροντός της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «.......», ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος Εταιρία», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003. Ειδικότερα, η καθ’ ης εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της εταιρείας «.......», από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 21-7-2020 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου .../22-7-2020, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τράπεζα .... Εταιρία», που εδρεύει στην Αθήνα, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην εταιρεία «.......», ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην καθ’ ης εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.16,14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 21-7-2020 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου .../22-7-2020. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της εταιρείας «.......» σε βάρος των καθ’ ων, που απορρέουν από τη με αριθμό ..../2002 σύμβαση πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής. Ωστόσο, η καθ’ ης εταιρεία δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά ως αιτών στην αίτηση έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προπαρατιθέμενη νομική σκέψη, η μόνη νομιμοποιούμενη να ασκήσει την αίτηση αυτή είναι η εταιρεία «.......», ως δικαιούχος της ένδικης απαίτησης. Αντίθετα, σύμφωνα με τις ίδιες αιτιολογίες, η καθ' ης εταιρία διαχείρισης δεν δύναται να επιδιώξει την εκπλήρωση της ένδικης απαίτησης στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας που κατέστη δικαιούχος της απαίτησης με εκχώρηση, αφού ο ν. 3156/2003 δεν απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 παρ·4 αυτού. Ειδικότερα, με την παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 4354/2015 ιδρύεται μία κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση, βάσει της οποίας οι ΕΔΑΠΔ νομιμοποιούνται να ενεργούν διαδικαστικές πράξεις αντί του δικαιούχου της απαίτησης, δηλαδή των ΕΑΑΔΠ, που μετά την κατ’ άρθρο 3 ν.4354/2015 κτήση των δανειακών απαιτήσεων με εκχώρηση από την αντίστοιχη (εκχωρήτρια) Τράπεζα καθίστανται ειδικοί διάδοχοι της Τράπεζας. Η ανάθεση της διαχείρισης στην, επιλεγόμενη από την ΕΑΑΔΠ, εταιρεία ΕΔΑΠΔ θα γίνει με σύμβαση κατά τους όρους του άρθρου 2 παρ.1-3 ν. 4354/2015· Πηγή της νομιμοποιήσεώς της ΕΔΑΠΔ είναι η προαναφερόμενη συγκεκριμένη, ειδική, νομοθετική ρύθμιση, η οποία “απονέμει" στις εν λόγω εταιρίες την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου με πανηγυρική διατύπωση. Αντιστοίχως, από την παράγραφο 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, καθίσταται σαφές ότι οι προβλεπόμενες εκεί εταιρείες ενεργούν πράξεις διαχειρίσεως ως αντιπρόσωποι και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού (αποκτήσεως), χωρίς, όμως, να απονέμεται σε αυτές η ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα χωρίς πανηγυρική διατύπωση ώστε, ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, να μπορούν να ασκούν αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενες έννομη προστασία στο όνομά τους. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 δεν απονέμει στις προαναφερόμενες εταιρίες διαχειρίσεως ενεργητική κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ένδικες αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις παρά μόνο ρυθμίζουν τους όρους και το πλαίσιο της εκτελέσεως εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες. Τέλος, οι διατάξεις του ν. 4354/2015 για την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση (ως μη δικαιούχων διαδίκων) των εταιρειών διαχείρισης δανείων δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικός και επί των εταιρειών διαχείρισης του ν. 3165/2003, διότι η εταιρεία διαχείρισης του άρθρου 10 ν. 3156/2003 αναλαμβάνει με σύμβαση εντολής τη διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων χωρίς, όπως προειπώθηκε, να έχει ορισθεί εκ του νόμου μη δικαιούχος, κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενος, διάδικος και επομένως δεν νομιμοποιείται να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της εντολέως της εταιρείας, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να καθιδρύσει κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση. Πρόκειται για διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που εξακολουθούν και ισχύουν παράλληλα για τις μεταβιβάσεις απαιτήσεων που γίνονται με τους δικούς του όρους και διαδικασία. Με το ν. 4354/2015 δεν καταργήθηκε η καθιερωθείσα με το ν. 3156/2003 δυνατότητα αποκτήσεως και διαχειρίσεως επιχειρηματικών δανείων κ.λ.π. με τιτλοποίηση αλλά συνεχίζει ισχύουσα παράλληλα με το δικό της όμως νομοθετικό πλαίσιο.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον πιθανολογείται η τυπική και ουσιαστική ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον από τους λόγους της ασκηθείσας ανακοπής και επιπλέον πιθανολογείται ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στους αιτούντες, πρέπει η ένδικη αίτηση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να ανασταλεί η εκτέλεση της με αριθμό ..../2022 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας από 16-3-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ......./2022 ανακοπής που οι αιτούντες έχουν ασκήσει κατά της καθ’ ης, κατ’ άρθρο 632 παρ.1 ΚΠολΔ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αιτούντες στη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης η αίτηση (άρθρο 84 παρ. 2 εδ.β,γ ν. 4194/2013 Κώδικα Δικηγόρων), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της ..../2022 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας από 16-3-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ε/2022 ανακοπής που οι αιτούντες έχουν ασκήσει κατά της καθ’ ης, κατ’ άρθρο 632 παρ.1 ΚΠολΔ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αιτούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η αίτηση, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 23-01-2023, παρουσία της Γραμματέως Σοφίας Μεταξά.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]