ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 998/2021

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2020, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Κίντζιου, Ο. Παπαδοπούλου, Χρ. Σιταρά, Σύμβουλοι, Ο. Νικολαράκου, Κ. Σκούρα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 10 Δεκεμβρίου 2018 έφεση:

του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με την Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του ...., ο οποίος παρέστη με την δικηγόρο Σοφία Γκιόκα (Α.Μ. ...), που την διόρισε στο ακροατήριο,

και κατά της υπ’ αριθ. 722/2018 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ο. Παπαδοπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση, και την πληρεξουσία του εφεσιβλήτου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

 

1. Επειδή, η κρινόμενη έφεση ασκείται, κατά νόμον, χωρίς καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 722/2018 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε, κατ’ αποδοχή της αίτησης του εφεσιβλήτου, η σιωπηρή απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής αυτού κατά της ....2014 απόφασης του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων [ΣΑΕΠ] του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Με την ακυρωθείσα απόφαση του ΣΑΕΠ είχε απορριφθεί το αίτημα του εφεσιβλήτου για αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναμίας” του τίτλου σπουδών “Bachelor of Arts in Business Admin...ration”, ο οποίος του απονεμήθηκε από το University of ....

3. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν μετά τη συμπλήρωση και την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου, αρχικώς με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και ακολούθως με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), “Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου ...”. Όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλουμένης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (ΣτΕ, ΑΠ, ΕλΣ) ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών (ΣτΕ 1278/2019 κ.ά.).

4. Επειδή, όπως βασίμως προβάλλει το εκκαλούν Δημόσιο, για τα τιθέμενα με τους λόγους της κρινόμενης έφεσης νομικά ζητήματα, τα οποία αφορούν ερμηνεία των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του π.δ. 38/2010 [βλ. κατωτέρω], δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση, η οποία κατατέθηκε εμπροθέσμως, ασκείται παραδεκτώς.

5. Επειδή, η Συνθήκη για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [ΣΛΕΕ], όπως το κείμενό της διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας [ν. 3671/2008 (Α΄ 129)], ορίζει στο άρθρο 45 [πρώην άρθρο 39 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας] ότι εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ένωσης, στο άρθρο 46 (πρώην άρθρο 40 ΣΕΚ) ότι “Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ... λαμβάνουν, με οδηγίες ή κανονισμούς, τα αναγκαία μέτρα για να πραγματοποιηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων ...”, στο άρθρο 49 (πρώην άρθρο 43 ΣΕΚ) ότι “Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται ... Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων ... σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους ...”, στο άρθρο 50 παρ. 1 (πρώην άρθρο 44 ΣΕΚ) ότι “Για την πραγματοποίηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως σε ορισμένη δραστηριότητα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ... εκδίδουν οδηγίες”, στο άρθρο 53 παρ. 1 (πρώην άρθρο 47 ΣΕΚ) ότι “Για να διευκολύνουν την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ... εκδίδουν οδηγίες για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων καθώς και τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων”, στο άρθρο 56 (πρώην άρθρο 49 ΣΕΚ) ότι “Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής ...”, στο άρθρο 57 (πρώην άρθρο 50 ΣΕΚ) ότι “Κατά την έννοια των Συνθηκών, ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων. Οι υπηρεσίες περιλαμβάνουν ιδίως: α) ... δ) δραστηριότητες των ελευθέρων επαγγελμάτων. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου που αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, εκείνος που παρέχει υπηρεσία δύναται για την εκτέλεση αυτής να ασκήσει προσωρινά τη δραστηριότητά του στο κράτος μέλος όπου παρέχεται η υπηρεσία με τους ίδιους όρους που το κράτος αυτό επιβάλλει στους δικούς του υπηκόους”, στο άρθρο 165 (πρώην άρθρο 149 ΣΕΚ) ότι “1. Η Ένωση συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία ... 2. Η δράση της Ένωσης έχει ως στόχο: ... -να ευνοεί την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης διπλωμάτων και περιόδων σπουδών, -να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ... -να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της εκπαίδευσης εξ αποστάσεως ...” στο δε άρθρο 166 (πρώην άρθρο 150 ΣΕΚ) ότι “1. Η Ένωση εφαρμόζει πολιτική επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία στηρίζει και συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. 2. Η δράση της Ένωσης έχει ως στόχο: ... -να διευκολύνει την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και την ενίσχυση της κινητικότητας των εκπαιδευτών και των εκπαιδευομένων και ιδίως των νέων ...”.

6. Επειδή, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 49 και 57 παρ. 1 και 66 της Συνθήκης της Ρώμης [που στοιχούν στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 46, 53 παρ. 1 της ΣΛΕΕ], εκδόθηκε η οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 19) “σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών”. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Δυνάμει της Συνθήκης, η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών-μελών αποτελεί έναν από τους στόχους της Κοινότητας, συνεπάγεται δε, για τους υπηκόους των κρατών-μελών, “ιδίως την ευχέρεια να εξασκούν επαγγελματική δραστηριότητα, ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί, σε κράτος-μέλος εκτός από εκείνο στο οποίο απέκτησαν τα επαγγελματικά τους προσόντα”· οι διατάξεις που έχουν μέχρι σήμερα θεσπισθεί και δυνάμει των οποίων τα κράτη-μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία και για επαγγελματικούς σκοπούς τα διπλώματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που χορηγούνται στο έδαφός τους, αφορούν λίγα επαγγέλµατα· εκτός των τομεακών αυτών συστημάτων αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωµάτων, προκειμένου να υπάρξει “ανταπόκριση στην προσδοκία ευρωπαίων πολιτών που είναι κάτοχοι διπλωµάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τα οποία πιστοποιείται επαγγελματική εκπαίδευση και τα οποία έχουν χορηγηθεί σε κράτος-μέλος εκτός από εκείνο στο οποίο θέλουν να εξασκήσουν το επάγγελµά τους, πρέπει να εφαρμόζεται και μια άλλη μέθοδος αναγνώρισης αυτών των διπλωµάτων, η οποία θα διευκολύνει, για τους πολίτες αυτούς, την άσκηση όλων των επαγγελματικών δραστηριοτήτων για τις οποίες απαιτείται, σε ένα κράτος-μέλος υποδοχής, εκπαίδευση πέραν της δευτεροβάθμιας, εφόσον διαθέτουν τέτοια διπλώματα που τους προετοιμάζουν για τις δραστηριότητες αυτές, πιστοποιούν τη συμπλήρωση κύκλου σπουδών τουλάχιστον τριών ετών και έχουν χορηγηθεί σε άλλο κράτος-μέλος ... αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με τη δημιουργία γενικού συστήματος αναγνώρισης των διπλωµάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που πιστοποιούν επαγγελµατική δραστηριότητα ελάχιστης διάρκειας τριών ετών ... το γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωµάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ... ενισχύοντας το δικαίωμα του ευρωπαίου πολίτη να χρησιμοποιεί τις επαγγελµατικές του γνώσεις σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος, ολοκληρώνει και συγχρόνως ενισχύει το δικαίωμά του να αποκτά τις γνώσεις αυτές όπου επιθυμεί”. Ενόψει τούτων, με την οδηγία 89/48/ΕΟΚ θεσπίσθηκε ένα γενικής εφαρμογής σύστημα αναγνώρισης διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο είχε τα εξής βασικά χαρακτηριστικά: (α) αφορούσε διπλώματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία χορηγήθηκαν σε κοινοτικούς υπηκόους από αρμόδια αρχή κράτους-μέλους, πιστοποιούσαν ότι ο κάτοχός τους παρακολούθησε επιτυχώς κύκλο σπουδών μετά την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, σε πανεπιστήµιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου και πιστοποιούσαν, επίσης, ότι ο κάτοχός τους διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα που του επιτρέπουν την πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα και την άσκησή του στο ανωτέρω κράτος-μέλος και (β) απέβλεπε στην κτήση, από τους ανωτέρω κοινοτικούς υπηκόους, του δικαιώματος να ασκούν, ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί, το αντίστοιχο, νομοθετικώς κατοχυρωμένο, επάγγελμα σε άλλο κράτος-μέλος (κράτος-μέλος υποδοχής), διάφορο εκείνου στο οποίο απέκτησαν το δίπλωμά τους. Ακολούθησε, δυνάμει των αυτών διατάξεων της Συνθήκης της Ρώμης, η οδηγία 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 209), με την οποία θεσπίσθηκε ένα συμπληρωματικό γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, με σκοπό να καλυφθούν τα επίπεδα εκπαίδευσης τα οποία δεν καλύπτονταν από το σύστημα της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ. Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ, το θεσπιζόμενο με την οδηγία αυτή συμπληρωματικό σύστημα βασίζεται στις ίδιες αρχές και περιλαμβάνει, τηρουμένων των αναλογιών, τους ίδιους κανόνες με το αρχικό γενικό σύστημα της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ. Εξ άλλου, με τις οδηγίες 77/452/ΕΟΚ (ΕΕ L 176), 77/453/ΕΟΚ (ΕΕ L 176), 78/686/ΕΟΚ (ΕΕ L 233), 78/687/ΕΟΚ (ΕΕ L 233), 78/1026/ΕΟΚ (ΕΕ L 362), 78/1027/ΕΟΚ (ΕΕ L 362), 80/154/ΕΟΚ (ΕΕ L 33), 80/155/ΕΟΚ (ΕΕ L 33), 85/384/ΕΟΚ (ΕΕ L 223), 85/432/ΕΟΚ (ΕΕ L 253), 85/433/ΕΟΚ (ΕΕ L 253), 93/16/ΕΟΚ (ΕΕ L 165) επιδιώχθηκε η πλήρης εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών ως προς τους όρους εκπαίδευσης, τους τίτλους εκπαίδευσης και τα επαγγελματικά δικαιώματα των εξής κατηγοριών: των νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη, των οδοντιάτρων και των ειδικευμένων οδοντιάτρων, των κτηνιάτρων, των μαιών και μαιευτών, των αρχιτεκτόνων, των φαρμακοποιών και των ιατρών, βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένων, και με την οδηγία 1999/42/ΕΚ (ΕΕ L 201) θεσπίσθηκε σύστημα αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει της επαγγελματικής εμπειρίας σε εμπορικές, βιοτεχνικές και βιομηχανικές επαγγελματικές δραστηριότητες καλυπτόμενες από τις οδηγίες ελευθέρωσης. Όλες οι ανωτέρω οδηγίες καταργήθηκαν ρητώς με την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 255) “σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων”, η οποία εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 40, 47 [παρ. 1 και 2] και 55 της Συνθήκης ΕΚ [που στοιχούν στα άρθρα 46, 53 παρ. 1 και 62 της ΣΛΕΕ], οι δε ρυθμίσεις τους αναμορφώθηκαν και συστηματοποιήθηκαν [βλ. το άρθρο 62 της οδηγίας 2005/36/ΕΚ και το στοιχείο 9 του προοιμίου] και ορίσθηκε ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να εναρμονίσουν σχετικώς την εθνική τους νομοθεσία, έως τις 20.10.2007. Κατά τα διαλαμβανόμενα στο προοίμιο της ανωτέρω οδηγίας 2005/36/ΕΚ: “(1) [Σύμφωνα με τη συνθήκη] η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών συνιστά έναν από τους στόχους της Κοινότητας. Για τους υπηκόους των κρατών μελών αυτό περιλαμβάνει, ειδικότερα, το δικαίωμα να ασκούν επάγγελμα, ως αυτοαπασχολούμενοι ή μισθωτοί, σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου απέκτησαν τα επαγγελματικά προσόντα τους. Επιπλέον, το άρθρο 47 παράγραφος 1 της συνθήκης προβλέπει την έκδοση οδηγιών για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων. (2) … (3) Η εγγύηση της παρούσας οδηγίας προς τα πρόσωπα που έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά προσόντα τους σε ένα κράτος μέλος, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος με τα ίδια δικαιώματα που έχουν οι υπήκοοί του, δεν θίγει την υποχρέωση του μετανάστη επαγγελματία να συμμορφώνεται προς οιουσδήποτε μη εισάγοντες διακρίσεις όρους επιβάλλει το άλλο κράτος μέλος για την άσκηση του επαγγέλματος, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένοι και αναλογικοί. (4) Για να διευκολυνθεί η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ενδείκνυται να προβλεφθούν ειδικοί κανόνες ώστε να διευρυνθεί η δυνατότητα άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων βάσει του αρχικού επαγγελματικού τίτλου ... (9) Ενώ διατηρούνται, ως προς την ελευθερία εγκατάστασης, οι αρχές και οι εγγυήσεις στις οποίες βασίζονται τα διάφορα ισχύοντα συστήματα αναγνώρισης, κρίνεται απαραίτητη ... η βελτίωση των κανόνων που τα διέπουν ... καθώς και ο εξορθολογισμός των διατάξεων [των σχετικών οδηγιών], με την ενοποίηση των ισχυουσών αρχών ... (11) Όσον αφορά τα επαγγέλματα που καλύπτονται από το γενικό σύστημα αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης, στο εξής αναφερόμενο ως ‘το γενικό σύστημα’, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρούν το δικαίωμα να ορίζουν το ελάχιστο επίπεδο απαραίτητων προσόντων ώστε να διασφαλίζεται η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στην επικράτειά τους. Εντούτοις, δυνάμει των άρθρων 10, 39 και 43 της συνθήκης, δεν επιτρέπεται να επιβάλλουν σε υπήκοο κράτους μέλους την απόκτηση προσόντων τα οποία προσδιορίζουν γενικώς μόνον ως προς τα διπλώματα που χορηγούνται στο πλαίσιο του εθνικού εκπαιδευτικού τους συστήματος, όταν ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη αποκτήσει όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω προσόντα σε άλλο κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί ότι κάθε κράτος μέλος υποδοχής, στο οποίο έχει ρυθμισθεί νομοθετικά ένα επάγγελμα, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος και να αξιολογεί κατά πόσον τα προσόντα αυτά αντιστοιχούν σε εκείνα που το ίδιο απαιτεί. Ωστόσο, αυτό το γενικό σύστημα αναγνώρισης δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να επιβάλλει σε κάθε πρόσωπο που ασκεί ένα επάγγελμα σε αυτό το κράτος μέλος ειδικές απαιτήσεις, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής επαγγελματικών ρυθμίσεων που υπαγορεύονται από το γενικό συμφέρον. Οι απαιτήσεις αυτές αφορούν κυρίως τις ρυθμίσεις σχετικά με την οργάνωση του επαγγέλματος, τους επαγγελματικούς κανόνες, περιλαμβανομένων των δεοντολογικών, τις ρυθμίσεις σχετικά με τον έλεγχο και την ευθύνη … (12) Η παρούσα οδηγία αφορά την αναγνώριση από τα κράτη μέλη επαγγελματικών προσόντων που έχουν αποκτηθεί σε άλλα κράτη μέλη. Ωστόσο, δεν αφορά την αναγνώριση από τα κράτη μέλη αποφάσεων σχετικά με την αναγνώριση που λαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ... (13) Προκειμένου να καθορισθεί ο μηχανισμός αναγνώρισης βάσει του γενικού συστήματος, επιβάλλεται να καταταγούν τα διάφορα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης σε διάφορα επίπεδα. Τα επίπεδα αυτά, τα οποία δημιουργούνται με μοναδικό σκοπό τη λειτουργία του γενικού συστήματος, δεν επηρεάζουν τις εθνικές δομές εκπαίδευσης και κατάρτισης ούτε την αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα αυτόν. (14) Ο μηχανισμός αναγνώρισης που καθιερώθηκε με τις οδηγίες 89/48/ΕΚ και 92/51/ΕΟΚ παραμένει αμετάβλητος ... (15) Ελλείψει εναρμόνισης των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης για την πρόσβαση στα επαγγέλματα που διέπονται από το γενικό σύστημα, θα πρέπει να είναι δυνατό να προβλεφθεί για τα κράτη μέλη υποδοχής η δυνατότητα επιβολής αντισταθμιστικού μέτρου. Το μέτρο αυτό θα πρέπει να είναι αναλογικό και να συνυπολογίζει, ιδίως, την επαγγελματική πείρα του αιτούντος ... (17) Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το σύνολο των περιπτώσεων για τις οποίες δεν υπάρχουν ακόμη διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, το γενικό σύστημα θα πρέπει να επεκταθεί στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από συγκεκριμένο καθεστώς ...”. Ο Τίτλος Ι της ανωτέρω οδηγίας περιέχει τις γενικές διατάξεις. Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, με αυτήν θεσπίζονται οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους το κράτος μέλος, που εξαρτά την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος στην επικράτειά του από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων [κράτος μέλος υποδοχής], αναγνωρίζει, για την ανάληψη και την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος, τα επαγγελματικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη [κράτη μέλη καταγωγής], παρέχοντας στον κάτοχό τους το δικαίωμα να ασκεί εκεί το επάγγελμα αυτό. Η οδηγία αυτή εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2, σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους, ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου απέκτησε τα επαγγελματικά προσόντα του, είτε ως αυτοαπασχολούμενος είτε ως μισθωτός, συμπεριλαμβανομένων των ασκούντων ελευθέρια επαγγέλματα. Κατά τους ορισμούς του ιδίου άρθρου, ως “νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα” νοείται “η επαγγελµατική δραστηριότητα ή το σύνολο των επαγγελµατικών δραστηριοτήτων των οποίων η ανάληψη ή άσκηση ή ένας από τους όρους άσκησης εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα, δυνάμει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων ...”, ως “επαγγελματικά προσόντα” δε, τα προσόντα που πιστοποιούνται από τίτλο εκπαίδευσης, βεβαίωση επάρκειας ή/και επαγγελματική πείρα. Ο Τίτλος ΙΙ της αυτής οδηγίας αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών [άρθρα 5-9], ο δε Τίτλος ΙΙΙ [άρθρα 10 επ.] την ελευθερία εγκατάστασης. Ειδικότερα, το Κεφάλαιο Ι του Τίτλου ΙΙΙ περιέχει διατάξεις για το “Γενικό σύστημα αναγνώρισης των τίλων εκπαίδευσης”. Στο άρθρο 10 ορίζεται ότι “Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται σε όλα τα επαγγέλµατα που δεν καλύπτονται από τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος τίτλου” [ήτοι στα κεφάλαια που αφορούν, αντιστοίχως, αναγνώριση της επαγγελματικής πείρας και αναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης]. Στο άρθρο 11 καθορίζονται, για την εφαρμογή του επόμενου άρθρου 13, “τα ακόλουθα επίπεδα επαγγελματικών προσόντων: (α) βεβαίωση επάρκειας που χορηγείται από αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ... βάσει (i) είτε εκπαίδευσης που δεν αποτελεί μέρος πιστοποιητικού ή διπλώματος [κατά τα στοιχεία β, γ, δ ή ε] ... ή ειδικής εξέτασης χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση ή της άσκησης του επαγγέλματος [για ορισμένο χρόνο] ... (ii) είτε γενικής πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ... (β) πιστοποιητικό που βεβαιώνει επιτυχή ολοκλήρωση κύκλου σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ... (γ) δίπλωμα που πιστοποιεί ότι ολοκληρώθηκε επιτυχώς: (i) είτε εκπαίδευση μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, εκτός από την αναφερόμενη στα στοιχεία δ) και ε) ... (ii) είτε, στην περίπτωση νομοθετικά κατοχυρωµένου επαγγέλµατος, κύκλος εκπαίδευσης με ειδική διάρθρωση ... (δ) δίπλωμα που βεβαιώνει επιτυχή ολοκλήρωση εκπαίδευσης μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, διάρκειας τουλάχιστον τριών και όχι άνω των τεσσάρων ετών ή ισοδύναμης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης ... σε πανεπιστήµιο ή ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου ... (ε) δίπλωμα που πιστοποιεί ότι ο κάτοχος ολοκλήρωσε επιτυχώς κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ελάχιστης διάρκειας τεσσάρων ετών ή αντίστοιχης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, σε πανεπιστήµιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή σε άλλο ίδρυμα ανάλογου επιπέδου ...”. Τα άρθρα 13 και 14 αφορούν, αντιστοίχως, τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι βεβαιώσεις επάρκειας ή οι τίτλοι εκπαίδευσης, για να τύχουν αναγνώρισης στο κράτος μέλος υποδοχής, και τα αντισταθμιστικά μέτρα που δύναται να λαμβάνει το κράτος μέλος υποδοχής.

7. Επειδή, από τις αναφερθείσες σε προηγούμενη σκέψη [βλ. σκ. 5] διατάξεις της ΣΛΕΕ (και τις αντίστοιχες παλαιότερες), με τις οποίες κατοχυρώνονται, ως θεμελιώδεις ελευθερίες, η ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων και το δικαίωμα εγκατάστασης, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, συνάγονται οι εξής κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται ακόμη και όταν δεν έχουν εκδοθεί ειδικές οδηγίες για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων ή δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω οδηγιών 89/48/ΕΟΚ, 92/51ΕΟΚ και 2005/36/ΕΚ για το γενικό σύστημα αναγνώρισης τίτλων εκπαίδευσης και επαγγελματικών προσόντων (βλ. απόφαση της 7ης Μαϊου 1991, υπόθεση C-340/89, Βλασσοπούλου, απόφαση της 7ης Μαϊου 1992, υπόθεση C-104/91, Borrel, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, υπόθεση C-234/97, Fernández de Bobadilla, απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2004, υπόθεση C-255/01, Μαρκόπουλος κλπ, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2009, υπόθεση C-45/08, Peśla, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, υπόθεση C-298/14, Brouillard, βλ. και απόφαση της 28ης Απριλίου 1977, υπόθεση 71/76, Thieffry, βλ. επίσης ΣτΕ 2770/2011 Ολομ, 778/2007 επτ): (Α) Τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνει η Συνθήκη με τις διατάξεις περί θεμελιωδών ελευθεριών δεν εφαρμόζονται στις δραστηριότητες οι οποίες δεν έχουν καμμία σχέση με οποιαδήποτε από τις καλυπτόμενες από το δίκαιο της Ένωσης καταστάσεις και των οποίων όλα τα κρίσιμα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνο κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, υπόθεση C-298/14, Brouillard κ.ά.). Ωστόσο, η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, καθώς και η ελευθερία εγκατάστασης όταν ασκείται από φυσικά πρόσωπα, δεν θα πραγματώνονταν πλήρως αν τα κράτη-μέλη είχαν τη δυνατότητα να αρνούνται την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων -και τα αντίστοιχα ευεργετικά αποτελέσματα- στους πολίτες τους οι οποίοι, έχοντας κάνει χρήση των προβλεπομένων από το δίκαιο της Ένωσης ευχερειών, απέκτησαν επαγγελματικά προσόντα, όπως π.χ. τίτλο σπουδών, σε κράτος-μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου έχουν την ιθαγένεια (βλ. ανωτέρω απόφαση Brouillard, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, υπόθεση C-224/98, D’ Hoop, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-19/92, Kraus, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1990, υπόθεση C-61/89, Bouchoucha, πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2005, υπόθεση C-147/03, Eπιτροπή κατά Αυστρίας, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 115/78, Knoors). Τούτο ισχύει και στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επικαλείται, στο κράτος-μέλος του οποίου είναι πολίτης, πανεπιστημιακό δίπλωμα που απέκτησε σε άλλο κράτος-μέλος, και μάλιστα ακόμη και αν το δίπλωμα αυτό του χορηγήθηκε κατόπιν φοίτησης εξ αποστάσεως (βλ. απόφαση Brouillard). Επομένως, και οι κάτοχοι αλλοδαπών, υπό την ανωτέρω έννοια, τίτλων που αποκτήθηκαν κατόπιν σπουδών εξ αποστάσεως υπάγονται στις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και περί ελευθερίας εγκατάστασης και μπορούν να επικαλούνται τις εν λόγω ελευθερίες, καθώς και τους απορρέοντες από αυτές ανωτέρω νομολογιακούς κανόνες, ενώπιον των κρατών-μελών των οποίων είναι πολίτες (βλ. και ΣτΕ 778/2007 επτ). (Β) Eλλείψει εναρμόνισης των όρων και προϋποθέσεων για την πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα και για την άσκηση του επαγγέλματος, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίζουν τις γνώσεις και τα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού και να απαιτούν την προσκόμιση διπλώματος, με το οποίο πιστοποιείται ότι ο ενδιαφερόμενος διαθέτει τις σχετικές γνώσεις και τα σχετικά προσόντα (βλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1987, υπόθεση 222/86, Heylens, απόφαση της 7ης Μαϊου 1991, υπόθεση C-340/89, Βλασσοπούλου, απόφαση της 7ης Μαϊου 1992, υπόθεση C-104/91, Borrel, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-19/92, Kraus, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, υπόθεση C-108/96, Mac Quen, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2009, υπόθεση C- 45/08, Peśla, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2013, υπόθεση C-575/11, Νασιόπουλος, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, υπόθεση C-298/14, Brouillard). Εντούτοις, τα κράτη-μέλη οφείλουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους στον τομέα αυτόν σεβόμενα τις κατοχυρωμένες από τη Συνθήκη θεμελιώδεις ελευθερίες (βλ. απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, υπόθεση C-108/96, Mac Quen, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2006, υπόθεση C-330/03, Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2013, υπόθεση C-575/11, Νασιόπουλος, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, υπόθεση C-298/14, Brouillard). Συνεπώς, και δοθέντος ότι η διάταξη που απαγορεύει τους περιορισμούς της ελευθερίας εγκατάστασης των υπηκόων ενός κράτους-μέλους στην επικράτεια άλλου κράτους-μέλους [ήδη άρθρο 49 ΣΛΕΕ] “επιβάλλει συγκεκριμένη υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος, η εκτέλεση της οποίας πρέπει να διευκολύνεται, αλλά να μην εξαρτάται από την εφαρμογή προγράμματος προοδευτικών μέτρων”, με την έκδοση, μεταξύ άλλων, οδηγιών για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, η επίτευξη των στόχων της Συνθήκης, και ειδικότερα της ελευθερίας εγκατάστασης, όταν ελλείπουν σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, γίνεται με μέτρα θεσπιζόμενα από τα κράτη-μέλη, δυνάμει της υποχρέωσης τους να λαμβάνουν συναφώς κάθε κατάλληλο μέτρο, αλλά και να απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 7ης Μαϊου 1991, υπόθεση C-340/89, Βλασσοπούλου, απόφαση της 7ης Μαϊου 1992, υπόθεση C-104/91, Borrel, απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974, υπόθεση 2/74, Reyners). Ειδικότερα, οι θεσπιζόμενες στο πλαίσιο αυτό εθνικές διατάξεις δεν επιτρέπεται να συνιστούν εμπόδιο στην πραγματική άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνουν τα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-19/92, Kraus, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2009, υπόθεση C- 45/08, Peśla, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, υπόθεση C-298/14, Brouillard). Εθνικοί κανόνες που θέτουν προϋποθέσεις όσον αφορά τα προσόντα, ακόμη και αν εφαρμόζονται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, ενδέχεται να παρακωλύσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των εν λόγω θεμελιωδών ελευθεριών, εφόσον οι επίμαχοι εθνικοί κανόνες δεν λαμβάνουν υπόψη τις γνώσεις και τα προσόντα που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος-μέλος (βλ. ανωτέρω αποφάσεις Βλασσοπούλου, Borrell, Kraus, Peśla, Brouillard, απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1994, υπόθεση C-319/92, Haim, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, υπόθεση C-313/01, Morgenbesser). Κατ’ επέκταση, εθνική νομοθεσία, η οποία επιτρέπει την πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα μόνον στα πρόσωπα που κατέχουν είτε τίτλο χορηγηθέντα αποκλειστικώς από φορέα εδρεύοντα στο κράτος-μέλος υποδοχής και αναγνωριζόμενο ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, από τη νομοθεσία του κράτους τούτου, είτε τίτλο αποκτηθέντα μεν σε άλλο κράτος-μέλος, αναγνωρισθέντα όμως ως ισότιμο, από τις αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, προς τους απονεμόμενους στο κράτος υποδοχής, ενδέχεται να παρακωλύει την άσκηση των κατοχυρουμένων στη Συνθήκη ως άνω θεμελιωδών ελευθεριών και υπόκειται, συνεπώς, η νομοθεσία αυτή στους περιορισμούς που απορρέουν από την ανάγκη να διασφαλίζεται η ακώλυτη άσκηση των ανωτέρω ελευθεριών (ΣτΕ 778/2007 επτ). (Γ) Ενόψει τούτων, οι αρμόδιες αρχές κράτους-μέλους, όταν επιλαμβάνονται αίτησης που υποβάλλει πολίτης της Ένωσης για τη χορήγηση αδείας άσκησης επαγγέλματος, στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται, κατά την εθνική νομοθεσία, από την κατοχή διπλώματος ή από επαγγελματική κατάρτιση ή, ακόμη, από περιόδους πρακτικής άσκησης, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων, καθώς και τη σχετική πείρα του ενδιαφερομένου, προβαίνοντας σε συγκριτική εξέταση μεταξύ, αφενός, των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με αυτά τα διπλώματα και αυτή την πείρα και, αφετέρου, των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία. Η ως άνω διαδικασία συγκριτικής εξέτασης πρέπει να παρέχει στις εθνικές αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να βεβαιώνονται, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ότι με το αλλοδαπό δίπλωμα πιστοποιούνται, όσον αφορά τον κάτοχό του, γνώσεις και προσόντα, αν όχι όμοια, τουλάχιστον ισοδύναμα προς τα πιστοποιούμενα με το εθνικό δίπλωμα. Η εκτίμηση περί ισοδυναμίας του αλλοδαπού διπλώματος πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικώς στον βαθμό των γνώσεων και των προσόντων, που, με βάση το δίπλωμα αυτό, τη φύση και τη διάρκεια των σπουδών και την σχετική με αυτές πρακτική εκπαίδευση, τεκμαίρεται ότι διαθέτει ο κάτοχός του. Κατά την ανωτέρω εξέταση, το επιλαμβανόμενο κράτος-μέλος μπορεί, πάντως, να συνεκτιμά τις αντικειμενικές διαφορές, τόσο ως προς το νομικό πλαίσιο του οικείου επαγγέλματος στο κράτος-μέλος προέλευσης, όσο και ως προς το πεδίο δραστηριότητάς του (βλ. ανωτέρω αποφάσεις Βλασσοπούλου, Borrell, Haim, απόφαση της 30ης Νοεμβρίου 1995, υπόθεση C-55/94, Gebhard, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1996, υπόθεση C-164/94, Αρανίτης, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, υπόθεση C-234/97, Fernández de Bobadilla, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, υπόθεση C-238/98, Hocsman, απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, υπόθεση C-31/00, Dreessen, απόφαση της 16ης Μαϊου 2002, υπόθεση C-232/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, υπόθεση C-313/01, Morgenbesser, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, υπόθεση C-298/14, Brouillard). (Δ) Αν από την συγκριτική εξέταση των διπλωμάτων προκύπτει ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το αλλοδαπό δίπλωμα αντιστοιχούν στις γνώσεις και τα προσόντα που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις, το κράτος μέλος υποχρεούται να δεχθεί ότι το δίπλωμα αυτό πληροί τις προϋποθέσεις που θέτουν οι εν λόγω διατάξεις. Αν, αντιθέτως, από τη σύγκριση προκύπτει μερική μόνον αντιστοιχία μεταξύ των ως άνω γνώσεων και προσόντων, το κράτος-μέλος υποδοχής δικαιούται να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι απέκτησε με άλλο τρόπο τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Συναφώς, στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται να εκτιμούν αν η επίκληση των γνώσεων που αποκτήθηκαν στο κράτος-μέλος υποδοχής, στο πλαίσιο είτε ενός κύκλου σπουδών είτε πρακτικής πείρας, αρκεί προς αναπλήρωση των γνώσεων που έλειπαν. Στον βαθμό δε που κάθε είδους πρακτική πείρα κατά την άσκηση συγγενών δραστηριοτήτων είναι ικανή να αυξήσει τις γνώσεις του αιτούντος, η αρμόδια αρχή οφείλει να λαμβάνει υπόψη κάθε είδους πρακτική πείρα, χρήσιμη για την άσκηση του επαγγέλματος, στο οποίο ζητείται η πρόσβαση. Η ακριβής σημασία που πρέπει να προσδοθεί στην πείρα αυτή καθορίζεται από την αρμόδια αρχή, υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων καθηκόντων που ασκήθηκαν, των γνώσεων που αποκτήθηκαν και εφαρμόσθηκαν κατά την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων, καθώς και των αρμοδιοτήτων που ανατέθηκαν στον ενδιαφερόμενο και του βαθμού ανεξαρτησίας που του παραχωρήθηκε (βλ. ανωτέρω αποφάσεις Βλασσοπούλου, Borrell, Haim, απόφαση της 30ης Νοεμβρίου 1995, υπόθεση C-55/94, Gebhard, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1996, υπόθεση C-164/94, Αρανίτης, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, υπόθεση C-234/97, Fernández de Bobadilla, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, υπόθεση C-238/98, Hocsman, απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, υπόθεση C-31/00, Dreessen, απόφαση της 16ης Μαϊου 2002, υπόθεση C-232/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, υπόθεση C-313/01, Morgenbesser, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, υπόθεση C-298/14, Brouillard). (Ε) Κατά πάγια νομολογία, κάθε μορφής εκπαίδευση που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της απασχόλησης εμπίπτει στην έννοια της επαγγελματικής εκπαίδευσης, τα συναφή δε προς την επαγγελματική εκπαίδευση ζητήματα συνάπτονται στενά με την κατοχυρούμενη στη Συνθήκη ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, εφόσον η ακώλυτη πρόσβαση στην παρεχόμενη στα κράτη-μέλη επαγγελματική εκπαίδευση συνιστά σημαντικό στοιχείο για την άσκηση του ανωτέρω, θεμελιώδους για την ενωσιακή έννομη τάξη, δικαιώματος (βλ. αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2004, υπόθεση C-65/03, Επιτροπή κατά Βελγίου, της 30ης Μαϊου 1989, υπόθεση 242/1987, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, της 2ας Φεβρουαρίου 1988, υπόθεση 24/86, Blaizot, της 13ης Φεβρουαρίου 1985, υπόθεση 293/83, Gravier). Περιλαμβάνονται στην επαγγελματική εκπαίδευση, εφόσον πληρούνται οι εν λόγω όροι, ακόμη και οι πανεπιστημιακές σπουδές (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2005, υπόθεση C-147/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας, απόφαση της 30ής Μαίου 1989, υπόθεση 242/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, υπόθεση 24/86, Blaizot), οι οποίες, παρέχοντας γνώσεις και ικανότητες ακαδημαϊκού επιπέδου, προετοιμάζουν για την άσκηση στο μέλλον συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων· πανεπιστημιακές σπουδές δύνανται να προετοιμάζουν για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελµα ή απασχόληση ή να παρέχουν την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση ενός τέτοιου επαγγέλµατος ή απασχόλησης όχι μόνο όταν με τις πτυχιακές εξετάσεις απονέμεται το άμεσο τυπικό προσόν για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλµατος ή απασχόλησης, που προϋποθέτει το προσόν αυτό, αλλά και όταν με τις σπουδές αυτές παρέχεται ιδιαίτερη ικανότητα, δηλαδή, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται οι φοιτώντες να αποκτήσουν γνώσεις για την άσκηση ενός επαγγέλµατος ή απασχόλησης, έστω και αν η απόκτηση των εν λόγω γνώσεων δεν επιβάλλεται για την άσκηση αυτή από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις (βλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, υπόθεση 242/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, υπόθεση 24/86, Blaizot). Η στενή αυτή σχέση μεταξύ επαγγελματικής υπό την εκτεθείσα έννοια εκπαίδευσης, αφενός, και ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, αφετέρου (βλ. απόφαση της 30ής Μαίου 1989, υπόθεση 242/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου), είναι άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο η Συνθήκη προνοεί ειδικώς για την έκδοση οδηγιών αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων, με τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 [πρώην άρθρο 47 παράγραφος 1], το οποίο εντάσσεται στον αφορώντα την άσκηση των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας Τίτλο ΙΙΙ της Συνθήκης (ΣτΕ 778/2007 επτ). (ΣΤ) Σύμφωνα με τους ανωτέρω νομολογιακούς κανόνες, που διατυπώνονται από το ΔΕΚ/ΔΕΕ καθ’ ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 39 και 43 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των αντίστοιχων άρθρων 45 και 49 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η υποχρέωση του κράτους-μέλους υποδοχής, να λαμβάνει υπόψη τους τίτλους τους οποίους έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος-μέλος [κράτος προέλευσης], όταν εξετάζει αν θα επιτρέψει σε αυτόν, ακόμη και όταν πρόκειται για πολίτη του ιδίου του κράτους-μέλους υποδοχής, την άσκηση επαγγέλματος για την οποία, κατά τη νομοθεσία του κράτους υποδοχής, απαιτούνται προσόντα πιστοποιούμενα με την κατοχή ορισμένου τίτλου, δεν οφείλεται στην εγγενή ακαδημαϊκή αξία της εκπαίδευσης που πιστοποιούν οι εν λόγω τίτλοι ούτε περιορίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους υποδοχής να καθορίζει το ίδιο τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο της οικείας εκπαίδευσης, καθώς και τα επιθυμητά για το συγκεκριμένο επάγγελμα προσόντα, αλλά στηρίζεται στο ότι οι πιο πάνω τίτλοι πιστοποιούν, κατ’ αρχήν, προσόντα που θα επέτρεπαν, στο κράτος προέλευσης, την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνονται υπόψη τίτλοι σπουδών εξαιτίας ακαδημαϊκών και μόνο, ως προς την οργάνωση ή το περιεχόμενο της αντίστοιχης εκπαίδευσης, διαφορών, μεταξύ κράτους προέλευσης και κράτους υποδοχής. Αντιθέτως, όπως ήδη αναφέρθηκε, το κράτος υποδοχής πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να εξετάζει τους εν λόγω τίτλους, να συγκρίνει τις ικανότητες που πιστοποιούνται με αυτούς προς τα αντίστοιχα προσόντα που απαιτούνται κατά τη δική του νομοθεσία για το συγκεκριμένο επάγγελμα και, ανάλογα με το αποτέλεσμα της σύγκρισης, είτε [επί αντιστοιχίας των προσόντων] να επιτρέπει άνευ άλλου την πρόσβαση στο επάγγελμα, είτε [επί μερικής μόνον αντιστοιχίας] να αξιώνει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει συμπληρώσει με άλλους τρόπους τα υπολειπόμενα προσόντα (βλ. ΣτΕ 2567/2019 επτ, 778/2007 επτ· για τη διάκριση μεταξύ ακαδημαϊκής ισοτιμίας τίτλων και ισοδυναμίας τους εν σχέσει προς την άσκηση ορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας βλ. και απόφαση της 28ης Απριλίου 1977, υπόθεση 71/76, Thieffry). Αρμόδιο, εξ άλλου, για την κρίση αυτή περί επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων είναι είτε το ειδικό όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί από κράτος υποδοχής η σχετική αρμοδιότητα, είτε, αν δεν έχει θεσπισθεί στο κράτος υποδοχής τέτοια διαδικασία, το όργανο του κράτους αυτού στο οποίο έχει ανατεθεί από την οικεία εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων πρόσβασης στο συγκεκριμένο επάγγελμα (βλ. ΣτΕ 2567/2019 επτ, 2770-1/2011 Ολομ). (Ζ) Δεν θα ήταν, κατ’ επέκταση, συμβατή προς το ανωτέρω σύστημα η δυνατότητα του κράτους-μέλους υποδοχής να αρνηθεί απολύτως την πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα σε κάτοχο τίτλου, ο οποίος έχει χορηγηθεί από αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης και επιτρέπει, στο κράτος αυτό, την πρόσβαση σε αντίστοιχο επάγγελμα, εκ μόνου του λόγου ότι ο εν λόγω τίτλος χορηγήθηκε στο κράτος προέλευσης κατά συνυπολογισμό χρόνου σπουδών διανυθέντος σε φορέα, που λειτουργεί μεν ελευθέρως στο κράτος υποδοχής, δεν αναγνωρίζεται όμως από τη νομοθεσία του κράτους τούτου ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, δυνάμει σχετικής γενικής διάταξης της νομοθεσίας του. Η παροχή τέτοιας δυνατότητας στο κράτος-μέλος υποδοχής θα επέτρεπε στις αρχές του κράτους υποδοχής να απορρίπτουν εκ ρίζης το αίτημα αναγνώρισης τίτλου, ο οποίος χορηγήθηκε από αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης και επιτρέπει, στο κράτος αυτό, πρόσβαση σε επάγγελμα, χωρίς να διατυπώνουν ουσιαστική κρίση ως προς τις γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται από τον επίμαχο τίτλο και χωρίς να προβαίνουν σε σύγκρισή τους προς τις γνώσεις και τα προσόντα τα οποία απαιτούν οι ρυθμίζουσες την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό εθνικές διατάξεις. Οι σχετικές εθνικές ρυθμίσεις, ακόμη και αν αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση επαγγελματικής, υπό την εκτεθείσα έννοια, εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου και ήταν κατάλληλες για την επίτευξη του σκοπού τούτου, τον οποίον επιδοκιμάζει, άλλωστε, η ενωσιακή έννομη τάξη, θα έβαιναν πάντως πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση του εν λόγω σκοπού. Και τούτο, διότι για την εξασφάλιση επαγγελματικής εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου θα αρκούσε η θέσπιση, από τον εθνικό νομοθέτη, κανόνων ώστε οι εν λόγω φορείς επαγγελματικής εκπαίδευσης να υπάγονται σε ειδικό σύστημα διοικητικής εποπτείας, στο πλαίσιο του οποίου η κατ’ αρχήν λειτουργία ενός συγκεκριμένου φορέα και η αναγνώρισή του ή μη, από τις εθνικές αρχές, ως εκπαιδευτικού ιδρύματος, καθώς και η διατήρηση της αναγνώρισης αυτής, θα εξαρτάται από όρους και προϋποθέσεις, προκειμένου να ελέγχεται, κατά περίπτωση, από τις εθνικές αρχές, η δυνατότητα του εκάστοτε ελεγχομένου φορέα να λειτουργήσει σύμφωνα με τους κανόνες της εθνικής έννομης τάξης και να παράσχει εκπαιδευτικό έργο, ανταποκρινόμενο, από άποψη ποιότητας και περιεχομένου, στο απαιτούμενο από την σχετική εθνική νομοθεσία υψηλό επίπεδο (βλ. ΣτΕ 778/2007, πρβλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, υπόθεση C-153/02 Valentina Neri, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2019, υπόθεση C-393/19 Kirschtein). Η ως άνω ερμηνεία, διατυπούμενη εν όψει του όλου συστήματος ρυθμίσεων της Συνθήκης, δεν είναι αντίθετη προς τις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 165 και 166 της ΣΛΕΕ [πρώην άρθρα 149 και 150 της Συνθήκης ΕΚ]. Καθόσον, με το άρθρο 165 της Συνθήκης, παραφυλάσσονται μεν υπέρ των κρατών-μελών οι αναγόμενες στο περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος αρμοδιότητες και με το άρθρο 166 παραφυλάσσονται, ομοίως υπέρ των κρατών-μελών, οι αρμοδιότητες που ανάγονται στο περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, όπως, όμως, συνάγεται από τη νομολογία του ΔΕΚ/ΔΕΕ, οι αρμοδιότητες που παραφυλάσσει η Συνθήκη υπέρ των κρατών-μελών πρέπει να ασκούνται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνονται πλήρως σεβαστές οι θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες η Συνθήκη, ομοίως, κατοχυρώνει (βλ. μεταξύ άλλων, την απόφαση Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos, βλ. επίσης ΣτΕ 778/2007 επτ και την εκδοθείσα κατόπιν του σχετικού προδικαστικού ερωτήματος απόφαση στην υπόθεση C-151/07, Χατζηθανάσης, που παρατίθεται σε επόμενη σκέψη).

8. Επειδή, εξ άλλου, οι ήδη αναφερθείσες οδηγίες 89/48/ΕΟΚ και 2005/36/ΕΚ εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, σε κάθε δίπλωμα ανώτατων σπουδών που χορηγείται μετά το πέρας κύκλου σπουδών μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, και το οποίο επιτρέπει στον κάτοχό του να έχει πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελµα· το δε δικαίωμα αναγνώρισης των διπλωµάτων διασφαλίζεται από τις Συνθήκες ως έκφραση του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας εγκατάστασης (βλ. απόφαση της 8ης Μαϊου 2008, υπόθεση C-39/07 Επιτροπή κατά Ισπανίας). Κατά τις οδηγίες αυτές, ένα επάγγελµα θεωρείται “νομοθετικώς κατοχυρωμένο” όταν η πρόσβαση στη σχετική επαγγελματική δραστηριότητα ή η άσκησή της διέπεται από διατάξεις που θεσπίζουν ένα σύστημα, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να επιφυλάσσεται ρητώς η άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας μόνο στα πρόσωπα που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις και να απαγορεύεται η πρόσβαση στην ίδια δραστηριότητα στα πρόσωπα που δεν τις πληρούν (βλ. απόφαση της 8ης Μαϊου 2008, υπόθεση C-39/07 Επιτροπή κατά Ισπανίας, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, υπόθεση C-313/01, Morgenbesser, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1996, υπόθεση C-164/94 Αρανίτης). Η έννοια δε “καθορισμένα επαγγελματικά προσόντα”, που περιλαμβάνεται στον ορισμό του “νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος” κατά την οδηγία 2005/36/ΕΚ, δεν αφορά κάθε είδους προσόντα που πιστοποιούνται με τίτλο γενικής εκπαίδευσης, αλλά τα προσόντα τα οποία αντιστοιχούν σε τίτλο εκπαίδευσης που είναι ειδικώς σχεδιασμένος με σκοπό την προετοιμασία των κατόχων του για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλµατος. Τίτλος εκπαίδευσης, απαιτούμενος μεν, κατά την εθνική νομοθεσία του κράτους υποδοχής, για την πρόσβαση σε ορισμένη θέση, ο οποίος, όμως, δεν είναι ειδικώς σχεδιασμένος με σκοπό την προετοιμασία των κατόχων του για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλµατος, αλλά καθιστά δυνατή την πρόσβασή τους σε ευρύ φάσμα επαγγελμάτων, δεν συνεπάγεται την κτήση “καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων”, κατά την ανωτέρω έννοια της οδηγίας (βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, υπόθεση C-298/14, Brouillard). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα κριθέντα, το σύστημα των οδηγιών αυτών “δεν οδηγεί σε αυτόματη και ανεπιφύλακτη αναγνώριση των οικείων πτυχίων και επαγγελματικών προσόντων”, αλλά “[σ]τηρίζεται στην ιδέα της ισοδυναµίας σε γενικές γραμμές των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων και επιτρέπει στα κράτη-μέλη να απαιτούν από τον ενδιαφερόμενο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να πληροί πρόσθετες απαιτήσεις” (βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, υπόθεση C-110/01, Malika Tennah-Durez, απόφαση της 8ης Μαΐου 2008, υπόθεση C- 39/07, Επιτροπή κατά Ισπανίας). Η αμοιβαία αναγνώριση των διπλωµάτων δεν συνεπάγεται ότι τα χορηγηθέντα από τα άλλη κράτη-μέλη διπλώματα πιστοποιούν εκπαίδευση ανάλογη ή συγκρίσιμη προς την απαιτούμενη στο κράτος-μέλος υποδοχής. Πράγματι, και κατά το σύστημα των οδηγιών, ένα δίπλωμα δεν αναγνωρίζεται ως εκ της εγγενούς αξίας της εκπαίδευσης την οποία πιστοποιεί, αλλά διότι παρέχει, εντός του κράτους-μέλους όπου αυτό έχει χορηγηθεί ή αναγνωρισθεί, την πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωµένο επάγγελµα (βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2008, υπόθεση C-286/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας). Διαφορές, όσον αφορά την οργάνωση ή το περιεχόμενο της κτηθείσας στο κράτος προέλευσης εκπαίδευσης, σε σχέση με την παρεχόμενη στο κράτος υποδοχής, δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την άρνηση αναγνώρισης του σχετικού επαγγελματικού προσόντος· εάν, όμως, αυτές οι διαφορές είναι ουσιώδεις, μπορεί το κράτος υποδοχής να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι ικανοποιεί τα προβλεπόμενα μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα (βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, υπόθεση C-102/02 Beuttenmüller)· τούτο προκύπτει και από την τελολογική ερμηνεία των οδηγιών, καθόσον πρώτιστος στόχος τους είναι η διευκόλυνση της πρόσβασης του κατόχου διπλώματος χορηγηθέντος εντός κράτους-μέλους στις αντίστοιχες επαγγελματικές δραστηριότητες εντός των λοιπών κρατών-μελών και η ενδυνάμωση του δικαιώματος του Ευρωπαίου πολίτη να χρησιμοποιεί τις επαγγελματικές του γνώσεις εντός κάθε κράτους-μέλους. Οδηγίες, όπως η 89/48/ΕΟΚ και η 2005/36/ΕΚ, που έχουν ως στόχο την διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων “ούτε έχουν ως σκοπό ούτε μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερέστερη η αναγνώριση τέτοιων διπλωµάτων ... και λοιπών τίτλων στις μη καλυπτόμενες υπ’ αυτών καταστάσεις” (βλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2006, υπόθεση C-330/03, Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos).

9. Επειδή, εν σχέσει προς την ανωτέρω οδηγία 89/48/ΕΟΚ, με την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Οκτωβρίου 2008, εκδοθείσα επί προσφυγής που άσκησε η Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας και η οποία αφορούσε παράβαση ως προς υποχρεώσεις απορρέουσες από την οδηγία αυτή, κρίθηκαν, επίσης, τα ακόλουθα [υπόθεση C-274/05, Eπιτροπή κατά Ελλάδος]: “Ούτε το άρθρο 1 στοιχείο α΄ της οδηγίας 89/48 [ορισμός της έννοιας “δίπλωμα”] ούτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής επιβάλλει περιορισμό όσον αφορά το κράτος-μέλος στο οποίο ο αιτών πρέπει να έχει αποκτήσει τα επαγγελματικά προσόντα του. Συγκεκριμένα, από το εν λόγω άρθρο 1 στοιχείο α΄ πρώτο εδάφιο ρητώς προκύπτει ότι αρκεί η εκπαίδευση να έχει πραγματοποιηθεί ‘κατά το μεγαλύτερό της μέρος στην Κοινότητα’ ... η φράση αυτή καλύπτει τόσο την εκπαίδευση που πραγματοποιήθηκε στο κράτος-μέλος που χορήγησε τον οικείο τίτλο σπουδών όσο και αυτήν που πραγματοποιήθηκε εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε άλλο κράτος-μέλος ... Σύμφωνα με το σύστημα της οδηγίας [89/48], ένα δίπλωμα αναγνωρίζεται όχι λόγω της ουσιαστικής αξίας της εκπαιδεύσεως που πιστοποιεί, αλλά διότι καθιστά δυνατή την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα εντός του κράτους-μέλους στο οποίο αυτό αποκτήθηκε ή αναγνωρίσθηκε. Ως εκ τούτου, τυχόν διαφορές ως προς τη διάρκεια ή το περιεχόμενο μεταξύ της εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος-μέλος και της εκπαιδεύσεως στο κράτος-μέλος υποδοχής δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν άρνηση της αναγνωρίσεως των οικείων επαγγελματικών προσόντων. Σε περίπτωση κατά την οποία οι διαφορές αυτές είναι ουσιώδεις, μπορεί να δικαιολογηθεί, ως μέγιστη επιτρεπόμενη παρέκκλιση, η απαίτηση του κράτους-μέλους υποδοχής να επιβάλει στον αιτούντα, σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, κάποιο από τα αντισταθμιστικά μέτρα που προβλέπει η διάταξη αυτή ... Το γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που καθιερώθηκε με την οδηγία 89/48 στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών-μελών όσον αφορά τα επαγγελματικά προσόντα που αναγνωρίζουν. Το σύστημα αυτό θέτει, κατ’ ουσίαν, τεκμήριο περί του ότι τα προσόντα αιτούντος ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκεί νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε ένα κράτος-μέλος είναι επαρκή για την άσκηση του ιδίου αυτού επαγγέλματος στα λοιπά κράτη-μέλη. Εγγενές στοιχείο του συστήματος αυτού, το οποίο δεν προβαίνει σε καμία εναρμόνιση των σπουδών που παρέχουν πρόσβαση στα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα, είναι ότι εναπόκειται αποκλειστικά στις αρμόδιες αρχές οι οποίες χορηγούν τα διπλώματα που παρέχουν πρόσβαση στα επαγγέλματα αυτά να ελέγχουν, βάσει των κανόνων που διέπουν το σύστημά τους επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση των διπλωμάτων αυτών ... Κατά συνέπεια, το κράτος-μέλος υποδοχής δεν μπορεί να ελέγξει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκαν τα έγγραφα αυτά, δύναται όμως να προβεί σε έλεγχο σχετικά με τις προϋποθέσεις εκείνες του άρθρου 1 στοιχείο α΄ της οδηγίας 89/48 ως προς τις οποίες, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, υφίστανται αμφιβολίες για το αν πληρούνται. Ως εκ τούτου, το ζήτημα αν το εκπαιδευτικό ίδρυμα, στο οποίο πραγματοποίησε τις σπουδές του ο κάτοχος διπλώματος, είναι ‘πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου’, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α΄ πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση της οδηγίας 89/48, πρέπει να κρίνεται αποκλειστικώς βάσει των κανόνων που διέπουν το σύστημα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως του κράτους-μέλους του οποίου αρμόδια αρχή χορήγησε το δίπλωμα. Η άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προς το ζήτημα αυτό, η οποία συνίσταται στην εφαρμογή των διατάξεων που έχει θεσπίσει το κράτος-μέλος εντός του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι σπουδές, θα υποχρέωνε, τελικά, τις αρμόδιες αρχές που χορηγούν διπλώματα να αντιμετωπίζουν τους ενδιαφερομένους που πραγματοποίησαν σπουδές ισότιμου επιπέδου κατά διαφορετικό τρόπο, αναλόγως του κράτους-μέλους εντός του οποίου πραγματοποίησαν τις σπουδές τους ... [Εξ άλλου], κατά το γράμμα της οδηγίας 89/48, οι σπουδές δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχουν πραγματοποιηθεί σε πανεπιστήμιο ή σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 1 στοιχείο α΄ δεύτερη περίπτωση της οδηγίας αυτής αρκεί να πρόκειται για ‘ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου’. Κατά συνέπεια, η προϋπόθεση που θέτει η διάταξη αυτή δεν σκοπεί να διασφαλίσει ότι το εκπαιδευτικό ίδρυμα πληροί τυπικές προϋποθέσεις ως προς το νομικό καθεστώς του, αλλά αφορά κατ’ ουσίαν το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαιδεύσεως. Η προϋπόθεση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα χαρακτηριστικά του χορηγούμενου διπλώματος. Ως εκ τούτου, η σχετική κρίση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της αρμόδιας αρχής που χορηγεί το δίπλωμα, η οποία οφείλει να ελέγχει ότι το δίπλωμα απονέμεται μόνο σε άτομα που διαθέτουν επαρκή προσόντα για να ασκήσουν το νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, στο οποίο παρέχει πρόσβαση το δίπλωμα. Από [τα ανωτέρω] προκύπτει ότι τα άρθρα 1 στοιχείο α΄ και 3 της οδηγίας 89/48 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, με την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας αυτής, ένα κράτος-μέλος υποδοχής υποχρεούται να αναγνωρίσει δίπλωμα που χορηγήθηκε από αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους, μολονότι με το δίπλωμα αυτό πιστοποιούνται σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος-μέλος υποδοχής και οι οποίες, κατά τη νομοθεσία αυτού του κράτους-μέλους, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως ... [Η] ερμηνεία αυτή δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την αρμοδιότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Κατ’ αρχάς ... η οδηγία 89/48 δεν αφορά την αναγνώριση ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών, αλλά μόνον τα επαγγελματικά προσόντα τα οποία παρέχουν πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα ... αντιθέτως προς τις τομεακές οδηγίες που αφορούν επιμέρους επαγγέλματα, η οδηγία 89/48 δεν σκοπεί να εναρμονίσει τους όρους προσβάσεως στα διάφορα επαγγέλματα στα οποία έχει εφαρμογή ή τους όρους ασκήσεως των επαγγελμάτων αυτών, τα δε κράτη-μέλη εξακολουθούν, συνεπώς, να είναι αρμόδια για τον καθορισμό των όρων αυτών εντός των ορίων που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο ... Τέλος, η μέθοδος αναγνωρίσεως που καθιερώνει η οδηγία 89/48 δεν έχει ως αποτέλεσμα την αυτόματη και άνευ όρων αναγνώριση των διπλωμάτων και επαγγελματικών προσόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής επιτρέπει ρητώς την επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων αν η εκπαίδευση του αιτούντος διαφέρει ως προς τη διάρκεια ή το περιεχόμενό της από την απαιτούμενη στην Ελλάδα εκπαίδευση. Ομοίως, δοθέντος ότι χορηγούνται από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών αποκλειστικά βάσει των κανόνων που διέπουν τα αντίστοιχα συστήματά τους επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, τα διπλώματα που πιστοποιούν σπουδές που πραγματοποιήθηκαν βάσει συμφωνίας δικαιοχρήσεως δεν εντάσσονται, από απόψεως της οδηγίας 89/48, στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ως εκ τούτου, ο σκοπός της διασφαλίσεως του υψηλού επιπέδου των ελληνικών πανεπιστημιακών σπουδών δεν τίθεται σε κίνδυνο από τις σπουδές αυτές, η διασφάλιση της ποιότητας των οποίων εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών-μελών, οι οποίες χορηγούν τα διπλώματα που πιστοποιούν τις εν λόγω σπουδές (βλ. επί των αυτών ζητημάτων ΔΕΚ διάταξη της 13ης Νοεμβρίου 2008, υποθέσεις C-180/08 και C-186/08, Καστρινάκη, καθώς και την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2008, υπόθεση C-286/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας, βλ. και ΣτΕ 853/2010).

10. Επειδή, περαιτέρω, εν σχέσει προς την ερμηνεία διατάξεων της προαναφερθείσας οδηγίας 92/51/ΕΟΚ, υπό το φως των άρθρων 39 παρ. 1, 40 παρ. 1, 43, 47 παρ. 1, 49, 55, 149 και 150 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας [όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση εκείνη χρόνο (Συνθήκη του Άμστερνταμ, κυρωθείσα με τον ν. 2681/1999, Α΄ 47)], υποβλήθηκε στο ΔΕΚ από το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφαση 778/2007, το εξής προδικαστικό ερώτημα: “Όταν υπήκοος κράτους-μέλους, επικαλούμενος τίτλο που εμπίπτει, κατ’ αυτόν, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ ... ζητεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής να του επιτραπεί η πρόσβαση σε επάγγελμα νομοθετικώς κατοχυρωμένο στο κράτος-μέλος υποδοχής ή η άσκηση του επαγγέλματος τούτου, οι αρχές αυτές έχουν [ή όχι] ... τη δυνατότητα να απορρίψουν το αίτημα του ενδιαφερομένου (και να αποκλείσουν, έτσι, παντελώς την πρόσβασή του στο ανωτέρω επάγγελμα ή την άσκησή του στο κράτος-μέλος υποδοχής), εκ μόνου του λόγου ότι ο επίμαχος τίτλος έχει μεν χορηγηθεί από αρχή του κράτους-μέλους προελεύσεως, αλλά κατόπιν σπουδών, το μεγαλύτερο τμήμα των οποίων πραγματοποιήθηκε στο κράτος-μέλος υποδοχής και σε φορέα, ο οποίος λειτουργεί μεν ελευθέρως στο κράτος-μέλος υποδοχής, δεν αναγνωρίζεται, όμως, ως εκπαιδευτικό ίδρυμα στο κράτος τούτο, δυνάμει σχετικής γενικής διατάξεως της νομοθεσίας του”. Επί του προδικαστικού τούτου ερωτήματος το ΔΕΚ εξέδωσε την απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2008 [υπόθεση C-151/07, Χατζηθανάσης]. Με την απόφαση αυτή το ΔΕΚ, αφού διαπίστωσε ότι τίθεται κατ’ ουσίαν το ζήτημα αν οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής υποχρεούνται, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 92/51, να αναγνωρίζουν το δίπλωμα που έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους και πιστοποιεί την ολοκλήρωση σπουδών που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, σε φορέα εγκατεστημένο στο κράτος-μέλος υποδοχής, ο οποίος δυνάμει της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους-μέλους δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, έκρινε τα εξής: (α) Εν σχέσει προς την οδηγία 89/48, το ΔΕΚ έχει ήδη αποφανθεί (απόφαση της 23.10.2008, C-274/05, Επιτροπή κατά Ελλάδος, βλ. ανωτέρω), αφενός, ότι η οδηγία αυτή δεν προβλέπει περιορισμούς όσον αφορά το κράτος-μέλος εντός του οποίου ο αιτών πρέπει να έχει αποκτήσει τα επαγγελματικά του προσόντα και, αφετέρου, ότι εναπόκειται αποκλειστικά στις αρμόδιες αρχές οι οποίες χορηγούν τα διπλώματα που παρέχουν πρόσβαση στα νομικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα να ελέγχουν, βάσει των κανόνων που διέπουν το σύστημά τους επαγγελματικής εκπαίδευσης, αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση των διπλωμάτων αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι προϋποθέσεις που αφορούν το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο σπούδασε ο κάτοχος του διπλώματος. (β) Από τη νομολογία προκύπτει, επίσης (βλ. την απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος), ότι η ερμηνεία αυτή δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την αρμοδιότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, αφού το επίμαχο δίπλωμα δεν εντάσσεται, από την άποψη της οδηγίας 89/48, στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά στο εκπαιδευτικό σύστημα του κράτους-μέλους από το οποίο εξαρτάται η αρμόδια αρχή που έχει χορηγήσει το δίπλωμα αυτό. Κατά συνέπεια, στην τελευταία αυτήν αρχή εναπόκειται να διασφαλίζει την ποιότητα της σχετικής εκπαίδευσης. (γ) Το ΔΕΚ έχει επίσης δεχθεί (βλ. απόφαση της 23.10.2008, C-286/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας) ότι το γεγονός ότι ο υπήκοος κράτους-μέλους που επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα επιλέγει να αρχίσει να το ασκεί στο κράτος-μέλος της προτίμησής του δεν συνιστά αυτό καθαυτό κατάχρηση του γενικού συστήματος αναγνώρισης που θεσπίζει η οδηγία 89/48 και ότι το δικαίωμα των υπηκόων κράτους-μέλους να επιλέγουν το κράτος-μέλος εντός του οποίου επιθυμούν να αποκτήσουν τα επαγγελματικά προσόντα τους είναι συμφυές με την άσκηση, σε μια ενιαία αγορά, των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζει η Συνθήκη. (δ) Δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 92/51 ταυτίζονται κατ’ ουσίαν με τις διατάξεις της οδηγίας 89/48 και δεδομένου ότι, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/51, το συμπληρωματικό σύστημα που θεσπίζει η οδηγία αυτή βασίζεται ρητώς στις ίδιες αρχές και περιλαμβάνει, τηρουμένων των αναλογιών, τους ίδιους κανόνες με το αρχικό γενικό σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 89/48, η ίδια συλλογιστική πρέπει να γίνει δεκτή και για την οδηγία 92/51. Εν όψει όλων των ανωτέρω, το ΔΕΚ απήντησε στο υποβληθέν με την ΣτΕ 778/2007 απόφαση προδικαστικό ερώτημα ως εξής: “Τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, 3 και 4 της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ ... έχουν την έννοια ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής υποχρεούνται, κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, να αναγνωρίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4 της ίδιας αυτής οδηγίας, το δίπλωμα που έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους και πιστοποιεί την ολοκλήρωση σπουδών που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, σε φορέα εγκατεστημένο στο κράτος-μέλος υποδοχής ο οποίος, δυνάμει της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους-μέλους, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα” [βλ. ΣτΕ 4161/2011, συναφώς, βλ. και την απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2008 στην υπόθεση C-84/07, Eπιτροπή κατά Ελλάδος].

11. Επειδή, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην ανωτέρω οδηγία 2005/36/ΕΚ εκδόθηκε το π.δ. 38/2010 (Α΄ 78), το οποίο ακολούθως τροποποιήθηκε με τους νόμους 4093/2012 και 4111/2013, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα κατωτέρω [ως προς τις μεταγενέστερες του κρίσιμου εν προκειμένω χρόνου τροποποιήσεις του π.δ. 38/2010, βλ. π.δ. 51/2017 (Α΄ 82), καθώς και άρθρο 98 του ν. 4610/2019 (Α΄ 70/7.5.2019) και άρθρο 168 του ν. 4635/2019 (Α΄ 167/30.10.2019)]. Ειδικότερα: Αρχικώς, στον Τίτλο Ι του δ/τος αυτού, που περιέχει τις “Γενικές Διατάξεις”, το άρθρο 1 όριζε ότι σκοπός των ρυθμίσεων είναι η εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας προς την προαναφερθείσα οδηγία. Με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222/12.11.2012) προστέθηκε στο άρθρο 1 του δ/τος παράγραφος 2 και ορίσθηκε ότι με το διάταγμα ρυθμίζονται, επίσης, “οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων” [βλ. συναφώς και άρθρο 30 παρ. 40 του ν. 4111/2013 για την αντικατάσταση του τίτλου του π.δ/τος]. Με το άρθρο 30 παρ. 27 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18) η ανωτέρω παράγραφος 2 του άρθρου 1 του π.δ. 38/2010 αντικαταστάθηκε και ορίσθηκε ότι με το διάταγμα “Ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, όταν πρόκειται για πτυχίο πρώτου κύκλου σπουδών, μικρότερο τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης όταν πρόκειται για μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης και τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης όταν πρόκειται για διδακτορικό κύκλο σπουδών άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων”· ορίσθηκε, επίσης, ότι η ανωτέρω ρύθμιση “ισχύει από 19.11.2012”. Το άρθρο 2 του π.δ. 38/2010 αντικαταστάθηκε με την περίπτωση 2 της αυτής υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ως εξής: “1. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του παρόντος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους-μέλους ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ελλάδα έχοντας αποκτήσει τα επαγγελματικά του προσόντα σε άλλο κράτος-μέλος είτε ως αυτοαπασχολούμενος είτε ως μισθωτός, συμπεριλαμβανομένων των ασκούντων ελευθέρια επαγγέλματα. 2. Όταν για ένα συγκεκριμένο νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα έχουν θεσπισθεί ... άλλες ειδικές ρυθμίσεις ... δεν εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος διατάγματος. 3. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους-μέλους ο οποίος, έχοντας αποκτήσει τίτλο τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλου κράτους-μέλους, δεν πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 4. Εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου τα επαγγέλµατα του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ [αναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης] ...”. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του δ/τος, για τους σκοπούς του δτος ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) Νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα: “η επαγγελματική δραστηριότητα ή το σύνολο επαγγελματικών δραστηριοτήτων των οποίων η ανάληψη, η άσκηση ή ένας από τους όρους άσκησης εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα, δυνάμει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων· ειδικότερα, όρο άσκησης συνιστά η χρήση επαγγελματικού τίτλου που προορίζεται, βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, μόνον σε όποιον κατέχει συγκεκριμένο επαγγελματικό προσόν. Όταν το ανωτέρω εδάφιο δεν έχει εφαρμογή, επάγγελμα αναφερόμενο στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου εξομοιώνεται προς νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα”. (β) Επαγγελματικά προσόντα: “τα προσόντα που πιστοποιούνται από τίτλο εκπαίδευσης, από βεβαίωση επάρκειας που αναφέρεται στο άρθρο 11, στοιχείο α) εδάφιο (i) ή/και από επαγγελματική πείρα”. (γ) Τίτλος εκπαίδευσης: “τα διπλώματα, πιστοποιητικά ή άλλοι τίτλοι που χορηγούνται από αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει ορισθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους, και βεβαιώνουν επιτυχώς περατωθείσα επαγγελματική εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί, κατά κύριο λόγο, στην Κοινότητα. Όταν δεν έχει εφαρμογή το ανωτέρω εδάφιο, τίτλος εκπαίδευσης αναφερόμενος στην παράγραφο 3 εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης”. (δ) Αρμόδια αρχή: “οποιαδήποτε αρχή ή οργανισμός που έχει εξουσιοδοτηθεί ειδικά από τα κράτη μέλη να χορηγεί ή να παραλαμβάνει τους τίτλους εκπαίδευσης και άλλα έγγραφα ή πληροφορίες, καθώς και να παραλαμβάνει τις αιτήσεις και να λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στο παρόν διάταγμα”. (ε) Νομοθετικά ρυθμιζόμενη εκπαίδευση: “κάθε εκπαίδευση η οποία είναι άμεσα προσανατολισμένη στην άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλµατος και συνίσταται σε κύκλο σπουδών που ενδεχομένως συμπληρώνεται από επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, πρακτική άσκηση ή άσκηση του επαγγέλµατος ...”. (στ) Επαγγελματική εμπειρία: “η πραγματική και νόμιμη άσκηση ... του σχετικού επαγγέλµατος σε ένα κράτος-μέλος”. (ζ) Πρακτική άσκηση προσαρμογής: “η άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλµατος, η οποία πραγματοποιείται στην Ελλάδα υπό την ευθύνη αναγνωρισμένου επαγγελματία και συνοδεύεται, ενδεχομένως, από συμπληρωματική εκπαίδευση ...”. (ζ) Δοκιμασία επάρκειας: έλεγχος των επαγγελματιών γνώσεων και δεξιοτήτων, με σκοπό να αξιολογηθεί η ικανότητα του αιτούντος να ασκήσει νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ελλάδα. Στο ίδιο άρθρο 3 ορίζονται, περαιτέρω, τα εξής: “2. Εξομοιώνεται προς νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα το επάγγελμα που ασκείται από μέλη ένωσης ή οργάνωσης του παραρτήματος Ι ... 3. Εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης κάθε τίτλος εκπαίδευσης που χορηγείται από τρίτη χώρα, εφόσον ο κάτοχος του διαθέτει στο συγκεκριμένο επάγγελμα τριετή επαγγελματική πείρα στο έδαφος του κράτους-μέλους, το οποίο αναγνώρισε τον εν λόγω τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, και εφόσον η επαγγελματική αυτή πείρα πιστοποιείται από το εν λόγω κράτος-μέλος. 4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2. 5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 του άρθρου 2 νοείται ως ‘τίτλος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης’ ο αναγνωρισμένος τίτλος τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, όταν πρόκειται για πτυχίο πρώτου κύκλου σπουδών, μικρότερο τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης όταν πρόκειται για μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης και τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης όταν πρόκειται για διδακτορικό κύκλο σπουδών, που απονέμεται από ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης” [οι παράγραφοι 4 και 5 προστέθηκαν στο άρθρο 3 με τις περιπτώσεις 3 και 4 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η δε παράγραφος 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 παρ. 28 του ν. 4111/2013 και ορίσθηκε ότι η ρύθμιση “ισχύει από 19.11.2012”]. Κατά το επόμενο άρθρο 4: “1. Η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος παρέχει στον δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει στην Ελλάδα πρόσβαση στο ίδιο επάγγελμα, για το οποίο διαθέτει τα προσόντα στο κράτος-μέλος καταγωγής, και να το ασκεί στην Ελλάδα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους Έλληνες υπηκόους. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος, το επάγγελμα που επιθυμεί να ασκήσει ο αιτών στην Ελλάδα είναι το ίδιο με εκείνο, για το οποίο διαθέτει τα προσόντα στο κράτος-μέλος καταγωγής, εφόσον οι καλυπτόμενες δραστηρότητες είναι συγκρίσιμες. 3. Η αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αυτό που απονέμεται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος, παρέχει στον δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει στην Ελλάδα πρόσβαση και να ασκήσει συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ως μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος με τις ίδιες προϋποθέσεις και όρους με τους κατόχους συγκρίσιμων τίτλων του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, εκτός των περιπτώσεων που απαιτούνται αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα και ιδίως για θέσεις καθηγητών ΑΕΙ, ερευνητών και ειδικού επιστημονικού προσωπικού” [όπως η παρ. 3, που προστέθηκε στο άρθρο 4 με την περ. 5 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 παρ. 29 του ν. 4111/2013 και ορίσθηκε ότι “ισχύει από 19.11.2012”]. Ο Τίτλος ΙΙ του αυτού π.δ. 38/2010 περιέχει διατάξεις για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ο δε Τίτλος ΙΙΙ για την ελευθερία εγκατάστασης. Προβλέπονται δε, στο Κεφάλαιο Ι του Τίτλου ΙΙΙ για το “Γενικό σύστημα αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης”, τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 13: “1. Εάν για την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος απαιτείται στην Ελλάδα η κατοχή συγκεκριμένων επαγγελματικών προσόντων, η αρμόδια αρχή του άρθρου 54 παρέχει την δυνατότητα ανάληψης του οικείου επαγγέλματος και της άσκησής του, υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που ισχύουν για Έλληνες πολίτες, στους αιτούντες που είναι κάτοχοι της βεβαίωσης επάρκειας ή του τίτλου εκπαίδευσης που απαιτείται από άλλο κράτος-μέλος για την ανάληψη ή την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στην επικράτεια του. Οι βεβαιώσεις επάρκειας ή οι τίτλοι εκπαίδευσης πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) να έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους-μέλους, η οποία έχει ορισθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους. β) να βεβαιώνουν επίπεδο επαγγελματικών προσόντων τουλάχιστον ισοδύναμο με το αμέσως προηγούμενο επίπεδο εκείνου που απαιτείται στην Ελλάδα, όπως ορίζεται στο άρθρο 11. 2. ... 4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2” [η παρ. 4 προστέθηκε στο άρθρο 13 με την περ. 9 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012]. Κατά το άρθρο 14: “1. Το άρθρο 13 δεν κωλύει την αρμόδια αρχή του άρθρου 54 να απαιτεί από τον αιτούντα την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής επί τρία έτη, κατ’ ανώτατο όριο, ή την υποβολή σε δοκιμασία επάρκειας σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) εφόσον η διάρκεια της εκπαίδευσης που επικαλείται δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφοι 1 ή 2, είναι μικρότερη κατά τουλάχιστον ένα έτος από εκείνη που απαιτείται στην Ελλάδα. β) εφόσον η εκπαίδευση που έχει λάβει αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τον απαιτούμενο στην Ελλάδα τίτλο εκπαίδευσης. γ) εφόσον το νομοθετικώς ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ελλάδα περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικώς ρυθμιζόμενες επαγγελματικές δραστηριότητες, οι οποίες δεν υπάρχουν στο αντίστοιχο επάγγελμα στο κράτος-μέλος προέλευσης του αιτούντος, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2, και εφόσον η εν λόγω διαφορά συνίσταται στη συγκεκριμένη εκπαίδευση που απαιτείται στην Ελλάδα και η οποία αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τη βεβαίωση επάρκειας ή τον τίτλο εκπαίδευσης που διαθέτει ο αιτών. 2. Όταν η αρμόδια αρχή κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, οφείλει να παρέχει στον αιτούντα την ευχέρεια επιλογής μεταξύ της πρακτικής άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας ... 4. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχεία β) και γ), νοούνται ως ‘τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικοί’ οι τομείς των οποίων η γνώση είναι απαραίτητη για την άσκηση του επαγγέλµατος και ως προς τους οποίους η εκπαίδευση που έχει λάβει ο [αιτών] παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά τη διάρκεια ή το περιεχόμενο σε σχέση με την εκπαίδευση που απαιτείται στη χώρα. 5. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας. Ειδικότερα, εάν η αρμόδια αρχή του άρθρου 54 προτίθεται να απαιτήσει από τον αιτούντα την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής ή την υποβολή του σε δοκιμασία επάρκειας, πρέπει κατ’ αρχάς να εξακριβώσει κατά πόσον οι γνώσεις που έχει αποκτήσει ο αιτών κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας του σε κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα είναι ικανές να καλύψουν, πλήρως ή μερικώς, την ουσιώδη διαφορά για την οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 4. 6... 8. Οι παράγραφοι 1 έως 7 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2” [η παρ. 8 προστέθηκε στο άρθρο 1 με την περ. 10 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012]. Σύμφωνα δε με το άρθρο 11 του π.δ. 38/2010, “Για την εφαρμογή του άρθρου 13, ορίζονται τα ακόλουθα επίπεδα επαγγελματικών προσόντων: α) βεβαίωση επάρκειας ... β) πιστοποιητικό ... γ) δίπλωμα ... δ) δίπλωμα που βεβαιώνει επιτυχή ολοκλήρωση της εκπαίδευσης μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, διάρκειας τουλάχιστον τριών και όχι άνω των τεσσάρων ετών ή ισοδύναμης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, σε πανεπιστήµιο ή ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου, καθώς και την ενδεχομένως απαιτούμενη επιπλέον αυτού του κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών επαγγελματική κατάρτιση· ε) ...”.

12. Επειδή, περαιτέρω, στο Κεφάλαιο IV του Τίτλου ΙΙΙ του π.δ. 38/2010, που αφορά, κατά τα ανωτέρω, την ελευθερία εγκατάστασης, ορίζονται τα εξής: Άρθρο 50: “1. Προκειμένου να αποφανθούν επί αιτήσεως αδείας για την άσκηση του οικείου νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος κατ’ εφαρμογή του παρόντος τίτλου, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν την κατάθεση των εγγράφων και των πιστοποιητικών του παραρτήματος VIΙ … 3. Σε περιπτώσεις δικαιολογημένων αμφιβολιών, εφόσον έχουν εκδοθεί τίτλοι εκπαίδευσης, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ), από αρμόδια αρχή κράτους-μέλους και περιλαμβάνουν την εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε εκπαιδευτικό ίδρυμα που εδρεύει νόμιμα, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, στην ελληνική επικράτεια ή στην επικράτεια άλλου κράτους-μέλους, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές επαληθεύουν με τον αρμόδιο φορέα στο κράτος-μέλος καταγωγής του τίτλου: α) κατά πόσον η εκπαίδευση στο ίδρυμα που παρέσχε την κατάρτιση έχει πιστοποιηθεί επισήμως από το εκπαιδευτικό ίδρυμα που βρίσκεται στο κράτος-μέλος καταγωγής του τίτλου· β) κατά πόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης που έχουν εκδοθεί είναι οι ίδιοι με εκείνους που θα είχαν χορηγηθεί εάν η εκπαίδευση είχε πραγματοποιηθεί εξ ολοκλήρου στο κράτος-μέλος καταγωγής του τίτλου και γ) κατά πόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης προσδίδουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα στην επικράτεια του κράτους-μέλους που χορήγησε τον τίτλο. 4. … 5. Οι παράγραφοι 1, 3 και 4 έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 και σε περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβολιών οι αρμόδιες ελληνικές αρχές απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους-μέλους επιβεβαίωση του γνησίου των βεβαιώσεων και πιστοποιητικών και των τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται σε αυτό το κράτος-μέλος” [η παρ. 5 προστέθηκε στο άρθρο 50 με την περ. 14 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012]. Άρθρο 52: “Οι δικαιούχοι της αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων πρέπει να διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις της ελληνικής γλώσσας για την άσκηση του επαγγέλματος στην Ελλάδα … Το παρόν άρθρο έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2” [το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε στο άρθρο 52 με την περ. 15 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012]. Άρθρο 53: “Με την επιφύλαξη των άρθρων 7 και 51, οι αρμόδιες αρχές αναγνωρίζουν στους ενδιαφερομένους το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τον τίτλο εκπαίδευσης του κράτους-μέλους καταγωγής, και ενδεχομένως τη σύντμησή του, στη γλώσσα του κράτους-μέλους καταγωγής. Ο εν λόγω τίτλος πρέπει να συνοδεύεται από το όνομα και τον τόπο του ιδρύματος ή της εξεταστικής επιτροπής που τον χορήγησε. Εφόσον μπορεί να προκληθεί σύγχυση μεταξύ του εν λόγω τίτλου εκπαίδευσης που έχει χορηγήσει το κράτος-μέλος καταγωγής και ενός τίτλου για τον οποίο απαιτείται στην Ελλάδα συμπληρωματική εκπαίδευση που δεν διαθέτει ο δικαιούχος, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίσουν ότι ο δικαιούχος θα χρησιμοποιεί τον τίτλο εκπαίδευσης του κράτους-μέλους καταγωγής με την ενδεικνυόμενη μορφή την οποία θα επισημάνει. Το παρόν άρθρο έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2” [το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε στο άρθρο 53 με την περ. 16 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012]. Άρθρο 54 παρ. 1: “Αρμόδια αρχή για να δέχεται τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων και να εκδίδει: α) τις αποφάσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, είτε επί τη βάσει του γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης (Τίτλος III, Κεφάλαιο Ι), είτε επί τη βάσει της αναγνώρισης της επαγγελματικής πείρας (Τίτλος III, Κεφάλαιο II) και β) τις αποφάσεις αναγνώρισης της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 είναι το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων (ΣΑΕΠ)” [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την περ. 17 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012]. Άρθρο 55: “1. Συνιστάται στο Υπουργείο Παιδείας ... συλλογικό όργανο με την ονομασία ‘Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων’, το οποίο λαμβάνει αποφάσεις για: α) την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τους όρους των Κεφαλαίων Ι και II του Τίτλου III, καθώς και του Τμήματος 5 του Κεφαλαίου III του Τίτλου III του παρόντος διατάγματος και β) την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος. 2. Στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου ανήκουν ιδίως: α) … γ) Η έκδοση απόφασης: i) για την αναγνώριση ή μη των επαγγελματικών προσόντων επί τη βάσει των προσκομιζομένων τίτλων ή της κεκτημένης επαγγελματικής πείρας, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος διατάγματος (Τίτλος III, Κεφάλαια Ι, II, III Τμήμα 5) και ii) για την αναγνώριση ή μη της επαγγελματικής ισοδυναμίας των γνώσεων και των προσόντων που πιστοποιούνται από τίτλο κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης προς τα πιστοποιούμενα με τίτλο που απονέμεται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2. δ) ...” [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την περ. 20 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012]. Άρθρο 56 παρ. 1: “Το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων αποφαίνεται: α) επί αιτήσεων αναγνωρίσεως επαγγελματικών προσόντων ... και β) επί αιτήσεων αναγνωρίσεως επαγγελματικής ισοδυναµίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος” [όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε, αρχικώς, με την περ. 21 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και, ακολούθως, με το άρθρο 5 (Κεφάλαιο ΙΙ άρθρο 2 “Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 38/2010”) του ν. 4205/2013 (Α΄ 242)]. Άρθρο 57: “1. Η αναγνώριση του δικαιώματος ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, σύμφωνα με την Οδηγία 2005/36/ΕΚ, γίνεται με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του Συμβουλίου Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων ή μιας των λοιπών αρμόδιων προς τούτο αρχών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του παρόντος. 2. Η αίτηση αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων υποβάλλεται στην υπηρεσία ... Με την αίτηση υποβάλλονται και τα έγγραφα και πιστοποιητικά του παραρτήματος VII του παρόντος διατάγματος σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα ... 6. Η απόφαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή η μη έκδοσή της, δύναται να προσβληθεί με ένδικα μέσα ενώπιον των αρμόδιων ελληνικών δικαστηρίων. 7. ... 8. Ο ενδιαφερόμενος δύναται να ασκήσει άπαξ ενδικοφανή διοικητική προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων και να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση της απόφασης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή της ... Το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων γνωστοποιεί στον προσφεύγοντα την απόφασή του το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες. 9. Η διαδικασία εξέτασης αιτήσεων στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 στις οποίες αρμόδιο όργανο για την υποβολή και την εξέταση της αίτησης αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας είναι το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο εντός έξι μηνών από τη συμπλήρωση του φακέλου του αιτούντος με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Κατά τα λοιπά έχουν εφαρμογή οι παράγραφοι 1 έως 2, 6 και 8” [οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 57 αντικαταστάθηκαν, αρχικώς, με την περ. 22 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και, ακολούθως, με το άρθρο 30 παρ. 30 του ν. 4111/2013 και ορίσθηκε ότι η ρύθμιση “ισχύει από 19.11.2012”· οι παρ. 7, 8 και 9 προστέθηκαν με την περ. 23 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 30 παρ. 31-32 του ν. 4111/2013]. Άρθρο 57Α: “1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος το Συμβούλιο δύναται να απαιτεί την υποβολή του αιτούντος σε γραπτή δοκιμασία εφόσον η εκπαίδευση που έχει λάβει αφορά ουσιωδώς διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα από εκείνα που καλύπτονται από τους τίτλους που απονέμονται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος ή/και εφόσον η διάρκεια της εκπαίδευσης του υπολείπεται χρονικά από εκείνη που απαιτείται στην Ελλάδα. 2. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας ... καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια αναφορικά με τη πραγματοποίηση της γραπτής δοκιμασίας” [το άρθρο αυτό προστέθηκε στο π.δ. 38/2010 με την περ. 24 της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012]. Κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 57Α του π.δ. 38/2010 εκδόθηκε η 48066/ΙΑ/2014 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β΄ 896/10.4.2014), σκοπός της οποίας είναι, κατά το άρθρο 1 αυτής, “ο καθορισμός των αρμοδίων οργάνων, των όρων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας πραγματοποίησης της γραπτής δοκιμασίας επαγγελματικής ισοδυναμίας που δύναται να επιβληθεί από το ΣΑΕΠ στους ενδιαφερόμενους της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του π.δ. 38/2010”.

13. Επειδή, στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω ν. 4093/2012 [με τον τίτλο “Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016”] διαλαμβάνονται τα εξής, ως προς τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις του π.δ. 38/2010: Σκοπός των ρυθµίσεων “είναι η σύσταση ενιαίας αρµόδιας εθνικής αρχής και ο καθορισµός διαδικασίας για την, κατ’ εφαρµογή της νοµολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (π.χ. υπόθεση Βλασσοπούλου), των σχετικών συστάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και σε συµµόρφωση µε τις συναφείς υποχρεώσεις που απορρέουν από το Μνηµόνιο, εξέταση της επαγγελµατικής ισοδυναµίας µεταξύ των γνώσεων και των προσόντων που πιστοποιούνται από τίτλους τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλων κρατών µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκείνων που πιστοποιούνται από τίτλους του ηµεδαπού εκπαιδευτικού συστήµατος, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ περί αναγνώρισης επαγγελµατικών προσόντων, προκειµένου για την ανάληψη και άσκηση οικονοµικής δραστηριότητας στην Ελλάδα από τους κατόχους των εν λόγω τίτλων. Η οικονοµική αυτή δραστηριότητα δύναται να αφορά µισθωτούς και αυτοαπασχολούµενους. Σηµειώνεται ότι για την διευθέτηση του εν θέµατι ζητήµατος έχει κινηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαδικασία Παράβασης κατά της χώρας µας, κατόπιν της αποστολής της υπ’ αριθ. 7598/2012 Προειδοποιητικής Επιστολής. Με την προτεινόµενη ρύθµιση επιχειρείται να καλυφθεί το θεσµικό κενό που παρουσιάζεται στις περιπτώσεις όπου, σύµφωνα και µε τη νοµολογία του ΔΕΕ, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη εφαρµογή των άρθρων των Ευρωπαϊκών Συνθηκών που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζοµένων εντός της ΕΕ για την ανάληψη και άσκηση στην Ελλάδα οικονοµικής δραστηριότητας νοµοθετικά ρυθµιζόµενης ή µη, όταν δεν υφίσταται συναφές παράγωγο κοινοτικό δίκαιο ή όταν δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται από το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο ...”. Με τη νέα διατύπωση του άρθρου 1 του π.δ. 38/2010, ο σκοπός του εν λόγω δ/τος “διευρύνεται με τη συμπερίληψη των περιπτώσεων στις οποίες δεν πληρούνται οι όροι της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ”, αναδιατυπώνεται, αντιστοίχως, το πεδίο εφαρμογής του δ/τος, “με σαφή διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων που εμπίπτουν στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ και εκείνων που εκφεύγουν αυτής”, παρέχονται οι απαραίτητες διευκρινίσεις “προς σαφέστερη οριοθέτηση μεταξύ των περιπτώσεων που υπάγονται στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ και αυτών που θα υπαχθούν στην διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας”, αναμορφώνονται δε οι διατάξεις περί λειτουργίας του ΣΑΕΠ, “με σκοπό τη συμπερίληψη της αρμοδιότητας αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναµίας”. Στην δε προειδοποιητική επιστολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής [επιστολή 7598/30.4.2012], μνεία της οποίας γίνεται στην ανωτέρω αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: Ο ν. 3328/2005 (Α΄ 80), με τον οποίο ιδρύθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ο ΔΟΑΤΑΠ, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την “αναγνώριση τίτλων σπουδών που απονέμονται από ομοταγή εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, πανεπιστημιακής και τεχνολογικής κατεύθυνσης της αλλοδαπής”, προβλέπει διαδικασία αναγνώρισης τίτλων, η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν η αίτηση αναγνώρισης δεν καλύπτεται από το π.δ. 38/2010 περί μεταφοράς της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, ως ίσχυε αρχικώς. Δοθέντος, όμως, ότι ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν έλκεται σε εφαρμογή η προαναφερθείσα οδηγία, “η διαδικασία αναγνώρισης των εν λόγω τίτλων σπουδών πρέπει να είναι σύμφωνη με τους κανόνες των άρθρων 45, 49 και 56 ΣΛΕΕ”, από την επισκόπιση των διατάξεων του ν. 3328/2005 η ΕΕ διαπιστώνει αντίθεση προς τους κανόνες της Συνθήκης, καθόσον ο νόμος αυτός “δεν επιτρέπει την αναγνώριση των τίτλων σπουδών που χορηγούνται στο πλαίσιο συμφωνίας δικαιόχρησης ...[η] απαγόρευση αναγνώρισης των τίτλων σπουδών άλλων κρατών-μελών, οι οποίοι χορηγούνται βάσει συμφωνίας δικαιόχρησης, αποτελεί εμπόδιο στην ελευθερία εγκατάστασης [άρθρο 49] στην Ελλάδα, στο μέτρο που εμποδίζει τους επαγγελματίες κατόχους διπλωµάτων άλλων κρατών-μελών που χορηγούνται βάσει συμφωνίας δικαιόχρησης να εγκατασταθούν στη χώρα, εφόσον δεν μπορούν να τύχουν της αναγνώρισης σύμφωνα με την οδηγία 2005/36/ΕΚ. Η απαγόρευση αυτή αποτελεί επίσης εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών [άρθρο 56], διότι είναι δυνατό να αποθαρρύνει τους φοιτητές να εγγραφούν στα ιδρύματα που λειτουργούν βάσει συμφωνίας δικαιόχρησης και να παρακωλύσει σοβαρά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στην ελληνική επικράτεια από πανεπιστήµια της αλλοδαπής. Ακόμη, η εν λόγω απαγόρευση αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζοµένων [άρθρο 45], διότι οι κάτοχοι διπλωµάτων δικαιόχρησης δεν μπορούν να συμμετέχουν σε ορισμένους διαγωνισμούς για την πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο ούτε να λαμβάνουν ... τους ίδιους μισθούς στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα ...”. Στην ανωτέρω προειδοποιητική επιστολή αναφέρεται, προς αντίκρουση των θέσεων των ελληνικών αρχών επί των αιτιάσεων της Επιτροπής και κατ’ επίκληση της νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι ναι μεν οι χορηγούμενοι υπό καθεστώς συμφωνίας δικαιόχρησης τίτλοι σπουδών “δεν υπάγονται στο ελληνικό πανεπιστημιακό σύστημα, ωστόσο, εφόσον πρόκειται για τίτλους άλλων κρατών-μελών, πρέπει να υποβάλλονται σε διαδικασία αναγνώρισης σύμφωνη με τους κανόνες της Συνθήκης”, ότι η παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πανεπιστήµιο που εδρεύει σε άλλο κράτος-μέλος, δυνάμει συμφωνίας δικαιόχρησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56, ότι ακόμη και εάν οι κάτοχοι των τίτλων σπουδών είναι Έλληνες πολίτες και πραγματοποίησαν σπουδές στην ελληνική επικράτεια, εφόσον πάντως είναι κάτοχοι τίτλου άλλου κράτους-μέλους, τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 49 και 45 και ότι οι αποφάσεις του ΔΕΚ στις υποθέσεις C-274/05 και C-84/07, Eπιτροπή κατά Ελλάδος [βλ. ανωτέρω] ερείδονται όχι μόνο στις διατάξεις των οδηγιών, αλλά και “στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου οι οποίες απορρέουν από τη Συνθήκη”. Κατά την γνώμη δε της Επιτροπής, “η μόνη δικαιολογημένη και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας προϋπόθεση υπό το πρίσμα ... της Συνθήκης, για να μπορεί ο τίτλος σπουδών να αναγνωρισθεί ως ισότιμος για επαγγελματικούς σκοπούς, είναι να έχει χορηγηθεί από ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης αναγνωρισμένο στο κράτος-μέλος καταγωγής” [συναφώς, βλ. τη σύσταση 1062947/21.12.2010 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα, την αιτιολογημένη γνώμη 4852/27.1.2011 της Επιτροπής].

14. Επειδή, εξ άλλου, με τον ν. 5197/1931 (Α΄ 259) ρυθμίσθηκαν τα της “επαγγελματικής εκπαιδεύσεως” στην Ελλάδα. Ακολούθως, στο άρθρο 5 του ν.δ. της 9/9 Οκτωβρίου 1935 “Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των κειμένων περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως διατάξεων” (Α΄ 451), ορίσθηκαν αρχικώς τα εξής: “1. Επιτρέπεται εις ιδιώτας να ιδρύωσιν ειδικάς επαγγελματικάς σχολάς υπό τους εξής όρους ... Η άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας χορηγείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας ... 2. Αι από της ισχύος του παρόντος νόμου ιδρυόμεναι ιδιωτικαί Επαγγελματικαί Σχολαί ή υφ’ οιανδήποτε μορφήν εμφανιζόμεναι ως σχολαί, Ακαδημίαι και εν γένει εκπαιδευτήρια άνευ της [ανωτέρω] οριζομένης αδείας, θεωρούνται ως εργαστήρια ελευθέρων σπουδών ... 3. Εντός τριών μηνών από της ισχύος του παρόντος νόμου, πάσα εν τω Κράτει λειτουργούσα ιδιωτική Επαγγελματική Σχολή προς παροχήν οιασδήποτε μορφώσεως καθόσον αφορά τας τέχνας και πρακτικά επαγγέλµατα και μη συμμορφωθείσα εντός ... προθεσμίας προς τας διατάξεις του εδαφίου 1 του παρόντος άρθρου αποβάλλει τον χαρακτήρα ιδιωτικής Επαγγελματικής Σχολής και θεωρείται δυνάμει του παρόντος νόμου, Εργαστήριον Ελευθέρων Σπουδών. 5. Απαγορεύεται εις τον ιδιοκτήτην ή ιδρυτήν ή Διευθυντήν Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών η χρησιμοποίησις προς χαρακτηρισμόν του Εργαστηρίου του ... οιουδήποτε τίτλου όστις ήθελε παριστάνει τούτο ως Σχολήν, Ακαδημίαν και εν γένει ως εκπαιδευτήριον, επιτρεπομένης της χρήσεως προς χαρακτηρισμόν αυτού μόνον του τίτλου ‘Εργαστήριον Ελευθέρων Σπουδών’ ... 6. Τα εργαστήρια ελευθέρων σπουδών δεν δικαιούνται να χορηγώσιν οιονδήποτε τίτλον σπουδών, πλην απλών βεβαιώσεων περί του χρόνου καθ’ ον ειργάσθη ο μαθητευόμενος και περί της επιδόσεως αυτού ...”. Ρυθμίσεις για τις “ιδιωτικές σχολικές μονάδες τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης” περιέλαβε, στη συνέχεια, ο ν. 1966/1991 (Α΄ 147), ο οποίος όρισε, στο άρθρο 13 παρ. 1, ότι “Απαγορεύεται η συστέγαση, στους ίδιους χώρους, ιδιωτικών σχολικών μονάδων τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης με εργαστήρια ελευθέρων σπουδών, καθώς και ο οποιοσδήποτε συνδυασμός αυτών, κατά την προβολή, αναγγελία, γνωστοποίηση ή διαφήμιση ή στις επιγραφές αυτών ...”, στο δε άρθρο 15 όρισε τα εξής: “1. Όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του από 9/9.10.1935 ν.δ. … εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ... τον εξής, αποκλειστικά και μόνο, τίτλο ‘Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών’ … Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούμενο με τα προηγούμενα εδάφια τύπο τίτλου όπως ιδίως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία, απαγορεύεται ... 2. Οι προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο ρυθμίσεις εφαρμόζονται αναλόγως και στα ήδη λειτουργούντα εργαστήρια ελευθέρων σπουδών ... Επωνυμίες εταιρειών εμπορικού δικαίου ως και ειδικά χαρακτηριστικά σήματα, που έχουν νόμιμα εγκριθεί και καταχωρισθεί στα οικεία μητρώα του Υπουργείου Εμπορίου και χρησιμοποιούνται ως τώρα, μπορεί να διατηρηθούν μόνο εφ’ όσον δεν αντιβαίνουν στις ρυθμίσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. 3. Από την έναρξη του παρόντος στους προσερχόμενους για εγγραφή σε εργαστήριο ελευθέρων σπουδών σπουδαστές, χορηγείται υποχρεωτικά … έντυπη δήλωση υπογραφόμενη από τον ιδιοκτήτη ή τον υπεύθυνο εκπρόσωπο του εργαστηρίου, στην οποία αναφέρεται ρητά ότι η βεβαίωση που θα χορηγηθεί μετά το πέρας των σπουδών δεν αποτελεί, κατά νόμο, τίτλο σπουδών ισότιμο με οποιονδήποτε άλλο τίτλο αναγνωρισμένης σχολικής μονάδας οποιασδήποτε βαθμίδας εκπαίδευσης στην Ελλάδα ...”. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού: Τα ήδη υφιστάμενα προβλήματα από τη λειτουργία των ΕΕΣ “επιδεινώνονται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει θεσμοθετημένο σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης ... Το Υπουργείο Παιδείας ... προτίθεται σύντομα να θεσμοθετήσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης που θα οδηγεί σε επίσημους αναγνωρισμένους τίτλους ... στο σύστημα αυτό θα μπορεί να αναπτυχθεί και η ιδιωτική πρωτοβουλία”, τα δε μέχρι σήμερα λειτουργούντα ΕΕΣ “θα μπορούν να ενταχθούν [στο νέο σύστημα] και να χορηγούν αναγνωρισμένους τίτλους, εφόσον θα πληρούν τις προϋποθέσεις και τις προδιαγραφές [που θα τεθούν]”.

15. Επειδή, με τον ν. 3696/2008 (Α΄ 177) εισήχθησαν νέες ρυθμίσεις για τη λειτουργία των εκπαιδευτηρίων μεταλυκειακής εκπαίδευσης. Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού επισημαίνεται, εν πρώτοις, ότι για πολλές δεκαετίες είχε διατηρηθεί “μια γκρίζα ζώνη στη μεταλυκειακή εκπαίδευση σε βάρος της ποιότητας και της προοπτικής της νέας γενιάς”, που είχε ως αποτέλεσμα την “εξομοίωση ικανών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με άλλα με ανύπαρκτες υποδομές, στοιχειώδη εκπαιδευτική μεθοδολογία και περιορισμένης ικανότητας διδάσκοντες”, και ότι με τις εισαγόμενες ρυθμίσεις “αντιμετωπίζονται τα προβλήματα του παρελθόντος με σεβασμό στην ισορροπία μεταξύ Συντάγματος, κοινοτικού δικαίου και εθνικής νομοθεσίας”. Περαιτέρω, διαλαμβάνονται τα εξής: “-Το σχέδιο είναι απολύτως συμβατό με το Σύνταγμα, ιδίως δε με το άρθρο 16 ... Η νέα μεταλυκειακή δομή των ‘κολλεγίων’ ... δεν αποτελεί πανεπιστημιακή εκπαίδευση και δεν οδηγεί σε πανεπιστημιακό τίτλο. -Το σχέδιο είναι απολύτως συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο ... -Το σχέδιο δεν ρυθμίζει θέματα αναγνώρισης ακαδημαϊκών ή επαγγελματικών προσόντων. Το ζήτημα αυτό, που συνδέεται άμεσα με την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη κοινοτικών οδηγιών, αποτελεί πεδίο άλλης ρύθμισης ... Καθιερώνεται η μη τυπική βαθμίδα εκπαίδευσης των ‘Κολλεγίων’. Τα Κολλέγια είναι πιστοποιημένοι πάροχοι υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης που παρέχουν μεταλυκειακή εκπαίδευση στην Ελλάδα ... Η πιστοποίηση εκ μέρους του Υπουργείου για τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων ... παρέχει δύο σημαντικά ευεργετήματα για τους πιστοποιηθέντες παρόχους ... Αφενός, μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο ‘Κολλέγιο’ και αφετέρου μόνο νομίμως πιστοποιημένα Κολλέγια μπορούν να παρέχουν προγράμματα σπουδών σε σύμπραξη με εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής ...”. Κατά τα οριζόμενα στον ν. 3696/2008, τα Κολλέγια είναι πάροχοι μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, για την ίδρυση και τη λειτουργία τους απαιτούνται αντίστοιχες άδειες, χορηγούμενες από το Υπουργείο Παιδείας, οι βεβαιώσεις δε ή τα πιστοποιητικά σπουδών που χορηγούν δεν είναι ισότιμα με τους τίτλους που χορηγούνται στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος τυπικής εκπαίδευσης [βλ. άρθρο 1, άρθρα 2-8 για τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία χορήγησης άδειας ίδρυσης και άδειας λειτουργίας Κολλεγίου]. Κατά το άρθρο 10 του ιδίου νόμου, “Αποκλειστικά και μόνο Κολλέγια που έχουν ισχύουσα άδεια λειτουργίας μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και κατάρτισης σε σύμπραξη με αναγνωρισµένα εκπαιδευτικά ιδρύµατα της αλλοδαπής, ιδίως με τη νομική μορφή της συμφωνίας πιστοποίησης (validation) ή της συνεργασίας δικαιόχρησης (franchising) ...” [παρ. 1, βλ. και παρ. 2-3 για τις προϋποθέσεις σύμπραξης Κολλεγίου με ίδρυμα της αλλοδαπής]. Σύμφωνα με το επόμενο άρθρο 11, τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών [του ν.δ. της 9/9 Οκτωβρίου 1935, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 15-16 του ν. 1966/1991], “εφόσον δεν εντάσσονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, υποχρεούνται να λάβουν άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ...”· κριτήρια δε αδειοδότησης των ΕΕΣ είναι, ιδίως, η επάρκεια και καταλληλότητα των υποδομών και του εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού τους [βλ. και διατάξεις για τη σύσταση Επιτροπής αξιολόγησης και ελέγχου Κολλεγίων -άρθρο 13, την τήρηση Μητρώου Κολλεγίων και Μητρώου ΕΕΣ -άρθρο 14, την κατάρτιση Μητρώου Διδασκόντων σε Κολλέγια-άρθρο 15]. Οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 3696/2008 τροποποιήθηκαν, διαδοχικώς, με το άρθρο 18 του ν. 3748/2009 (Α΄ 29), με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010 (Α΄ 71), με τον οποίο αντί του όρου “Κολλέγια” εισάγεται ο όρος “Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης”, και με το άρθρο 10 παρ. 6 του ν. 3879/2010 (Α΄ 163). Στην συνέχεια, με την υποπαράγραφο Θ7 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) τροποποιήθηκαν εκ νέου οι διατάξεις του ν. 3696/2008. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων: (α) αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008, ως εξής: “Τα κολλέγια είναι πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης που παρέχουν κατ’ αποκλειστικότητα σπουδές βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation), δικαιόχρησης (franchising) με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, αναγνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν, οι οποίες οδηγούν σε πρώτο πτυχίο (bachelor) τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Επίσης, περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη κατηγορία (κολλέγια) πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα προγράμματα σπουδών των οποίων οδηγούν σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, εφόσον αυτά τα συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών έχουν πιστοποίηση (accreditation) από διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης. Τα ανωτέρω πτυχία και τίτλοι, καθώς και οι βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά σπουδών και οποιασδήποτε άλλης ονομασίας βεβαίωση που χορηγούν τα κολλέγια δεν είναι ισότιμες με τους τίτλους που χορηγούνται στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος τυπικής εκπαίδευσης” [στοιχείο 1 υποπαρ. Θ.7] και (β) ορίσθηκε, επίσης, ότι όπου στις διατάξεις του ν. 3696/2008 αναφέρεται ο όρος “ίδρυμα της αλλοδαπής” νοείται “ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της αλλοδαπής” και όπου αναφέρεται ο όρος άδεια ίδρυσης/άδεια λειτουργίας “Κέντρου Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης”, νοείται άδεια ίδρυσης/άδεια λειτουργίας “Κολλεγίου” [στοιχείο 9 υποπαρ. Θ.7]. Με το άρθρο 30 παρ. 23 περ. α΄ του επακολουθήσαντος ν. 4111/2013 (Α΄ 18), η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008 αντικαταστάθηκε εκ νέου, ως εξής: “1.α. Τα Κολλέγια είναι πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, που παρέχουν κατ’ αποκλειστικότητα σπουδές βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation) και δικαιόχρησης (franchising) με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, αναγνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν, οι οποίες οδηγούν σε πρώτο πτυχίο (bachelor) τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. β. Επίσης περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη κατηγορία (κολέγια) πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα προγράμματα σπουδών των οποίων οδηγούν σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, εφόσον αυτά τα συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών έχουν πιστοποίηση (accreditation) από διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ορίζονται οι διεθνείς οργανισμοί πιστοποίησης. γ. Τα πτυχία, οι τίτλοι, οι βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά σπουδών και οποιασδήποτε ονομασίας βεβαίωση που χορηγούν τα κολλέγια των στοιχείων α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου δύνανται της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων ανώτατης εκπαίδευσης του ελληνικού συστήματος τυπικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με την διαδικασία και τις προϋποθέσεις [της υποπαραγράφου Θ.16 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012]”, ορίσθηκε δε, στην περίπτωση β΄ της αυτής παραγράφου 23, ότι η η ρύθμιση της προηγούμενης περίπτωσης α΄ ισχύει από 19.11.2012 [η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008, όπως η παράγραφος 1 είχε διαμορφωθεί με την προαναφερθείσα διάταξη του ν. 4111/2013, αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 75 παρ. 1 του ν. 4310/2014 (Α΄ 258/8.12.2014)]. Εξ άλλου, στο άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 4264/2014 (Α΄ 118/15.5.2014) ορίσθηκε ότι το προβλεπόμενο στο π.δ. 38/2010 Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων [ΣΑΕΠ] “είναι αρμόδιο και για την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης τρίτων χωρών της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008 (Α΄ 177) και των μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών της περίπτωσης β΄ της ίδιας παραγράφου ...”, εφαρμόζει δε “αναλογικά τη διαδικασία του π.δ. 38/2010” [έναρξη ισχύος της διάταξης από την 5η Μαϊου 2014, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου 49 του ν. 4264/2014]. Στην σχετική “προσθήκη-τροπολογία”, που στοιχεί στο ανωτέρω άρθρο 49 του ν. 4264/2014 αναφέρονται τα εξής: “Επαναπροσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του [ΣΑΕΠ] σχετικά με την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης τρίτων χωρών και μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, που προέρχονται από Κολλέγια ... διευκρινίζεται ότι το ΣΑΕΠ είναι αρμόδιο και για την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης τρίτων χωρών που παρέχονται από Κολλέγια που παρέχουν κατ’ αποκλειστικότητα σπουδές βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation) και δικαιόχρησης (franchising) με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, αναγνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν, οι οποίες οδηγούν σε πρώτο πτυχίο (bachelor) τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, καθώς και από Κολλέγια, παρόχους υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης ... τα προγράμματα σπουδών των οποίων οδηγούν σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, εφόσον αυτά τα συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών έχουν πιστοποίηση (accreditation) από διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης” [με το άρθρο 75 παρ. 2 του ήδη μνημονευθέντος ν. 4310/2014 αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4264/2014].

16. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εφεσίβλητος υπέβαλε στο ΣΑΕΠ την .../ΙΑ/....2013 αίτηση για αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας του τίτλου σπουδών “Bachelor of Arts in Business Admin...ration”, ο οποίος του απονεμήθηκε από το University of ..., που είναι αναγνωρισμένο, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης του Ηνωμένου Βασιλείου. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος απέκτησε τον επίμαχο τίτλο σπουδών ως εξής: Ενεγράφη στις 13.7.1990 στο πρόγραμμα “Διοίκησης Επιχειρήσεων” του ... ... [...], το οποίο κατά το χρονικό εκείνο διάστημα λειτουργούσε στην Ελλάδα ως εργαστήριο ελευθέρων σπουδών, χωρίς να έχει ακόμη συνάψει σύμβαση δικαιόχρησης με το University of .... Κατά τα έτη 1990-1991 [Α έτος] και 1991-1992 [Β έτος] παρακολούθησε στην Ελλάδα διετές πρόγραμμα σπουδών στο ... ..., στη συνέχεια δε, για την ακαδημαϊκή περίοδο 1992-1993, ενεγράφη απευθείας στο δεύτερο έτος σπουδών [Επίπεδο 5] του τριετούς προγράμματος φοίτησης του University of ..., αφού ελήφθησαν υπόψη, από το βρετανικό πανεπιστήμιο, οι προαναφερθείσες διετείς σπουδές του εφεσίβλητου στο ... ..., οι οποίες θεωρήθηκαν από το εκπαιδευτικό αυτό ίδρυμα ως ισοδύναμες με το πρώτο έτος σπουδών [Επίπεδο 4] του σχετικού προγράμματος του εν λόγω βρετανικού πανεπιστημίου, σύμφωνα με τους κανονισμούς του [βλ. σχετική βεβαίωση: “[DS] ... was accepted as a Direct Entrant onto the second year (Level 5) of the programme of study, on the basis of the prior learning acquired at another educational institution considered equivalent to the first year (Level 4) of the University of ... degree programme of study and this prior learning was assessed for admission purposes in accordance with the University’s Policies and Regulations”]. Κατά τα ακαδημαϊκά έτη 1992-1993 και 1993-1994, ο εφεσίβλητος παρακολούθησε, αντιστοίχως, το δεύτερο και το τρίτο έτος σπουδών του τριετούς προγράμματος φοίτησης [three year full-time course] του University of ... στην Ελλάδα, στο κέντρο σπουδών ... ..., το οποίο κατά τα δύο αυτά έτη 1992-1993 και 1993-1994 λειτουργούσε υπό το καθεστώς συμφωνίας δικαιόχρησης, που είχε συνάψει πλέον με το εν λόγω βρετανικό πανεπιστήμιο για το πρόγραμμα “Διοίκησης Επιχειρήσεων”. Όπως αναφέρεται σε σχετική βεβαίωση του πανεπιστημίου του ..., το ως άνω πρόγραμμα σπουδών “σχεδιάσθηκε και ανήκει” στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, συνήφθη δε σύμβαση δικαιόχρησης με το ... ... για την απονομή τίτλων στην Αθήνα, με εκμάθηση στην ελληνική γλώσσα και από το διδακτικό προσωπικό του .... Βάσει της σύμβασης αυτής, το ... ήταν υπεύθυνο για την καθημερινή διαχείριση του προγράμματος, που οδηγούσε στην απόκτηση του τίτλου σπουδών “Bachelor of Arts in Business Admin...ration”, η διασφάλιση δε της ποιότητας του προγράμματος ανήκε στην αρμοδιότητα του University of .... Ειδικότερα, κατά την οικεία βεβαίωση: “Το Πανεπιστήμιο καθορίζει τους κανονισμούς αξιολόγησης, είναι αρμόδιο για την εξέταση των φοιτητών του Κολλεγίου ..., εγκρίνει όλα τα γραπτά εξετάσεων και ορίζει τον Πρόεδρο της Επιτροπής Εξετάσεων, όπως επίσης διορίζει και τους εξωτερικούς εξεταστές. Επιπροσθέτως, το Πανεπιστήμιο έχει την συνολική ευθύνη για την διατήρηση των ακαδημαϊκών προτύπων για να εγγυηθεί ότι το επίπεδο που απέκτησαν οι φοιτητές του Κολλεγίου ... συμβαδίζει με αυτό που απέκτησαν οι φοιτητές που σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο. Οι απόφοιτοι του Κολλεγίου ... απολαύουν καθεστώτος ισοτιμίας με όλους τους όλους τους άλλους απόφοιτους από το Πανεπιστήμιο του ...” [βλ. τις προσκομισθείσες βεβαιώσεις του University of ...]. Στο ... ... χορηγήθηκε άδεια ίδρυσης εκπαιδευτηρίου μεταλυκειακής μη τυπικής εκπαίδευσης-κολλεγίου, με την 76635/Δ6/2009 υπουργική απόφαση (Β΄ 1532), δυνάμει των διατάξεων του ανωτέρω ν. 3696/2008. Το ΣΑΕΠ, με την απόφαση ....2014, απέρριψε την υποβληθείσα ως άνω αίτηση του εφεσιβλήτου για αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας του τίτλου “Bachelor of Arts in Business Admininstration”, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 3 και του άρθρου 3 παρ. 5 του π.δ. 38/2010, όπως ήδη ίσχυαν, και με την αιτιολογία ότι είναι μεν το University of ... αναγνωρισμένο ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, ο εφεσίβλητος, όμως, δεν πραγματοποίησε τρία έτη φοίτησης σε ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά μόνο δύο έτη, ήτοι τα ακαδημαϊκά έτη 1992-1994. Όπως συνάγεται από την απόφαση του ΣΑΕΠ, το Συμβούλιο θεώρησε ότι οι σπουδές του εφεσιβλήτου στο ... ... κατά τη διετία 1990-1992 δεν πραγματοποιήθηκαν σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Έκρινε δε ότι, συνεπώς, ο εφεσίβλητος “δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 5 του π.δ. 38/2010 ... σύμφωνα με το οποίο για τους σκοπούς της παραγράφου 3 του άρθρου 2 νοείται ως ‘τίτλος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης’ ο αναγνωρισμένος τίτλος τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, όταν πρόκειται για πτυχίο πρώτου κύκλου σπουδών ... που απονέμεται από ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης”. Η ενδικοφανής προσφυγή του εφεσιβλήτου κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε σιωπηρώς από το ΣΑΕΠ, μετά την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή της. Ακολούθως, ο εφεσίβλητος άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής του και η αίτηση έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, με την οποία κρίθηκαν τα εξής: Όπως συνάγεται από τα άρθρα 1 [παρ. 2], 2 [παρ. 3], 3 [παρ. 1 περ. γ΄ και παρ. 5], 4 [παρ. 2], 11 [περ. δ΄], 13 και 50 του π.δ. 38/2010 [βλ. σκ. 3 και 4 της εκκαλουμένης], υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 14 του διατάγματος αυτού, “οι αρμόδιες υπηρεσίες του ελληνικού κράτους υποχρεούνται να αναγνωρίσουν ... τίτλο τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης που χορηγήθηκε από αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους, μολονότι με τον τίτλο αυτόν πιστοποιούνται σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει στην Ελλάδα και οι οποίες, κατά τη νομοθεσία αυτής, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως”. Εν προκειμένω, το ΣΑΕΠ “προέβη σε έλεγχο των προϋποθέσεων, βάσει των οποίων απονεμήθηκε ο τίτλος σπουδών του αιτούντος από ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα του Ηνωμένου Βασιλείου, εκτιμώντας ότι ο τίτλος χορηγήθηκε κατόπιν αναγνώρισης ... των σπουδών του αιτούντος (ήτοι δύο ετών) που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα σε μη αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης ...”, και δέχθηκε ότι τούτο “δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση της ισοδυναμίας του τίτλου σπουδών, διότι κατά τη νομοθεσία του ελληνικού κράτους, οι σπουδές έπρεπε να έχουν πραγματοποιηθεί εξ ολοκλήρου σε αναγνωρισμένο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Όμως ... το ΣΑΕΠ δεν είχε δικαίωμα να ελέγξει τις προϋποθέσεις αυτές, υπό τις οποίες χορηγήθηκε ο ένδικος τίτλος από το εκπαιδευτικό ίδρυμα του Ηνωμένου Βασιλείου, δεδομένου ότι αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εν λόγω κράτους, βάσει της δικής του νομοθεσίας που διέπει το εκπαιδευτικό του σύστημα ... [Το] ΣΑΕΠ έπρεπε να ελέγξει εάν ο τίτλος αυτός είναι συγκρίσιμος, βάσει της εκπαίδευσης και του περιεχομένου των γνώσεων που πιστοποιεί, με αντίστοιχους τίτλους, που απονέμονται στην Ελλάδα, με αντικείμενο σπουδών στη “Διοίκηση Επιχειρήσεων” (Business Administration), σε περίπτωση δε που έκρινε, ότι υπάρχει ... δυνατότητα σύγκρισης των δύο τίτλων σπουδών, αλλά αυτοί αφορούν σε ουσιωδώς διαφορετικούς τομείς γνώσεων, μπορούσε να επιβάλει αντισταθμιστικά μέτρα, κατ’ άρθρο 14 του π.δ/τος 38/2010. Συνεπώς, δεν είναι νόμιμη η αιτιολογία της 8/2014 απόφασης (πρακτικού) του ΣΑΕΠ”.

17. Επειδή, με το άρθρο 1 του ν. 1100/1980 (Α΄ 295) ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία “Οικονομικόν Επιστημονικόν Επιμελητήριον της Ελλάδος [ΟΕΕΕ]”. Κατά το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, στους σκοπούς του ΟΕΕΕ περιλαμβάνεται “[η] χορήγηση στα μέλη του, όταν χρησιμοποιούν το πτυχίο τους για επαγγελματικούς λόγους, ειδικής άδειας να ασκήσουν οικονομολογικό επάγγελµα, η χορήγηση άδειας λειτουργίας και η καταχώριση σε ιδιαίτερο βιβλίο των επωνυμιών των ημεδαπών και αλλοδαπών γραφείων παροχής οικονομολογικών υπηρεσιών ... ο έλεγχος της νόμιμης λειτουργίας τους και η έκδοση σχετικών πιστοποιητικών για όλες τις παραπάνω περιπτώσεις” [περ. η΄, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1479/1984 (Α΄ 145)]. Κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού [όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του ν. 1479/1984, η δε παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2515/1997 (Α΄ 154)], “1. Ως μέλη του [εν λόγω επιμελητηρίου] εγγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι πτυχιούχοι των ελληνικών ανωτάτων οικονομικών σχολών, δηλαδή του Οικονομικού Πανεπιστημίου της Αθήνας [πρώην ΑΣΟΕ], του Πανεπιστημίου Πειραιά [πρώην ΑΒΣΠ], του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών [πρώην ΑΒΣΘ], των Οικονομικών Τμημάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του Πανεπιστημίου Πατρών, του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του Πανεπιστημίου Κρήτης, του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, οι πτυχιούχοι ισότιμων οικονομικών σχολών του εξωτερικού και οι πτυχιούχοι οικονομικών σχολών ή τμημάτων Πανεπιστημίων που θα ιδρυθούν ή θα μετατραπούν σε οικονομικές, εφόσον χρησιμοποιούν το πτυχίο τους για επαγγελματικούς λόγους στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα. 2. Υποχρεούνται επίσης να εγγραφούν ως μέλη του [επιμελητηρίου] οι πτυχιούχοι πολιτικών, διοικητικών ή νομικών επιστημών ημεδαπών ή αλλοδαπών ανωτάτων σχολών, εφόσον κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού ασκούν αποδεδειγμένως επαγγέλματα που προσιδιάζουν στην ιδιότητα του οικονομικού επιστήμονα, όπως αυτά προσδιορίζονται στην παρ. 6 του παρόντος άρθρου. 3. ... 5. Οι πτυχιούχοι ανώτατων οικονομικών σχολών της παραγράφου 1 ... δικαιούνται να εγγραφούν ως μέλη του [επιμελητηρίου], εφόσον δεν χρησιμοποιούν το πτυχίο τους για επαγγελματικούς λόγους ή είναι μέλη άλλου επιμελητηρίου στο οποίο η εγγραφή δεν προϋποθέτει την ύπαρξη πτυχίου ... 6. Με προεδρικά διατάγματα ... καθορίζονται επακριβώς τα οικονομολογικά επαγγέλματα των οποίων η άσκηση προϋποθέτει την επαγγελματική άδεια της περίπτωσης η΄ του άρθρου 2, οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά και οι διαδικασίες για τη χορήγηση της άδειας, το εργασιακό περιεχόμενο κάθε επαγγέλµατος από τα παραπάνω, καθώς επίσης και οι διαδικασίες για να αποδειχθεί η άσκησή τους. 7. Για την έναρξη ή συνέχιση της άσκησης οικονομολογικού επαγγέλματος, μετά την 1η Ιανουαρίου 1986 απαιτείται η κατοχή επαγγελματικής άδειας του [επιμελητηρίου] ... 8. ...”. Κατ’ εξουσιοδότηση της ως άνω παραγράφου 6 του άρθρου 3, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε προ του ν. 2515/1997, εκδόθηκε το π.δ. 475/1991 (Α΄ 176), με το οποίο ρυθμίσθηκε η άσκηση του οικονομολογικού επαγγέλματος, ορίσθηκε δε, στο άρθρο 1 του δ/τος αυτού, ότι “Οικονομολογικό επάγγελμα συνιστούν οι κατ’ επάγγελμα ασκούμενες δραστηριότητες οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την εφαρμογή των πορισμάτων της οικονομικής επιστήμης και πρακτικής στους διάφορους τομείς της εθνικής και διεθνούς οικονομικής δραστηριότητας ή και την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης και σκέψης” και καθορίσθηκαν “[ε]ιδικότερα οι δραστηριότητες του οικονομολογικού επαγγέλματος” (βλ. στο άρθρο 1 τις ειδικότερες αυτές δραστηριότητες). Κατά το άρθρο 2 του ιδίου δ/τος, “1. Προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας οικονομολογικού επαγγέλματος αποτελεί η ιδιότητα μέλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας [ΟΕΕ] κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 1100/1980 ... 2. ... 3. Στην αίτηση για τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως οικονομολογικού επαγγέλματος αναφέρονται ... οι τίτλοι σπουδών, η ειδίκευση καθώς και η επαγγελματική πείρα . 4. Η αίτηση άδειας ασκήσεως οικονομολογικού επαγγέλματος συνοδεύεται υποχρεωτικά από επικυρωμένο αντίγραφο των πτυχίων, τίτλων σπουδών και πιστοποιητικών επαγγελματικής κατάρτισης και εμπειρίας του ενδιαφερομένου και από βεβα της εγγραφής του ως μέλους του ΟΕΕ ... 7. Στην άδεια ασκήσεως οικονομολογικού επαγγέλματος ... αναγράφεται η ειδικότητα ή οι ειδικότητες ... για τις οποίες χορηγείται. 8. Στους κατόχους άδειας ασκήσεως οικονομολογικού επαγγέλματος χορηγείται δελτίο επαγγελματικής ταυτότητας οικονομολόγου, στην οποία γίνεται μνεία της ειδικότητας ή των ειδικοτήτων τους ... 9. Η άσκηση οικονομολογικού επαγγέλματος από μέλος του ΟΕΕ στο οποίο δεν έχει χορηγηθεί η σχετική άδεια κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ... συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα ...”. Περαιτέρω, με τον ν. 2515/1997 (Α΄ 154) και το εκδοθέν κατ’ εξουσιοδότησή του π.δ. 340/1998 (Α΄ 228) ρυθμίσθηκαν ζητήματα σχετικά με την άσκηση του επαγγέλματος του Λογιστή Φοροτεχνικού, ήτοι του ασχολούμενου “κατ’ επάγγελμα ως μισθωτός ή ελεύθερος επαγγελματίας με λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών ή και άλλων φυσικών προσώπων” (βλ. άρθρο 1 του π.δ/τος 340/1998) και ορίσθηκε ότι για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού απαιτείται ειδική άδεια (βλ. άρθρο 1 του ν. 2515/1997). Εν προκειμένω, από την εκκαλουμένη και τα εκτεθέντα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος υπέβαλε στο ΣΑΕΠ το αίτημα αναγνώρισης της “επαγγελματικής ισοδυναμίας” του τίτλου του “Bachelor of Arts in Business Admin...ration” αποβλέποντας στην άσκηση συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας ή ότι προσδιόρισε ειδικότερα την δραστηριότητα στην οποία θέλει να αποκτήσει πρόσβαση με την αναγνώριση του τίτλου αυτού· ούτε προκύπτει, εξ άλλου, ότι το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε κατ’ επίκληση της οδηγίας 2005/36/ΕΚ και των διατάξεων του π.δ. 38/2010 για την μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εθνική έννομη τάξη, προκειμένου ο εφεσίβλητος να ασκήσει στην Ελλάδα ορισμένο νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα. Ενόψει τούτων, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η “Διοίκηση Επιχειρήσεων” συνιστά νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα, κατά την έννοια της οδηγίας 2005/36/ΕΚ [υπό το καθεστώς του ν. 1100/1980, όπως, όμως, το άρθρο 3 αυτού ίσχυε προ του ν. 2515/1997, βλ. την ΣτΕ 1372/2016, με την οποία κρίθηκε ότι “στην Ελλάδα δεν υφίσταται νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα ‘Διοίκηση Επιχειρήσεων’, κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας 89/84/ΕΟΚ ... καθόσον δεν υπάρχουν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις οι οποίες να επιφυλάσσουν την άσκησή του, κατόπιν χορήγησης σχετικής άδειας, σε πρόσωπα πληρούντα ορισμένες, ρητώς προβλεπόμενες στο νόμο, προϋποθέσεις”], τα τιθέμενα στην κρινόμενη υπόθεση ζητήματα αφορούν, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην επόμενη σκέψη, την ερμηνεία των άρθρων 1 παρ. 2, 2 παρ. 3 και 3 παρ. 5 του π.δ. 38/2010, την ερμηνεία, δηλαδή, των διατάξεων του διατάγματος αυτού για την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οδηγίας 2005/36/ΕΚ.

18.Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι με την προβλεπόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 2 παρ. 3 και 3 παρ. 5 του π.δ. 38/2010, όπως τροποποιήθηκαν, διαδικασία για την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οδηγίας 2005/36/ΕΚ για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, η οποία αποτελεί διαδικασία που δεν βασίζεται σε παράγωγο ενωσιακό δίκαιο (κατ’ αντίθεση προς άλλες διατάξεις του π.δ. 38/2010 που μεταφέρουν στην ελληνική έννομη τάξη την οδηγία 2005/36/ΕΚ), τίθεται ως προϋπόθεση για την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας, ο σχετικός τίτλος [πρώτου κύκλου σπουδών] να έχει απονεμηθεί, όχι απλώς από φορέα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά και κατόπιν τριετούς, τουλάχιστον, φοίτησης εξ ολοκλήρου στο οικείο πρόγραμμα σπουδών του ανωτέρω φορέα, το οποίο οδηγεί στην απονομή του τίτλου, είτε το πρόγραμμα διεξάγεται εξ ολοκλήρου στη χώρα του φορέα είτε στην Ελλάδα, από συνεργαζόμενο ημεδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα [βάσει σύμβασης δικαιόχρησης (franchising) ή πιστοποίησης (validation)]. Συνεπώς, όταν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, δεν δύνανται να αξιοποιηθούν και να συνυπολογισθούν για την αναγνώριση του τίτλου, έστω και αν αυτός χορηγήθηκε από ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, σπουδές επαγγελματικής κατάρτισης οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε ίδρυμα μη τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, όπως είναι τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών. Κατά το εκκαλούν Δημόσιο, ευλόγως ο εθνικός νομοθέτης διαφοροποίησε τις ως άνω προϋποθέσεις αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας, σε σχέση με τις προϋποθέσεις που τίθενται στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, διότι μέσω της πρώτης διαδικασίας παρέχεται η δυνατότητα άσκησης επαγγέλματος στην Ελλάδα, για το οποίο δεν έχουν ορισθεί επαγγελματικά προσόντα σε κανένα κράτος μέλος της ΕΕ, θα αντέκειτο δε και προς την συνταγματική αρχή της ισότητας να τελεί, η δυνατότητα πρόσβασης σε ορισμένο επάγγελμα στην Ελλάδα, υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις για τους κατόχους τίτλων ελληνικών ΑΕΙ, εν συγκρίσει προς τους κατόχους τίτλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων άλλων κρατών-μελών της ΕΕ, όταν οι τίτλοι αυτοί αποκτήθηκαν κατόπιν αναγνώρισης σπουδών σε ΕΕΣ. Προβάλλει, περαιτέρω, το Δημόσιο με την κρινόμενη έφεση ότι, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων της υποπαραγράφου Θ.7 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που τροποποίησε τον ν. 3696/2008, και της υποπαραγράφου Θ.16 της ίδιας παραγράφου Θ, που τροποποίησε το π.δ. 38/2010, πρόθεση του νομοθέτη ήταν να ρυθμίσει την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναµίας τίτλων σπουδών σε συνάρτηση με την αναβάθμιση της μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης, ώστε να αναγνωρίζονται ως επαγγελματικώς ισοδύναμοι οι τίτλοι εκείνοι που αποκτήθηκαν κατόπιν σπουδών ανάλογου επιπέδου με τις παρεχόμενες στα ελληνικά ΑΕΙ σπουδές και να διασφαλίζεται έτσι η ορθή άσκηση του οικείου επαγγέλματος. Η νομοθετική αυτή επιλογή δεν υποδηλώνει αμφισβήτηση της ποιότητας των προγραμμάτων σπουδών των αλλοδαπών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, εφόσον αποκλείονται από την αναγνώριση τίτλοι χορηγηθέντες κατόπιν σπουδών που πραγματοποιήθηκαν, εν όλω ή εν μέρει, εκτός τέτοιων προγραμμάτων. Ερμηνευόμενες δε κατ’ αυτόν τον τρόπο οι επίμαχες διατάξεις είναι σύμφωνες τόσο με το άρθρο 16 του Συντάγματος, όσο και με το ενωσιακό δίκαιο. Εν όψει των ανωτέρω, το εκκαλούν προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του π.δ. 38/2010 και ότι η απόρριψη από το ΣΑΕΠ του αιτήματος του εφεσιβλήτου, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του π.δ. 38/2010 για την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας ήταν νομίμως αιτιολογημένη. Όπως δε ήδη αναφέρθηκε [βλ. ανωτέρω σκ. ...], για τα τιθέμενα εν προκειμένω ζητήματα ερμηνείας των ως άνω διατάξεων του π.δ. 38/2010 δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, οι λόγοι αυτοί, που προβάλλονται παραδεκτώς, είναι εξεταστέοι κατ’ ουσίαν.

19. Επειδή, όπως ήδη εκτέθηκε, σύμφωνα με τους κανόνες που συνάγονται, κατά την οικεία νομολογία ΔΕΚ/ΔΕΕ, από τις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης και είναι, συνεπώς, εφαρμοστέοι ακόμη και όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οδηγιών για το γενικό σύστημα αναγνώρισης τίτλων εκπαίδευσης και επαγγελματικών προσόντων, οι αρμόδιες αρχές κράτους-μέλους, όταν επιλαμβάνονται αίτησης που υποβάλλει πολίτης της Ένωσης για τη χορήγηση αδείας άσκησης επαγγέλματος, στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται, κατά την εθνική νομοθεσία, από την κατοχή διπλώματος ή από επαγγελματική κατάρτιση, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων, καθώς και τη σχετική πείρα του ενδιαφερομένου, προβαίνοντας στην απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω συγκριτική εξέταση μεταξύ, αφενός, των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με αυτά τα διπλώματα και αυτή την πείρα και, αφετέρου, των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία. Η υποχρέωση του κράτους-μέλους υποδοχής να λαμβάνει υπόψη τους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος-μέλος [κράτος προέλευσης], όταν εξετάζει αν θα επιτρέψει σε αυτόν, ακόμη και αν πρόκειται για πολίτη του ιδίου του κράτους υποδοχής, την άσκηση επαγγέλματος για την οποία, κατά τη νομοθεσία του κράτους υποδοχής, απαιτούνται προσόντα πιστοποιούμενα με την κατοχή ορισμένου τίτλου, δεν οφείλεται στην εγγενή ακαδημαϊκή αξία της εκπαίδευσης που πιστοποιεί ο εν λόγω τίτλος, αλλά στηρίζεται στο ότι οι πιο πάνω τίτλοι πιστοποιούν, κατ’ αρχήν, προσόντα που θα επέτρεπαν, στο κράτος προέλευσης, την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα· ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται να μην λαμβάνονται υπόψη τίτλοι σπουδών εξαιτίας ακαδημαϊκών και μόνο, ως προς την οργάνωση ή το περιεχόμενο της αντίστοιχης εκπαίδευσης, διαφορών, μεταξύ κράτους προέλευσης και κράτους υποδοχής. Εναπόκειται αποκλειστικά στις αρμόδιες αρχές οι οποίες χορηγούν τα διπλώματα να ελέγχουν, βάσει των κανόνων που διέπουν το δικό τους σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης, αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση των διπλωμάτων αυτών, υποχρεούται δε το κράτος-μέλος υποδοχής να αναγνωρίσει δίπλωμα χορηγηθέν από αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους, μολονότι με το δίπλωμα αυτό πιστοποιούνται σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος-μέλος υποδοχής και οι οποίες, κατά τη νομοθεσία αυτού του κράτους-μέλους, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Κατά τα ήδη κριθέντα, η πιστοποίηση της ποιότητας του χορηγούμενου από το άλλο κράτος-μέλος τίτλου, για τον ανωτέρω ειδικό σκοπό, εναπόκειται στην αρμόδια αρχή του χορηγούντος τον τίτλο κράτους-μέλους. Τέλος, τα ζητήματα της ακαδημαϊκής αναγνώρισης τίτλων σπουδών ανάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της επαγγελματικής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών (βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2253/2019, 3451/2011 επτ, 39/2001, 2076/1999, 3457/1998 Ολομ, βλ. και την ανωτέρω απόφαση στην υπόθεση Thieffry).

20. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω κανόνων των ενωσιακού δικαίου και με σκοπό την εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας προς τους κανόνες αυτούς, τροποποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω, το π.δ. 38/1010, με τους νόμους 4093/2012 και 4111/2013. Από τις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 1 [παρ. 2], 2 [παρ. 3], 3 [παρ. 3 και 5], 4 [παρ. 3], 13 [παρ. 4], 14 [παρ. 8], 50 [παρ. 5], 52 [εδάφιο τελευταίο], 53 [εδάφιο τελευταίο], 54 [παρ. 1 (β)], 55 [παρ. 1], 56 [παρ. 1(β)] και 57 του ως άνω π.δ. 38/1010, όπως ίσχυαν στον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, προκύπτουν τα εξής: Με το διάταγμα αυτό ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναµίας” τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, οι οποίοι χορηγούνται από αρχές κρατών-μελών, ορισθείσες ως αρμόδιες από την νομοθεσία του οικείου κράτους-μέλους, και οι οποίοι, εφόσον πρόκειται για πτυχίο πρώτου κύκλου σπουδών, πιστοποιούν τουλάχιστον τριετή διάρκεια σπουδών και φοίτησης. Η δυνατότητα δε αυτή αναγνώρισης της “επαγγελματικής ισοδυναµίας” των τίτλων παρέχεται ακόμη και όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, όπως π.χ. όταν δεν πρόκειται για “νομοθετικώς κατοχυρωµένο”, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, επάγγελµα. Ο όρος, εξ άλλου, “αναγνωρισμένος τίτλος” του άρθρου 3 παρ. 5 του π.δ. 38/1010 δεν έχει την έννοια ότι για την αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναµίας” του τίτλου απαιτείται είτε προηγούμενη αναγνώριση του τίτλου αυτού, κατά τις ισχύουσες διατάξεις περί ακαδημαϊκής αναγνώρισης του τίτλου, είτε η συνδρομή, πάντως, των σχετικών προϋποθέσεων που προβλέπει η ειδική νομοθεσία για την αναγνώριση αυτή [βλ. ν. 3328/2005 (Α΄ 80) περί ΔΟΑΤΑΠ, καθώς και τη νομολογία για τις προϋποθέσεις αναγνώρισης σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή (ΣτΕ 3100/2017 επτ κ.ά.)]. Η αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναµίας”, δηλαδή, η αναγνώριση από την αρμόδια ελληνική αρχή [ΣΑΕΠ], ότι ο χορηγηθείς κατά τα ανωτέρω από άλλο κράτος-μέλος τίτλος είναι ισοδύναμος, ως προς την κατ’ αρχήν ικανότητα άσκησης από τον κάτοχό του συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, με τίτλους του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, παρέχοντες την αντίστοιχη ικανότητα, δεν αποτελεί και αναγνώριση της ακαδημαϊκής αξίας του τίτλου, αλλά απλώς παρέχει στον κάτοχο του τίτλου που έχει αναγνωρισθεί από το ΣΑΕΠ “την δυνατότητα να αποκτήσει στην Ελλάδα πρόσβαση και να ασκήσει συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα” με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις υπό τους οποίους δύνανται να ασκήσουν την δραστηριότητα αυτή οι κάτοχοι “συγκρίσιμων τίτλων του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος” [βλ. άρθρο 4 παρ. 3 του π.δ. 38/2010]. Το ΣΑΕΠ, εξ άλλου, προβαίνοντας στην συγκριτική εξέταση μεταξύ, αφενός, των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία και, αφετέρου, των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τον προσκομιζόμενο τίτλο σπουδών, σε συνδυασμό με τη σχετική πείρα του ενδιαφερομένου και τα λοιπά τυχόν πιστοποιητικά του, δύναται να αξιώσει την υποβολή του αιτούμενου την αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναµίας” του τίτλου του σε γραπτή δοκιμασία, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 57Α του π.δ. 38/2010, ερμηνευόμενες και υπό το φως της οικείας νομολογίας του ΔΕΚ/ΔΕΕ [βλ. ανωτέρω σκέψη 7]. Εφόσον, όμως, ο προσκομιζόμενος τίτλος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης έχει χορηγηθεί από αρμόδια, κατά τη νομοθεσία του κράτους-μέλους προέλευσης, αρχή και πιστοποιεί [ως προς πτυχίο πρώτου κύκλου σπουδών] τουλάχιστον τριετή διάρκεια σπουδών και φοίτησης, το ΣΑΕΠ δεν δύναται να μη λαμβάνει υπόψη τίτλους σπουδών εξαιτίας ακαδημαϊκών και μόνο, ως προς την οργάνωση ή το περιεχόμενο της αντίστοιχης εκπαίδευσης, διαφορών, μεταξύ κράτους προέλευσης και κράτους υποδοχής, ούτε δύναται να αρνηθεί την αναγνώριση τέτοιου τίτλου επικαλούμενο το γεγονός ότι για την χορήγησή του από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης συνεκτιμήθηκαν σπουδές πραγματοποιηθείσες, εν όλω ή εν μέρει, στην Ελλάδα και μη αναγνωριζόμενες, κατά την εθνική νομοθεσία, ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως οι πραγματοποιηθείσες σε εργαστήρια ελευθέρων σπουδών. Ενόψει δε της νομολογίας που παρατέθηκε στη σκέψη 7, η οποία ερείδεται στις διατάξεις των Συνθηκών, αλλά και των συναφών αποφάσεων στις υποθέσεις C-274/05, Eπιτροπή κατά Ελλάδος και C-151/07, Χατζηθανάσης, καθώς και των λόγων που οδήγησαν την Ελληνική Δημοκρατία να τροποποιήσει, κατά τα ανωτέρω, το π.δ. 38/1010 με τους νόμους 4093/2012 και 4111/2013 [βλ. ανωτέρω σκέψη 13], η εφαρμογή της ρυθμιζόμενης από τα άρθρα 1 [παρ. 2], 2 [παρ. 3], 3 [παρ. 3 και 5], 4 [παρ. 3], 13 [παρ. 4], 14 [παρ. 8], 50 [παρ. 5], 52 [εδάφιο τελευταίο], 53 [εδάφιο τελευταίο], 54 [παρ. 1 (β)], 55 [παρ. 1], 56 [παρ. 1(β)] και 57 του π.δ. 38/1010 διαδικασίας αναγνώρισης, δεν περιορίζεται στους κτηθέντες μετά τον ν. 3696/2008 τίτλους, δηλαδή στους τίτλους που συνεκτιμούν μόνο σπουδές πραγματοποιηθείσες στην Ελλάδα μετά την επιχειρηθείσα με τον νόμο αυτόν αναβάθμιση της μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης [βλ. ανωτέρω σκέψη 14]. Συνεπώς, οι ανωτέρω προβαλλόμενοι λόγοι εφέσεως, ότι προϋπόθεση για την αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναμίας” τίτλου σπουδών, χορηγηθέντος από φορέα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλου κράτους-μέλους κατόπιν τριετούς, τουλάχιστον, φοίτησης, είναι είτε η εξ ολοκλήρου πραγματοποίηση του οικείου προγράμματος σπουδών στον ανωτέρω φορέα, που χορηγεί τον τίτλο, είτε και η εν όλω ή εν μέρει πραγματοποίηση του προγράμματος σπουδών σε ημεδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα, συνεργαζόμενο, όμως, με τον χορηγούντα τον τίτλο φορέα του άλλου κράτους-μέλους αποκλειστικά υπό καθεστώς σύμβασης δικαιόχρησης (franchising) ή πιστοποίησης (validation), χωρίς, πάντως, να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί διαδικασίας αναγνώρισης των άρθρων 1 [παρ. 2], 2 [παρ. 3], 3 [παρ. 3 και 5], 4 [παρ. 3], 13 [παρ. 4], 14 [παρ. 8], 50 [παρ. 5], 52 [εδάφιο τελευταίο], 53 [εδάφιο τελευταίο], 54 [παρ. 1 (β)], 55 [παρ. 1], 56 [παρ. 1(β)] και 57 του π.δ. 38/1010 όταν, για την χορήγηση του τίτλου από ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλου κράτους-μέλους, συνυπολογίζεται χρόνος σπουδών επαγγελματικής κατάρτισης στην Ελλάδα, σε ίδρυμα μη τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, όπως τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών, και μάλιστα προ του ν. 3696/2008, είναι απορριπτέοι ως νόμω αβάσιμοι. Τούτο δεν αντίκειται στο άρθρο 16 του Συντάγματος (πρβλ. τις αποφάσεις στις υποθέσεις C-274/05, Eπιτροπή κατά Ελλάδος και C-151/07, Χατζηθανάσης). Περαιτέρω, δεν παραβιάζεται ούτε η αρχή της ισότητας, εφόσον δεν εξομοιώνονται πλήρως οι χορηγούμενοι από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της ημεδαπής τίτλοι, με τους ανωτέρω τίτλους τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, οι οποίοι χορηγούνται, κατόπιν τριετούς διάρκειας σπουδών, από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών. Συγκεκριμένα, η ανωτέρω διαδικασία περιορίζεται στην αναγνώριση της “επαγγελματικής ισοδυναµίας” των τίτλων, όχι δε και της ακαδημαϊκής αξίας τους. Εξ άλλου, κατά την κρίση του για την αναγνώριση αυτής της “επαγγελματικής ισοδυναµίας”, το ΣΑΕΠ, προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τους χορηγούμενους από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών ως άνω τίτλους και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία. Η διαδικασία αυτή συγκριτικής εξέτασης παρέχει στο ΣΑΕΠ τη δυνατότητα να βεβαιώνεται, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ότι με το αλλοδαπό δίπλωμα πιστοποιούνται, όσον αφορά τον κάτοχό του, γνώσεις και προσόντα, αν όχι όμοια, τουλάχιστον ισοδύναμα προς τα πιστοποιούμενα με το εθνικό δίπλωμα. Εάν δε από τη σύγκριση προκύπτει μερική μόνον αντιστοιχία, το ΣΑΕΠ μπορεί να αξιώσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι απέκτησε με άλλο τρόπο τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν και, εφόσον τούτο δεν αποδεικνύεται προσηκόντως, να τον υποβάλει σε γραπτή δοκιμασία, κατά το άρθρο 57Α του π.δ. 38/2010.

21. Επειδή, ενόψει όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, θα έπρεπε να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση, στο σύνολό της. Λόγω, όμως, της μείζονος σπουδαιότητας και της γενικότερης σημασίας των ζητημάτων που τίθενται, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 2 (α) του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει η διάταξη αυτή. Εισηγητής δε, ενώπιον της Ολομελείας, να ορισθεί η Σύμβουλος Ο. Παπαδοπούλου.

 

Δια ταύτα

Απέχει να αποφανθεί οριστικώς.

Παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια και ορίζει εισηγητή τη Σύμβουλο Ο. Παπαδοπούλου.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2020 και 15 Απριλίου 2021

Η Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος

Μ. Καραμανώφ Ι. Παπαχαραλάμπους

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6 Ιουλίου 2021.

Η Πρόεδρος του Α´ Τμήματος Διακοπών Η Γραμματέας

Ε. Νίκα Μ. Τσαπαρδώνη