ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ ΙΙ

ΑΠΟΦΑΣΗ 983/2016

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2015 με την ακόλουθη σύνθεση: Χρυσούλα Καραμαδούκη, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος (εισηγήτρια), Ασημίνα Σαντοριναίου και Αγγελική Μυλωνά, Σύμβουλοι, Αικατερίνη Μποκώρου και Ευαγγελία Πασπάτη, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ιωάννης Κάρκαλης, που αναπληρώνει νόμιμα τον κωλυόμενο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας.

Γραμματέας: Γεώργιος Σαλαπάτας, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για να δικάσει την από 13.3.2013 (με αριθμ. βιβλ. Δικογρ. ...) έφεση του ..., o οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Σοφού (Α.Μ./Δ.Σ.Α. .....),

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη και

κατά της ........../2.1.2012 πράξης της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα,

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο και

Αποφάσισε τα εξής:

Ι. Με την κρινόμενη έφεση ο εκκαλών, επιδιώκοντας να του κανονισθεί μηνιαία σύνταξη από 1.6.2011, ζητεί την ακύρωση της ........../2.1.2012 πράξης της …. Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία απορρίφθηκε η σχετική αίτησή του, με την αιτιολογία ότι δεν δικαιούται σύνταξη άμεσα πληρωτέα, διότι «δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 3 του ν. 2084/1992, ήτοι 25ετής πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 65ο έτος της ηλικίας του». Με την έφεση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως συμπροσβαλλόμενη και η εκδοθείσα πριν την άσκηση της έφεσης και αναφερόμενη στο υπό κρίση δικόγραφο ..../23.4.2012 πράξη της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, με την οποία κανονίσθηκε στον εκκαλούντα μηνιαία σύνταξη, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 7 του ν. 2084/1992, πληρωτέα από 19.4.2012, ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του, όπως η τελευταία αυτή τροποποιήθηκε με την ..../23.10.2012 όμοια, με την οποία αυξήθηκε από την ίδια ως άνω ημερομηνία η σύνταξή του κατόπιν προσμέτρησης στη συνολική συντάξιμη υπηρεσία του και του από έτη 1-11-18 χρόνου υπηρεσίας του στις τάξεις του στρατού (άρθρο 63 παρ. 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το ν. 2717/1999, Α΄ 97, σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, Α΄ 304, όπως αντικαταστάθηκε από 4.7.2006 με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006, Α΄ 135, βλ. και ΙΙ Τμ. Ελ. Συν. 5007/2015). Η κρινόμενη έφεση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. τα ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου ...., ..., ..... Σειράς Α΄), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180), με την οποία η προθεσμία για την προσβολή των πράξεων κανονισμού σύνταξης περιορίσθηκε από ετήσια σε εξάμηνη, τέθηκε σε ισχύ από 10.4.2012 (βλ. απόφαση Υπουργού Οικονομικών 38101/0092/22.3.2012, Β΄ 1106/10.4.2012), ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης εν προκειμένω πράξης (ΙΙ Τμ. Ελ. Συν. 3744/2014). Πρέπει δε, ως εκ τούτου, να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω κατά τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.

II. Με το άρθρο 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζει ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», καθιερώνεται όχι μόνο η ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, αλλά και η ίση μεταχείριση αυτών εκ μέρους του νομοθέτη. Έτσι δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, ο οποίος, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, υποχρεούται να μη μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική μεταχείρισή τους δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος στον έλεγχο των δικαστηρίων. Περαιτέρω, με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» και η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου γενικής αρχής της ισότητας στον τομέα της κοινωνικής θέσης και της νομικής αντιμετώπισης των σχέσεων των δύο φύλων, αφενός μεν απαγορεύεται η δημιουργία άνισων καταστάσεων και η διαφοροποίηση του περιεχομένου των επί μέρους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των πολιτών, τόσο μεταξύ τους, όσο και έναντι της πολιτείας, βάσει της διαφοράς του φύλου, αφετέρου δε επιβάλλεται η παροχή ίσων δυνατοτήτων και ευκαιριών και στα δύο φύλα για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και την ελεύθερη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ζωή του τόπου (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος). Άλλωστε, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 116 του ισχύοντος αναθεωρημένου Συντάγματος δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, ενώ το Κράτος υποχρεούται να μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών. Από αυτά παρέπεται ότι κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η ευνοϊκότερη μεταχείριση της γυναίκας, εφόσον όμως τούτο επιβάλλεται από λόγους που ανάγονται είτε στην ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας της, ιδίως σε θέματα μητρότητας, γάμου και οικογένειας (άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος), είτε σε καθαρά βιολογικές διαφορές που επιβάλλουν τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων ή τη διάφορη μεταχείριση ενόψει του αντικειμένου της ρυθμιζόμενης σχέσης, πάντοτε όμως εντός των ακραίων ορίων, πέρα από τα οποία η σχετική ρύθμιση αντίκειται στο κοινό περί δικαίου αίσθημα. Τέλος, εάν θεσπιστεί με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση ή εάν δεν υφίστανται ουσιώδεις μεταξύ των δύο κατηγοριών διαφορές, που δικαιολογούν την ευμενή υπέρ της μίας εξ αυτών μεταχείριση, η διάταξη αυτή είναι κατά το μέρος που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση (βλ. Ολ. Ελ. Συν. 977/2000, 645/2005, 448α/2007, 44/2009, 3126/2009, 3434/2009). Μάλιστα δε η ομοιόμορφη μεταχείριση των δύο φύλων στο ειδικότερο ζήτημα των προϋποθέσεων (χρονικών και ηλικιακών) θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος επιβάλλεται στον εθνικό νομοθέτη και από τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 141 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας στις αμοιβές ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας, εμπίπτει δε στο πεδίο εφαρμογής του και το συνταξιοδοτικό σύστημα που καθιερώνεται με τον Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, δοθέντος ότι η σύνταξη που χορηγείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα αυτού είναι «αμοιβή» κατά την έννοια του προαναφερόμενου άρθρου της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού αυτή χορηγείται στον εργαζόμενο, πολιτικό ή στρατιωτικό υπάλληλο, λόγω της σχέσης εργασίας που τον συνδέει με τον εργοδότη του, ήτοι το Δημόσιο. Επομένως, κατά το άρθρο 141 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύεται κάθε διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την αμοιβή τους, άρα και τη σύνταξή τους. Η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και τον καθορισμό διαφορετικών προϋποθέσεων, ανάλογα με το φύλο, ως προς την ηλικία ή τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας για τη χορήγηση συντάξεων σε δημοσίους πολιτικούς ή στρατιωτικούς υπαλλήλους που τελούν σε απολύτως όμοιες ή παρόμοιες καταστάσεις. Πάντως, κατά την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, η αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην εργασία και τις αμοιβές δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν θετικά μέτρα για το φύλο που βρίσκεται σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση, αρκεί αυτά να αποβλέπουν στο να το διευκολύνουν να συνεχίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα ή στο να αντισταθμίσουν τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζει στην επαγγελματική του σταδιοδρομία, και όχι να το θέτουν σε ευνοϊκότερη θέση έναντι του άλλου φύλου με τη θέσπιση μειωμένων (χρονικών ή ηλικιακών) προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή του. Τέλος, σε περίπτωση που η εθνική νομοθεσία και εν προκειμένω ο Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων μεταχειρίζεται δυσμενώς το ένα φύλο έναντι του άλλου και για όσο χρονικό διάστημα διατηρείται η δυσμενής αυτή μεταχείριση, το άρθρο 141 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης, την επέκταση και στην κατηγορία που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση των πλεονεκτημάτων που απολαύει η άλλη κατηγορία (βλ. Δ.Ε.Ε. C-559/07, της 26ης Μαρτίου 2009, Επιτροπή Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά Ελληνικής Δημοκρατίας).

ΙΙΙ. Το άρθρο 1 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 1041/1979, Α΄ 292, π.δ. 166/2000, Α΄ 153, και ήδη π.δ. 169/2007, Α΄ 210) ορίζει στο πρώτο εδάφιο της περ. α΄ ότι «1. Ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος που λαμβάνει κάθε μήνα μισθό από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους δικαιούται σε ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο: α) Αν απομακρυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο από την υπηρεσία και έχει εικοσιπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία» και στο δεύτερο εδάφιο της περ. α΄, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165) και πριν την κατάργησή του, από 1.1.2011, με το άρθρο 6 παρ. 1 α΄ του ν. 3865/2010 (Α΄ 120/21.7.2010), ότι «Για τις μητέρες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν προσληφθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1982 και είναι χήρες με άγαμα παιδιά ή διαζευγμένες με άγαμα παιδιά ή άγαμες μητέρες με άγαμα παιδιά, καθώς και για γυναίκες που είναι έγγαμες, αρκεί η συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 και για όσες συμπληρώνουν τη δεκαπενταετία από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά προστίθεται ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση δέκα επτά (17) ετών και έξι (6) μηνών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 56 του ίδιου ως άνω Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της, από 1.1.2011, με το άρθρο 6 παρ. 2 α΄ και β΄ του ν. 3865/2010, ορίζεται ότι «1. Για την καταβολή της σύνταξης των υπαλλήλων, που υπάγονται στην συνταξιοδοτική προστασία του Δημοσίου, θεσπίζεται ηλικία συνταξιοδότησης, η οποία ορίζεται ως εξής: α) Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μέχρι 31η Δεκεμβρίου 1997 το τεσσαρακοστό δεύτερο (42ο) έτος της ηλικίας τους συμπληρωμένο, προκειμένου για μητέρες που έχουν ανήλικα ή σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανα παιδιά κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, ή για γυναίκες με ανίκανο σύζυγο κατά ποσοστό εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, το πεντηκοστό τρίτο (53ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τις λοιπές γυναίκες και το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες. Το κατά το προηγούμενο εδάφιο τεσσαρακοστό δεύτερο (42ο) έτος της ηλικίας των γυναικών με ανήλικα ή ανίκανα παιδιά ή ανίκανο σύζυγο αυξάνεται από 1ης Ιανουαρίου 1993 κατά ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας του τεσσαρακοστού τέταρτου (44ου) έτους και έξι (6) μηνών, η δε υπάλληλος θα ακολουθεί το όριο ηλικίας που ισχύει κατά το χρόνο που συμπληρώνει δεκαπενταετή πλήρη συντάξιμη υπηρεσία. Η ηλικία συνταξιοδότησης, που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης αυτής, ισχύει και για τις γυναίκες του δεύτερου εδαφίου της περίπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 εφόσον συμπληρώνουν δεκαπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1997. β) Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1ης Ιανουαρίου 1998 και μετά, καθώς και για όσους προσλαμβάνονται στο Δημόσιο από 1ης Ιανουαρίου 1983 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1992, το πεντηκοστό (50ό) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο για τις μητέρες που έχουν ανήλικα ή σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανα παιδιά κατά ποσοστό 50% και άνω ή για γυναίκες με ανίκανο σύζυγο κατά ποσοστό 67% και άνω, το πεντηκοστό όγδοο (58ο) έτος συμπληρωμένο για τις λοιπές γυναίκες και το εξηκοστό (60ό) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες. …». Εξάλλου, η παρ. 11 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010 προβλέπει ότι «Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 9 του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτές θα έχουν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2010, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, όπως αυτές ισχύουν κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 10. Για τα πρόσωπα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν όσα προβλέπονται από τις αντικαθιστώμενες ή καταργούμενες διατάξεις, κατά περίπτωση, τόσο για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης όσο και για τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, καθώς και για τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξής τους. …». Με τις προαναφερθείσες συνταξιοδοτικές διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2084/1992 και πριν την κατάργησή του από 1.1.2011 με το άρθρο 6 παρ. 1 α΄ του ν. 3865/2010, εισήχθη ευνοϊκότερη μεταχείριση των γυναικών υπαλλήλων, που έχουν προσληφθεί μέχρι και τις 31.12.1982 και είναι χήρες ή διαζευγμένες ή άγαμες μητέρες με άγαμα παιδιά ή και απλώς έγγαμες γυναίκες (με ή χωρίς παιδιά), ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής τους, αφού αυτές θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με τη συμπλήρωση 15ετούς μόνο πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 και έως δέκα επτά (17) ετών και έξι (6) μηνών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας για εκείνες που τη συμπληρώνουν από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά. Το ευμενέστερο όμως αυτό για τις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς πρέπει να τύχει εφαρμογής και για τους άνδρες δημοσίους υπαλλήλους, εφόσον θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μέχρι 31.12.2010 (βλ. παρ. 11 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010). Τούτο δε διότι οι λόγοι θέσπισής του, δηλαδή η προστασία της οικογένειας και των παιδιών σε περίπτωση χηρείας κ.λπ. (όχι δε και της μητρότητας, δοθέντος ότι η αναγραφή στη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2084/1992 της λέξης "μητέρες" αντί για τη λέξη "γυναίκες", που αναγραφόταν στην αντικατασταθείσα από αυτή προηγούμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1976/1991, δεν διαφοροποιεί ουσιαστικώς την έννοια της εν λόγω διάταξης, αφού και οι γυναίκες με άγαμα παιδιά είναι μητέρες, ενώ η επέκταση με την ίδια ως άνω διάταξη του ευνοϊκού αυτού καθεστώτος και στις έγγαμες απλώς γυναίκες με ή χωρίς παιδιά, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό της ηλικίας των παιδιών, ώστε να δικαιολογείται η μεταξύ ανδρών και γυναικών διάκριση για λόγους προστασίας της μητρότητας), δεν επιτρέπουν τη θέσπιση διαφορετικής μεταχείρισης των δύο φύλων, εφόσον και οι δύο γονείς έχουν τις αυτές υποχρεώσεις και βάρη στο πλαίσιο της ανατροφής των τέκνων τους και της ενότητας της οικογένειας (βλ. Ολομ. Ελ. Συν. 977/2000, 3126/2009, ΙΙ Τμ. Ελ. Συν. 2232/1997, 1035/2006). Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 56 παρ. 1 α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε προ της αντικατάστασής του από 1.1.2011 με το άρθρο 6 παρ. 2 α΄ του ν. 3865/2010, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι για τους άνδρες υπαλλήλους που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31.12.1997, θεσπίζεται ως ηλικία συνταξιοδότησης το 55ο έτος της ηλικίας τους. Αντίθετα, για τις γυναίκες υπαλλήλους, που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31.12.1997, ο συνταξιοδοτικός νομοθέτης επιφυλάσσει ευνοϊκότερη μεταχείριση και ειδικότερα αφενός μεν για τις μητέρες υπαλλήλους που έχουν ανήλικα ή ανίκανα τέκνα ή ανίκανο σύζυγο θεσπίζει ως όριο ηλικίας το 42ο έτος της ηλικίας τους, αυξανόμενο από την 1.1.1993 και μετά, κατά ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας του 44ου έτους και 6 μηνών, αφετέρου δε για τις λοιπές γυναίκες το 53ο έτος της ηλικίας τους. Η διαφορετική αυτή συνταξιοδοτική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών και μάλιστα τόσο αυτών που τελούν σε ειδικές συνθήκες (μητέρες με ανήλικα ή ανίκανα παιδιά ή γυναίκες με ανίκανο σύζυγο), όσο και των λοιπών που δεν τελούν σε τέτοιες συνθήκες συνιστά δυσμενή διάκριση των πρώτων έναντι των δεύτερων με μόνο κριτήριο το φύλο τους, που δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή από λόγους που ανάγονται στην ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας των γυναικών σε θέματα μητρότητας, γάμου και οικογένειας ή σε καθαρά βιολογικές διαφορές που επιβάλλουν τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων υπέρ αυτών. Και τούτο διότι κατά το μέρος που με τις συνταξιοδοτικές αυτές ρυθμίσεις σκοπείται η προστασία της οικογένειας και των παιδιών δεν επιτρέπεται η διαφορετική μεταχείριση των δύο φύλων, δοθέντος ότι και οι δύο γονείς έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια βάρη στο πλαίσιο της ανατροφής των τέκνων τους, αλλά και της λειτουργίας και της ενότητας της οικογένειας. Η θέσπιση, άλλωστε, διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδότησης με βάση το φύλο ούτε από καθαρά βιολογικές διαφορές μεταξύ τους δικαιολογείται, αφού δεν συναρτάται με διαφορετικό προσδόκιμο ζωής, ούτε θετικό μέτρο συνιστά για την προώθηση της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων και την άρση τυχόν υφιστάμενων ανισοτήτων σε βάρος των γυναικών, αφού με τον τρόπο αυτό δεν διευκολύνονται οι γυναίκες στη συνέχιση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ούτε αποκαθίστανται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτές στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία, αλλά απλώς τίθενται σε ευνοϊκότερη θέση έναντι του άλλου φύλου με το να μπορούν να συνταξιοδοτηθούν σε μικρότερη ηλικία σε σχέση με τους άνδρες. Επομένως, οι ως άνω συνταξιοδοτικές διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται μικρότερο όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση των γυναικών, αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της ισότητας και πρέπει, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, να τύχουν εφαρμογής και στους άνδρες υπαλλήλους (βλ. Ολομ. Ελ. Συν. 3434/2009, 44/2009). Οι ίδιες διατάξεις είναι όμως αντίθετες και στο άρθρο 141 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συνέπεια να πρέπει, για λόγους τήρησης των επιταγών του άρθρου αυτού για την ίση μεταχείριση των δύο φύλων για όσο χρονικό διάστημα διατηρείται σε ισχύ η δυσμενής αυτή διάκριση σε βάρος των ανδρών, ως δικαιολογούμενη κατά την αντίληψη του εθνικού νομοθέτη από κοινωνικούς λόγους, να επεκταθούν και στους άνδρες υπαλλήλους οι ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν για τις γυναίκες (βλ. ΙΙ Τμ. Ελ. Συν. 2033/2009, 827/2010, 2828/2011, 4993, 2040/2013, 3744, 3748/2014). Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ασημίνα Σαντοριναίου, η οποία διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη : Οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α΄ εδάφιο δεύτερο και 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρόνο, κατά το μέρος που, κατά παρέκκλιση των γενικών κανόνων που ισχύουν για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους ως προς τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου υπηρεσίας και ενός ηλικιακού ορίου για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, θεσπίζουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις (χρονικές και ηλικιακές) για τη συνταξιοδότηση των γυναικών υπαλλήλων και ειδικότερα για μεν τις έγγαμες υπαλλήλους τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, για δε τις γυναίκες υπαλλήλους με ανήλικα τέκνα ως όριο ηλικίας συνταξιοδότησης το 42ο έτος της ηλικίας τους, με μόνο κριτήριο την ιδιότητα της έγγαμης υπαλλήλου ή της μητέρας ανήλικου τέκνου, αντίστοιχα, χωρίς τούτο να συνιστά θετικό μέτρο υπέρ των γυναικών για την εξομοίωσή τους με τους άνδρες στον κοινωνικό και οικονομικό τομέα ή αντιστάθμισμα στα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία, αφού η πλεονεκτική μεταχείρισή τους αφορά, εν προκειμένω, στις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής τους, και όχι στην παροχή ωφελημάτων ή διευκολύνσεων κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού τους βίου με σκοπό την ακώλυτη υπηρεσιακή εξέλιξή τους, εισάγουν αδικαιολόγητη διάκριση, λόγω φύλου, υπέρ των γυναικών, που αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος). Ως τέτοια δε η εν λόγω εξαίρεση δεν συνάδει ούτε με το άρθρο 116 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε με το άρθρο 141 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν μπορεί, συνακόλουθα, να τύχει επεκτατικής εφαρμογής και στην περίπτωση ανδρών δημοσίων υπαλλήλων που τελούν υπό όμοιες συνθήκες. Άλλωστε, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι επίμαχες συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις για τις γυναίκες υπαλλήλους συνιστούν δικαιολογημένη, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος, εξαίρεση υπέρ των γυναικών, ενόψει της εκ φύσεως διαφορετικότητας των δύο φύλων ή ενόψει της λιγότερο ευνοϊκής θέσης των γυναικών στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, η εξαιρετική (ευνοϊκή) αυτή μεταχείριση, επιτασσόμενη εκ των ανωτέρω λόγων, λειτουργεί μόνο υπέρ αυτών και δεν μπορεί να λειτουργήσει και υπέρ του άλλου φύλου, για το οποίο δεν συντρέχουν οι λόγοι αυτοί (βλ. και μειοψηφία σε Ολ. Ελ. Συν. 1807/2014). Πλην όμως η γνώμη αυτή δεν κράτησε.

IV. Στην υπό κρίση υπόθεση από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών, πρώην υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών (ΠΕ Εφοριακών), ο οποίος γεννήθηκε στις 19.4.1947, αποχώρησε από την υπηρεσία το έτος 1994, κατόπιν παραίτησης. Με την από 30.5.2011 αίτησή του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ζήτησε τον κανονισμό σε αυτόν σύνταξης από 1.6.2011 (βλ. και το με αριθμ. πρωτ. .........../24.6.2011 διαβιβαστικό έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού Δ.Ο.Υ. του Υπουργείου Οικονομικών). Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με την ........./2.1.2012 πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι δεν δικαιούται σύνταξη άμεσα πληρωτέα, διότι «δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 3 του ν. 2084/1992, ήτοι 25ετής πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 65ο έτος της ηλικίας του». Με την πράξη αυτή, με την οποία υπολογίσθηκε η συνολική συντάξιμη υπηρεσία του σε έτη 17-6-13, αφού συνυπολογίσθηκαν οι υπηρεσίες του εκκαλούντος – βασικές (ως τακτικού στο Υπουργείο Οικονομικών από 27.3.1979 έως 26.9.1994) και προσμετρητέες (ως τακτικού σε Ν.Π.Δ.Δ. από 7.3.1977 έως 19.3.1979), επισημαίνεται περαιτέρω ότι ο ήδη εκκαλών δεν μπορεί να δικαιωθεί σύνταξης ούτε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 7 του ν. 2084/1992, αφού αυτός, αν και έχει συμπληρώσει την κατ’ ελάχιστον απαιτούμενη για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος 15ετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, ωστόσο δεν έχει συμπληρώσει το οριζόμενο από την ως άνω διάταξη ηλικιακό όριο των 65 ετών για την καταβολή της σύνταξης, διατηρώντας όμως το δικαίωμά του «να επανέλθει με νεότερη αίτησή του για κανονισμό σύνταξης, μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του». Ακολούθως, η ίδια ως άνω 42η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την ..../23.4.2012 πράξη της, κανόνισε στον εκκαλούντα, με βάση την από έτη 17-6-13 συνολική συντάξιμη υπηρεσία του, μηνιαία σύνταξη, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 7 του ν. 2084/1992, πληρωτέα από 19.4.2012, ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του, ενώ, με την .../23.10.2012 όμοια πράξη, αυξήθηκε από την ίδια ως άνω ημερομηνία η μηνιαία σύνταξή του με βάση συνολική συντάξιμη υπηρεσία από έτη 19-6-1, λόγω προσμέτρησης και του από έτη 1-11-18 χρόνου υπηρεσίας του στις τάξεις του Στρατού (βλ. και την ..../2012 πράξη της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, με την οποία αναγνωρίσθηκε ως συντάξιμος ο από έτη 1-11-18 χρόνος που διανύθηκε από 26.4.1971 έως 13.4.1973 και ορίσθηκε το σε βάρος του ποσό της εισφοράς, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 4, 17 και 20 του ν. 2084/1992). Ήδη, με την κρινόμενη έφεση, ο εκκαλών, επιδιώκοντας να του κανονισθεί μηνιαία σύνταξη από 1.6.2011, αιτείται την ακύρωση της ως άνω ......../2.1.2012 απορριπτικής πράξης, καθώς και της κατά τα άνω (βλ. σκέψη υπό στοιχείο Ι) θεωρούμενης ως συμπροσβαλλόμενης ......../23.4.2012 πράξης της ιδίας ως άνω Διεύθυνσης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ......../23.12.2012 όμοια, κατά το μέρος που η κανονισθείσα με την τελευταία αυτή σύνταξη δεν ανέτρεξε στην ως άνω ημερομηνία (1.6.2011). Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, εφόσον ο εκκαλών, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία το έτος 1994, είχε μέχρι 31.12.1992 συμπληρώσει 15 έτη συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας και ήταν πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, τα οποία γεννήθηκαν στις 12.7.1979 και στις 12.10.1980 αντίστοιχα (βλ. το με αριθμ. πρωτ. ...../12.5.2011 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ........), είχε δε υπερβεί, ως γεννηθείς στις 19.4.1947, κατά την ίδια ημερομηνία (31.12.1992) το 42ο έτος της ηλικίας του, είχε θεμελιώσει, σύμφωνα με την πλειοψηφούσα άποψη, δικαίωμα σύνταξης μέχρι 31.12.2010, κατ’ επεκτατική εφαρμογή, με βάση την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α΄ δεύτερο εδάφιο και 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν από το ν. 3865/2010 (βλ. παρ. 11 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010), και δικαιούται, συνεπώς, μηνιαίας σύνταξης από 1.6.2011, όπως ο ίδιος αιτείται. Και τούτο, διότι οι ρυθμίσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος με τη συμπλήρωση μέχρι 31.12.1992 αφενός μεν δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, την οποία απαιτούσε το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ δεύτερο εδάφιο του Συνταξιοδοτικού Κώδικα για τις έγγαμες, μεταξύ άλλων, γυναίκες, αφετέρου δε του 42ου έτους ηλικίας, που όριζε το άρθρο 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε προ της αντικατάστασής του από 1.1.2011 με το άρθρο 6 παρ. 2 α΄ του ν. 3865/2010, ως όριο ηλικίας για την καταβολή της σύνταξης στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους, που είναι μητέρες με ανήλικα τέκνα, πρέπει για λόγους αποκατάστασης της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων να τύχουν εφαρμογής και στους άνδρες υπαλλήλους που τελούν στην ίδια κατάσταση. Συνεπώς, έσφαλε η συνταξιοδοτική διοίκηση, υπάγοντας τον εκκαλούντα στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 7 του ν. 2084/1992 και μη εφαρμόζοντας στην περίπτωσή του τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α΄ δεύτερο εδάφιο και 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, να γίνει δεκτή η έφεση, να ακυρωθεί η .........../2.1.2012 απορριπτική πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, καθώς και η θεωρούμενη ως συμπροσβαλλόμενη (βλ. σκέψη υπό στοιχείο Ι) ......./23.4.2012 πράξη της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ........./23.12.2012 όμοια, κατά το μέρος που με την τελευταία κανονίσθηκε σύνταξη στον εκκαλούντα, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 7 του ν. 2084/1992, πληρωτέα από 19.4.2012, ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στην ήδη αρμόδια Διεύθυνση Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων του Υπουργείου Οικονομικών - Τμήμα Γ΄ (βλ. σχετ. άρθρο 5 του ν. 4002/2011, Α΄ 180, και υ.α. 2/80030/0004/5.12.2012, Β΄ 3271), προκειμένου να κανονίσει μηνιαία σύνταξη στον εκκαλούντα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α΄ εδάφιο δεύτερο και 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν από το ν. 3865/2010, πληρωτέα από 1.6.2011, όπως ο ίδιος αιτείται, χωρίς τούτο να κωλύεται από τη διάταξη του άρθρου 60 παρ.1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (βλ. Ολομ. Ελ. Συν. 26, 166, 1807, 3110/2010 και ΙΙ Τμ. Ελ. Συν. 1518/2009, 900/2011, 5314/2015). Αντίθετα, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας που εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, η ένδικη έφεση έπρεπε να απορριφθεί, καθόσον ορθώς η συνταξιοδοτική διοίκηση υπήγαγε τον εκκαλούντα στις ρυθμίσεις του άρθρου 19 παρ. 7 του ν. 2084/1992, και όχι σε εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α΄ εδάφιο δεύτερο και 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν από το ν. 3865/2010, αφού οι τελευταίες αυτές δεν μπορούν να τύχουν επεκτατικής εφαρμογής στους άνδρες δημοσίους υπαλλήλους, όπως ο εκκαλών. Περαιτέρω, τα αιτήματα του εκκαλούντος αφενός μεν για νομιμότοκη καταβολή των προκυπτουσών κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2011 έως 19.4.2012 ποσών συντάξεων, αφετέρου δε για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης ύψους 3.000 ευρώ είναι απορριπτέα λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της έφεσης, με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση εν όλω ή εν μέρει ή η μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης συνταξιοδοτικής πράξης και η οποία δεν αποτελεί, ούτε λειτουργεί ως αγωγή (άρθρα 49 του π.δ. 1225/1981 και 60 παρ.1 εδ. β΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, βλ. και Ολομ. Ελ. Συν. 1221/1999, 27/2008, ΙΙ Τμ. Ελ. Συν. 3445/2011, 6667/2015, ΙΙΙ Τμ. Ελ. Συν. 946/2008, 1240/2008, 1166/2009, 2588/2011). Εξάλλου, το αίτημα για κήρυξη της παρούσας απόφασης προσωρινά εκτελεστής είναι απορριπτέο, αφού οι οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι εκτελεστές (βλ. άρθρα 79 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, Α΄ 52/28.2.2013, και 91 του π.δ. 1225/1981). Μετά δε την παραδοχή της έφεσης, πρέπει να επιστραφεί στον εκκαλούντα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκησή της (άρθρο 73 παρ. 4 του ίδιου ως άνω Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο), ενώ το Δικαστήριο κρίνει, μετ’ εκτίμηση των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, ότι δεν πρέπει να επιβληθεί δικαστική δαπάνη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το ν. 2717/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως αντικαταστάθηκε από 4.7.2006 με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006).

 

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την έφεση.

Ακυρώνει την ....../2.1.2012 πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, καθώς και τη θεωρούμενη ως συμπροσβαλλόμενη ......../23.4.2012 πράξη της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ......../23.12.2012 όμοια, κατά το μέρος που με την τελευταία κανονίσθηκε σύνταξη στον εκκαλούντα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 7 του ν. 2084/1992, πληρωτέα από 19.4.2012, και όχι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α΄ εδάφιο δεύτερο και 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν από το ν. 3865/2010.

Παραπέμπει την υπόθεση στη Διεύθυνση Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων του Υπουργείου Οικονομικών - Τμήμα Γ΄, προκειμένου να κανονίσει μηνιαία σύνταξη στον εκκαλούντα, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, πληρωτέα από 1.6.2011.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα. Και

Απορρίπτει το αίτημα του εκκαλούντος για καταδίκη του Ελληνικού Δημοσίου στη δικαστική του δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2016.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ